1518/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1518/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αρχή... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και θα προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, το άρθρο 14 § 1 εδ. α’ του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από...
Full text
Απόφαση 1518 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1518/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από την Δήμαρχό του Μ. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4) α. Ε. Ά. Α. του Β., β. Έ. - Α. Α. του Ε. Ά., γ. Β. - Γ. Α. του Ε. Ά. και δ. Α. Α. του Ε. Ά., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Β. συζύγου Ε. Ά. Α., 5) Ζ. συζύγου Α. Σ., κατοίκου ..., 6) Α. Β. Κ., κατοίκου ..., 7) Φ. συζύγου Π. Κ., κατοίκου ..., 8) Β. Π. Κ., κατοίκου ..., 9) Μ. Π. Κ., κατοίκου ..., 10) Ν. Β. Κ., κατοίκου ..., 11) Α. Β. Κ., κατοίκου ..., 12) Α. Ν. Κ., κατοίκου ... και 13) Α. Μ. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3148/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2052/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 15-9-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576παρ.2,568παρ.1 και 498παρ.1ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Από το συνδυασμό, εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 575,226παρ.4εδ.α,γ και δ και 568 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως, ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε, συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευση του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.
Περαιτέρω, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κωδικός των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις...". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης από 6-9-2013 αίτησης αναίρεσης, που νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 3-3-2015 κλήση του αναιρεσείοντος Δήμου, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο ,κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο(27-3-2017),οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τις .../10-10-2014 και .../11-5-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Τ., η πρώτη και της δικαστικής επιμελήτρια του ίδιου Πρωτοδικείου, Σ. Ν., η δεύτερη, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ,ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτού, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της ανωτέρω κλήσης προς συζήτηση(μετά τη ματαίωση της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου της 26-1-2015) για τη δικάσιμο της 22-11-2015 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Ν.
Κ., που τους είχε εκπροσωπήσει στο Εφετείο Αθηνών, κατά την τελευταία ,στις 18-1-2011,συζήτηση της υπόθεσης. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, η υπόθεση αναβλήθηκε, με εκπροσωπούμενους τους αναιρεσίβλητους από τον ίδιο δικηγόρο, για την δικάσιμο της 26-9-2016,οπότε και πάλι, εκπροσωπουμένων των αναιρεσιβλήτων από τον ίδιο δικηγόρο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.4 εδάφ. γ’ του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δ" αυτή του αρθρ. 95 παρ.5 του Συντ. "Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει... Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". Σε εκτέλεση της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο ν.3068/2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται, χωρίς καθυστέρηση, προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και, ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν.3301/2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν.3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ’ - ζ’ της § 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ.
του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του, κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (Ανακοίνωση Υπ.
Εξωτ. .../7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 § 3 αυτού ορίζει ότι: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ...
αρχή... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και θα προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, το άρθρο 14 § 1 εδ. α’ του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από...
δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣ-ΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974), καθώς και με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.
Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δραστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της (ΟλΑΠ 21/2001).
Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους τίτλους που μπορούν να εκτελεστούν κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και οι διαταγές πληρωμής, αφού, ναι μεν αυτές εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθού, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ’ ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ’ ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όσο και ως προς την απαίτηση.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 20 ν.3301/04 κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ’ αυτήν εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος, και των Διεθνών Συμφώνων (ΑΠ 2347/2009) και επομένως είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ. (ΑΠ369/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, και ΟΛ ΑΠ 4/2005).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 20 του ν.3301/2004 (και όχι 2001, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρει).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ως αντισυνταγματική την άνω διάταξη, απορρίπτοντας σχετικό λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος, τον οποίο επανέφερε με την έφεση του περί μη νόμιμης έκδοσης σε βάρος του της ανακοπτόμενης .../2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη απόρριψη του λόγου ανακοπής του, επαναφερθέντα επίσης με λόγο έφεσης κατά της ίδιας ως άνω διαταγής πληρωμής περί έλλειψης δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία υποστηρίζει, ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον πρόκειται περί αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης που προέκυψε από Πράξη Τακτοποίησης-Προσκύρωσης και Αναλογισμού.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει δικαστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της 1077/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι καθών, ήδη αναιρεσίβλητοι, αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης ακινήτου συνιδιοκτησίας τους και της 7330/2006 του Εφετείου Αθηνών, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης.
Επομένως, η υποκείμενη σχέση από την οποία προέρχεται η επιδικασθείσα με την εν λόγω διαταγή πληρωμής απαίτηση, υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία έχει επιφυλαχθεί (άρθ.94 παρ.3,17 παρ.4 του Συντάγματος, 19, 20 21και 26παρ.2,11και12 του Ν2882/2001) η δικαιοδοσία του προσδιορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης καθώς και της αναγνώρισης των δικαιούχων αυτής (ΑΠ1037/2009).
Κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν. 2882/ 2001: α) Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ.1). β) Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2).
γ) Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6). δ) Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ’ αυτού κτισμάτων, κατέστη δε το Μονομελές Πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (Ολ.ΑΠ7/2013, 9/1989).Το δεδικασμένο αυτό, αποκλείει την προβολή στη μεταγενέστερη δίκη, για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημίωσης (στην περίπτωση που αυτή δεν έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) ,του ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τόσο όταν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε στη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων, όσο και όταν προβλήθηκε και απορρίφθηκε.
Αντίθετα, από την απόφαση αυτή, που παρεμπιπτόντως έκρινε για την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν δημιουργείται δεδικασμένο ως προς την κυριότητα, σε άλλη δίκη, άσχετη με την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του ακινήτου αυτού, στην οποία ανακύπτει το θέμα της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος(Ολ.ΑΠ607/1976,ΑΠ 1459/2003,436/1994).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ,αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο(ΟλΑΠ2/2001). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.16 εδ. α ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται, αν το δικαστήριο ,κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου ερεύνησε περί της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού(ΑΠ678/2016).Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.17ΚΠολΔ,δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της ,έτσι ώστε να καθίσταται ,εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου(ΑΠ812/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, με μέρος του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, 1) κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.14 και 16α(και όχι και 1)ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, τον οποίον επανέφερε με λόγο έφεσης, περί ύπαρξης κυριότητας του στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, δεχόμενο ότι ο λόγος αυτός εμποδίζεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων και 2) κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.17 ΚΠολΔ, διότι στο σκεπτικό της δέχθηκε αντιφατικά με την προηγούμενη παραδοχή της ,ότι το δεδικασμένο από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης ,δεν εμποδίζει τον διάδικο που μετείχε στην δίκη αυτή ή και τρίτο να προβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του σε άλλη δίκη.
Ο ανωτέρω λόγος ,ως προς την με αριθμό 1 αιτίαση είναι αβάσιμος, εφόσον ορθά το Εφετείο έκρινε ότι ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής του αναγνωρισθέντος με την αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,(βάσει και της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής) υπόχρεου αναιρεσείοντος στην καταβολή αυτής στους αναγνωρισθέντες με την ίδια απόφαση δικαιούχους αναιρεσίβλητους, είναι απαράδεκτος ,στην επί της διαταγής πληρωμής δίκη με την οποία οι τελευταίοι επιδιώκουν την καταβολή αυτής, εφόσον αποκλείεται από το δεδικασμένο της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων.
Ο ίδιος λόγος ,ως προς την με αριθμό 2 αιτίαση είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά σε αντίφαση του διατακτικού της και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 559 αριθμ.17 ΚΠολΔ πλημμελεια. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ασάφεια υφίσταται από την αναφερόμενη στην μείζονα σκέψη της απόφασης (ορθή) παραδοχή του Εφετείου περί μη ύπαρξης δεδικασμένου για την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, σε άλλη, άσχετη με την καταβολή αυτής ,δίκη.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ’ αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ25/2003). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.8 και 20ΚΠολΔ/πλήττει την επάλληλη αιτιολογία με την οποία το Εφετείο απέρριψε και ως αβάσιμο τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής περί ιδίας κυριότητας του αναίρεσε ιόντος, με την παραδοχή, ότι: "Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο προηγούμενος ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) παραδεκτά προτείνεται στην παρούσα δίκη, ως λόγος ανακοπής......αυτός θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος....", είναι αλυσιτελής, εφόσον με την μη πληττόμενη αποτελεσματικά κύρια αιτιολογία του Εφετείου με την οποία ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν απαράδεκτος, στηρίζεται αυτοτελώς το απορριπτικό του λόγου αυτού, πόρισμα.
Έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ,Δ., η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ. χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 369/2008, 980/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τον επαναφερθέντα με την έφεση του αναιρεσείοντος προβληθέντα λόγο της ανακοπής του περί παραγραφής του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ότι: "Ο ισχυρισμός περί παραγραφής δεν είχε προταθεί στην περί οριστικού προσδιορισμού δίκη, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.7330/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ προτάθηκε και απορρίφθηκε, κατ’ ουσία, στις δίκες του προσωρινού προσδιορισμού,(βλ.
απόφαση υπ’ αριθμ. 1690/05 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), και της αναγνώρισης δικαιούχων, (βλ. ανέκκλητη απόφαση υπ’ αριθμ. 1077/06, επίσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επομένως, για την απόρριψη του υπάρχει δεδικασμένο, που δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο και η πρόταση του στην παρούσα δίκη είναι απαράδεκτη".
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.20 και 14 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του, στις οποίες περιεχόταν η ένσταση παραγραφής, με το να δεχθεί το αντίθετο και έτσι οδηγήθηκε στην απόρριψη ως απαράδεκτης αυτής.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι επί του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος, είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης και όχι αποδεικτικό, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του να ιδρύει τον από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι και αλυσιτελής, εφόσον η παραδοχή της προσβαλλόμενης περί απαραδέκτου της σχετικής ένστασης στηρίζεται και στο δεδικασμένο από την προβολή και απόρριψης της στη δίκη της αναγνώρισης των αναιρεσιβλήτων ως δικαιούχων της αποζημίωσης, η οποία και δεν πλήττεται με αναιρετικό λόγο.
Περαιτέρω, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19, 8, 9, 11 και 20 ΚΠολΔ, πλήττει την επάλληλη αιτιολογία με την οποία το Εφετείο απέρριψε και ως αβάσιμο κατ’ ουσία τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής περί παραγραφής με την παραδοχή, ότι: "Σε κάθε περίπτωση όμως...
η ανωτέρω παραγραφή του δικαιώματος των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης, που τους οφείλεται από την επίδικη απαλλοτρίωση, δεν έχει συμπληρωθεί και ο σχετικός λόγος της ανακοπής του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) αποβαίνει, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος", είναι αλυσιτελής, εφόσον με την μη πληττόμενη αποτελεσματικά κύρια αιτιολογία του Εφετείου με την οποία ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν απαράδεκτος, στηρίζεται αυτοτελώς το απορριπτικό του λόγου αυτού, πόρισμα.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση για τυπικό λόγο, όπως είναι η απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων ή μη νομίμων (Ολ.ΑΠ3/1997,ΑΠ678/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τον επαναφερθέντα με την έφεση του αναιρεσείοντος προβληθέντα λόγο της ανακοπής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, κατ’ άρθρο 281ΑΚ, για την διεκδίκηση της αποζημίωσης, ότι: "Η ένσταση αυτή καλύπτεται από το δεδικασμένο της απόφασης υπ’ αριθμ. 1077/06 του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώριση των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ως δικαιούχων της επίδικης αποζημίωσης και για το λόγο αυτό ορθά απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, από την εκκαλούμενη...
ανεξαρτήτως και του ότι υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, δηλαδή μόνο με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς οι δικαιούχοι, καθ’ ών η ανακοπή - εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι), να ασκήσουν το δικαίωμα τους, η εν λόγω ένσταση δεν στοιχειοθετείται και αποβαίνει απορριπτέα ως μη νόμιμη". Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, μέμφεται το Εφετείο, ως προς την ανωτέρω παραδοχή του διότι:
α) "στερείται επαρκούς αιτιολογίας και κατά συνέπεια δεν έχει νόμιμη βάση", επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (και όχι 1) ΚΠολΔ και β)εσφαλμένα και μη νόμιμα δέχθηκε ότι η ένσταση του περί καταχρηστικής άσκησης(και όχι περί παραγραφής, όπως από παραδρομή αναφέρει) καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ’ αριθμ. 1077/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ δεν καλύπτεται, αφού η ένσταση είναι νόμιμη και βάσιμη, επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ.
Ο άνω λόγος, ως προς την υπό στοιχείο α αιτίαση είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν διετύπωσε σχετικώς αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη και (με επάλληλη αιτιολογία) ως μη νόμιμη. Επίσης απαράδεκτος είναι και ως προς την υπό στοιχείο β αιτίαση, καθό μέρος πλήττει την απόρριψη της εν λόγω ένστασης ως μη νόμιμης, συνεπεία της επικαλούμενης παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, λόγω αοριστίας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποιο είναι το νομικό σφάλμα στην ερμηνεία και εφαρμογή αυτής στην οποίο υπέπεσε το Εφετείο (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Κατά το μέρος δε που με την ίδια αιτίαση ο αναιρεσείων πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης της ίδιας ένστασης ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, είναι αλυσιτελής, εφόσον με την μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία του Εφετείου με την οποία ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν μη νόμιμος ,στηρίζεται αυτοτελώς το απορριπτικό του λόγου αυτού, πόρισμα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Δήμου ... για αναίρεση της 2052/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ