Legislator Case Law & Legislation
1518/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against enforcement costs ruling, remanding case for re-evaluation of legal expense limits.

Case Number 1518/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision regarding enforcement costs in a debt collection case. The State argued that costs were properly calculated, while the appellants contested the amounts exceeding statutory minimums. The Court found the appeal admissible only regarding specific costs that exceeded legal limits, while rejecting claims against unreviewable factual assessments of other expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975, 98, 127 of Law 3026/1954; Article 561 of the Code of Civil Procedure: Enforcement costs exceeding statutory minimums are subject to appeal, but factual assessments of unreviewable expenses are not.

Keywords

AI generated
enforcement costs statutory minimums legal fees appeal admissibility remand for retrial civil procedure cost allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 975 of the Code of Civil Procedure
Articles 98 and 127 of Law 3026/1954
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 65 of Law 4139/2013
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1518/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση (και) από την Προϊσταμένη της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας και τον Προϊστάμενο της Β' ΔΟΥ Κέρκυρας, που κατοικοεδρεύουν στον Δήμο Κερκυραίων. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Α., 2) Σ. Χ. του Β., 3) Κ.Α του Σ., 4) Κ. Γ. του Γ., απάντων κατοίκων ... και 5) Χ. χήρας Σ. Α., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6-12-2004 ανακοπή της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-1-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 13-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο λόγοι αναιρέσεως με τις διακρίσεις που έγιναν στο σκεπτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθ. 15.459/20.7.2018 του δικαστικού επιμελητή Κέρκυρας Ε. Ρ., υπ' αριθ. 6268/20.7.2018, 6263/20.7.2018, 6259/20.7.2018 και 4824/16.2.2018 της δικαστικής επιμελήτριας Κέρκυρας Ν. Δ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της από 24.1.2008 αιτήσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 24ης Σεπτεμβρίου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αιτούντος, σε κάθε αναιρεσίβλητο, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η εκκαθάριση αυτή των εξόδων εκτελέσεως, αν και δεν αποτελεί κατάταξη, προσβάλλεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 979 ΚΠολΔ, με την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως. Εάν γίνει δεκτός ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο επιδιώκεται η μείωση των εξόδων ή αμφισβητείται το ύψος τους, το δικαστήριο επαναπροσδιορίζει το διανεμητέο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος στο οποίο και κατατάσσεται ο ανακόπτων, που έχει υποβάλει το σχετικό αίτημα, όχι δε και άλλος δανειστής, που δεν έχει προσβάλει τον πίνακα για τα προαφαιρεθέντα έξοδα, εφόσον το προνόμιο του ανακόπτοντος παρέχει σ' αυτόν τη δυνατότητα να καταταγεί στον πίνακα για την ικανοποίηση της αναγγελθείσης απαιτήσεώς του από το πλειστηρίασμα (ΑΠ 1851/2014, ΑΠ 175/2012).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, κατά παραδοχή της εφέσεως και της ένδικης ανακοπής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. …../2004 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Κ. και, αφού μείωσε κατά το ποσό των 5.830 ευρώ τα αρχικώς προαφαιρεθέντα από τη συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού συνολικά έξοδα ύψους 14.651,44 ευρώ, κατέταξε στο προς διανομή υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, που επαναπροσδιόρισε λόγω της ανωτέρω μειώσεως (5.830 ευρώ) και σύμφωνα με το άρθρο 977 του ΚΠολΔ τόσο το αναιρεσείον-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ως έχον γενικό προνόμιο (για επί πλέον ποσό 1.943,34 ευρώ), όσο και την πέμπτη αναιρεσίβλητη-καθής η ανακοπή Χ.

Α. ως έχουσα ειδικό προνόμιο (για επί πλέον ποσό 3.886,70 ευρώ), οι οποίοι είχαν εξ αρχής καταταγεί. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προρρηθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης αυτής, στο ανωτέρω ποσό της μειώσεως των εξόδων (5.830 ευρώ), ως μέρος του προς διανομήν υπολοίπου του επαναπροσδιορισθέντος ως άνω πλειστηριάσματος (144.178,56 ευρώ), έπρεπε να καταταγεί αποκλειστικά και μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είχε κατά τούτο ανακόψει τον προσβαλλόμενο πίνακα, όχι δε και η πέμπτη αναιρεσίβλητη Χ.

Α., η οποία ναι μεν είχε ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως για τον ίδιο λόγο, πλην όμως δεν άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε τον λόγο αυτό ως αβάσιμο. Επομένως ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.- Σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", που ίσχυε εν προκειμένω, ο δικηγόρος, που συντάσσει και υπογράφει επιταγή προς πληρωμή, δικαιούται αμοιβή η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια των εξόδων εκτελέσεως του άρθρου 975 ΚΠολΔ.

Καθορίζεται δε αυτή κατά το κατώτατο όριο από το άνω άρθρο 127 του αυτού Κώδικα αναλόγως του είδους του εκτελούμενου τίτλου και ανέρχεται, προκειμένου περί αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου σε 25 μεταλλικές δραχμές, κάθε μία από τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, με την υπ' αριθ. 12398/1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης σε 140 δραχμές (ή 0,41 ευρώ).

Επίσης, η αμοιβή του για τη λήψη του απογράφου ανέρχεται σε 18 μεταλλικές δραχμές. Με την προσθήκη του άρθρου 23 του ν. 3790/1957 στην παρ. 1 του άρθρου 127 ορίστηκε ότι "εν πάση περιπτώσει η αμοιβή περί συντάξεως επιταγής προς πληρωμήν ουδέποτε δύναται να υπερβεί το 1/4 του ποσού της δι` ην η επιταγή οφειλής". Η ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής είναι ότι ο περιορισμός αφορά τα τιθέμενα από το άρθρο 127 ελάχιστα όρια για να προστατευθούν οι μικροοφειλέτες και δεν θέτει ανώτατο όριο αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής.

Με την έννοια αυτή, ο περιορισμός αφορά τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρό, οπότε εάν η αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής υπολογιζόταν βάσει των καθοριζομένων από το άρθρο 127, ήταν δυνατό να είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση προς την όλη οφειλή. Έτσι, η μεγαλύτερη αμοιβή δικαιολογείται στην περίπτωση δυσκολίας σύνταξης της επιταγής, ανάλογα και με το ποσό της οφειλής.

Η αμοιβή αυτή επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτελέσεως, αλλά η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί εκτελεστό τίτλο για το ελάχιστο όριο. Αν η ζητούμενη αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής υπερβαίνει το ελάχιστο όριο, εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί το δικαστήριο να μειώσει και να ακυρώσει την επιταγή κατά το υπερβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζει η διάταξη του άρθρου 98 του ν.δ. 3026/1954, που είναι η επιστημονική εργασία, η αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, ο χρόνος που καταναλώθηκε, η σπουδαιότητα της διαφοράς, οι ιδιάζουσες περιστάσεις και οι εν γένει ενέργειες.

Εάν όμως η σύνταξη επιταγής έχει δυσκολία και δικαιολογεί ποσό μεγαλύτερο του προσδιοριζόμενου από το νόμο ως ελαχίστου ορίου, η επίλυση της διαφοράς, ως προς το ύψος αυτής, θα γίνει από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή. Ο καθορισμός δε αυξημένης αμοιβής στο δικηγόρο, σε σχέση με τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ.

του άνω κώδικα, βάσει του άρθρου 98 αυτού, απόκειται στη, ρητώς αναφερόμενη στη διάταξη, κρίση τούτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι αυτή απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν τη σπουδαιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις και ενέργειες που σχετίζονται με αυτή (ΑΠ 630/2015, ΑΠ 450/2006, ΑΠ 551/2006, ΑΠ 690/2004, 1147/1984).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικά με το λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, που είχε επαναφερθεί με λόγο εφέσεως, ότι από τα προαφαιρεθέντα έξοδα ύψους 5.010,90 ευρώ (δαπάνη 1.710,90 για τέλη απογράφου και αμοιβές: 3.300 ευρώ για λήψη του απογράφου, έκδοση αντιγράφου αυτού, σύνταξη επιταγής προς πληρωμή και δαπάνη επίδοσης αυτής) ένα μόνο μέρος ήταν νόμιμο και συγκεκριμένα 111,56 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά υπερέβαινε τα ελάχιστα νόμιμα όρια, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όσον αφορά τα λοιπά κονδύλια των εξόδων και ειδικότερα αυτά που αμφισβητούνται από το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή, τα έξοδα των επισπευδόντων (5.010,90 ευρώ), αυτά, ανταποκρίνονται, κατά νόμο, στις δαπάνες που τείνουν προς το κοινό συμφέρον των μετεχόντων στη διαδικασία της εκτελέσεως δανειστών και ανάγονται στην προδικασία, τη διαδικασία της εκτελέσεως και την κατάταξη (δηλαδή 1710,90 ευρώ για τέλη απογράφου και 3.300 ευρώ για λήψη απογράφου, έκδοση αντιγράφου, σύνταξη επιταγής και επίδοση αυτής).

Είναι δε νόμιμα και σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 127). Σε κάθε δε περίπτωση, η αμοιβή συντάξεως προς επιταγή, από μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων, δεν υπερβαίνει το 1/4 του ποσού της απαίτησης που αναφέρεται στην επιταγή (άρθρο 23 ΝΔ 3790/57). Όσον αφορά δε τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή (9ου των καθών η ανακοπή), τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 2.317,61 ευρώ και επίσης αμφισβητούνται από το ανακόπτον, επειδή δεν αναλύονται και δεν αιτιολογούνται στον ανακοπτόμενο πίνακα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική αναφορά στο κονδύλιο τούτο από την υπάλληλο του πλειστηριασμού γίνεται ως εξής: "...

έξοδα του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Τ. Α. ποσού 2.317,61 ευρώ, σύμφωνα με τον πίνακα που προσαρτάται στο παρόν...". Στον προσαρτόμενο δε από 29-9-2004 πίνακα αναγράφονται αναλυτικά τα σχετικά έξοδα και οι αμοιβές του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, για τις ενέργειες και πράξεις στις οποίες προέβη οι οποίες και δεν αμφισβητούνται, κατά τα λοιπά, από το ανακόπτον.

Σε σχέση, λοιπόν, με τα πιο πάνω κονδύλια αβάσιμα παραπονείται το ανακόπτον και συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι εφέσεώς του". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 98, 127 του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (που ίσχυε εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο έγινε η κατάταξη) και 975 ΚΠολΔ, διότι από τα κατά τα ανωτέρω προσδιορισθέντα ως προαφαιρετέα έξοδα εκτελέσεως 5.010,90 ευρώ, και συγκεκριμένα από τα ποσά που αναφέρονται στις αμοιβές για λήψη του απογράφου, έκδοση αντιγράφου αυτού, σύνταξη επιταγής προς πληρωμή και δαπάνη επίδοσης αυτής (συνολικού ύψους 3.300 ευρώ), ένα μόνο μέρος αυτών ήταν νόμιμο και συγκεκριμένα:

α) 18 μεταλλικές ή 7,34 ευρώ για τη λήψη του απογράφου, β) 25 μεταλλικές ή 10,27 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή και γ) 10,27 ευρώ για τη δαπάνη επιδόσεως αυτής, συνολικά δε και για τους 4 εκτελεστούς τίτλους 111,56 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά υπερέβαινε τα ελάχιστα νόμιμα όρια. Η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αιτιολογία περιλαμβάνει ως προς το αν η σύνταξη της επιταγής είχε εν προκειμένω δυσκολία που δικαιολογούσε ποσό μεγαλύτερο του προσδιοριζόμενου από το νόμο ως ελαχίστου ορίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι βάσιμος αλλά μόνον ως προς τα ανωτέρω κονδύλια εξόδων. Κατά τα λοιπά κονδύλια (δαπάνη 1.710,90 για τέλη απογράφου και έξοδα δικαστικού επιμελητή 2.317,61 ευρώ) ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων, και ειδικότερα για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το πραγματικό ύψος των δαπανών αυτών, χωρίς περαιτέρω να αποδίδεται άλλη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς μεν το κεφάλαιο που αφορά στον πρώτο λόγο της ανακοπής πλήρως, ως προς δε το κεφάλαιο που αφορά στο δεύτερο λόγο εν μέρει κατά τις διακρίσεις που έγιναν ανωτέρω.

Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους, στα όρια όμως του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 59/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ