Legislator Case Law & Legislation
1518/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on land area by rejecting claim of res judicata regarding that specific extent.

Case Number 1518/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially revoked the Second Instance Court's decision regarding the disputed land area of 944.62 square meters. The appellants argued that a prior judgment established the non-existence of this specific land extent, yet the lower court had accepted this as a matter of res judicata. The Court ruled that because the appellants failed to raise this specific claim before the Second Instance Court, the res judicata exception did not apply to that portion of the dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(16) of the Code of Civil Procedure; A claim based on res judicata under Article 559(16) is inadmissible if the party did not assert the existence or non-existence of the prior judgment before the court of first instance.

Keywords

AI generated
res judicata appeal grounds procedural admissibility land area dispute second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3696/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 1054/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουνίου 1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/1991 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 377/1993 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1397/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο μετά την εκδίκαση της οποίας εκδόθηκε η 1809/1998 μη οριστική απόφαση και η 1691/2000 οριστική. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 361/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εκ νέου η ανωτέρω απόφαση και παραπέμφθηκε εκ νέου την υπόθεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ύστερα από την εκδίκαση της οποίας εκδόθηκε η 1129/2002 μη οριστική και 139/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 29 Μαρτίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 3 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
AP 1534/2009
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding res judicata and jurisdictional errors in water flow disputes.
AP 1720/2008
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding statute of limitations and document interpretation.
AP 1139/1985
AP 1002/2005
AP 1720/2009
Supreme Court dismisses appeal on res judicata and inadmissible arguments regarding property ownership.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Α. Κ., 2) Α. Τ. του Α., 3) Α. Τ. του Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Τ., που απεβίωσε στις 28-7-2008, 4) Χ. Τ. του Α., 5) Σ. συζύγου Α. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Παρέδρου Νομικού Συμβουλίου του Κράτους , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή των αρχικώς εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, Α. Τ. του Α. που απεβίωσε στις 28-7-2008, Χ. Τ. του Α. και Σ. συζύγου Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19556/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2598/2007 προδικαστική, 2173/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους, καθώς και με το από 21-12-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1135/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμό 16 ΚΠολΔ της 194/15-6-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21-12-2010 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2173/30-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 14 Σεπτεμβρίου 2012 κλήση των καλούντων, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου επί της οποίας εκδόθηκε η 7/2013 απόφαση αυτής, η οποία δέχεται τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τρίτο λόγο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αίτησης των Α.

Τ. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2173/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η υπόθεση επανέρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 6 Ιουνίου 2013 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 194/15-6-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2173/30-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-6-2013 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση,(με αριθμ. καταθ 194/15-6-09) αίτηση με τους παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη ου άρθρου 569 παρ 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες (με αριθμ. καταθ 243/21-12-10) και προς το αναιρεσίβλητο επιδοθέντες (Ολ ΑΠ 33/96) προσθέτους λόγους αναίρεσης της 2173/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση επ αυτής αφενός της 1135/2012 απόφασης του τμήματος αυτού με την οποία απορρίφθηκε ωε αβάσιμος ο πρώτος από το αρθ 559 αρ 14 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης και παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου " η διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ 16 ΚΠολΔ" και αφετέρου της 7/2013 απόφασης της τελευταίας (Ολομέλειας)με την οποία, αφού κρίθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπεφθείς ενώπιον της ως άνω λόγος, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο τμήμα αυτό προς έρευνα των διαλαμβανομένων στο κύριο και πρόσθετο δικόγραφο λοιπών (μη ερευνηθεισών) αναιρετικών αιτιάσεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ 11ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (α) τις καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Π. και Σ. Λ. γ) την έκθεση του ορισθέντος πραγματογνώμονος Γ. Ζ. και δ) την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Α. Π.. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, με ειδική αναφορά και αξιολόγηση εκάστου τούτων εκτίμηση σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η κατά τα λοιπά σκέλη περαιτέρω αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετα, αναφορικά με τη (μη) συνδρομή του τεκμηρίου ωφελείας, πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ αναιρετική αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 933/2014, 609/2013, 1127/2013).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίας ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013,ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013,ΑΠ 568/2013, 1258/13).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την φαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13).

Με τους τέταρτο, πέμπτο κυρίους και πρώτο, δεύτερο και τέταρτο προσθέτους λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 33 παρ 1 ν. 2971/2001, 1 παρ 1,3 και 4 του ν 653/1997 και 1 εδαφ.

α' του από 20-3-52 πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της από 4-11-50 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) απέρριψε κατ' αποδοχή της ασκηθείσας από το αναιρεσίβλητο έφεσης κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης (19556/2006 Πολ. Πρωτ. Θεσ/νίκης), την κατά του αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων θεμελιουμένη αγωγή τους, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις, την έλλειψη συνδρομής της απαραίτητης για την κατάφαση της επικαλουμένης ανατροπής του από τις εν λόγω διατάξεις προβλεπομένου μαχητού τεκμηρίου, προϋπόθεσης της ανυπαρξίας ωφελείας για το εκτός απαλλοτριώσεως εναπομείναν τμήμα του ακινήτου τους, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αντίθετη κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθ 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο παραπάνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 2801/Φ501/24.6.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 615/18.7.1997^ ΦΕΚ τεύχος Δ', κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση -διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών στο τμήμα από κόμβο Λαγκαδά έως κόμβο Δερβενίου, με την κατασκευή παραλλαγής τμήματος του αριστερού παράπλευρου (XΘ 3+ 006 έως ΧΘ 3+ 461) για συνολική έκταση 11.545,78τ.μ, όπως αυτή εικονίζεται στο από 11.12.1996 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που έχει συντάξει ο τοπογράφος-μηχανικός Γ.

Π. και έχει θεωρήσει στις 26.2.1997 ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων (ΔΣΕ) τέως 3ης Π.Υ.Δ.Ε πολιτικός μηχανικός Δ. Γ.. Με την απαλλοτρίωση αυτή, που κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του Ν 653/1977 όπως ισχύει, και χαρακτηρίσθηκε ως κατεπείγουσα, μεταξύ των άλλων ιδιοκτησιών απαλλοτριώθηκε και η ιδιοκτησία που στον ως άνω κτηματολογικό πίνακα φέρεται με αύξοντα αριθμό κτηματογράφησης ΚΠ 2 και με ιδιοκτήτες "Κληρονόμους Τ.".

Επίσης ως εμφαίνεται στον εν λόγω κτηματολογικό πίνακα από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 5.815,69 τ.μ. και θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη έκταση 3.699,65 τ.μ. Μετά τη σύνταξη και θεώρηση των ανωτέρω κτηματολογικών εγγράφων, προς ολοκλήρωση της κτηματογράφησης, ορίσθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5245/Φ.501.02.12.1997 απόφασης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Θεσσαλονίκης, ως Κτηματογραφούσα Μηχανικός, η Κ.

Σ., αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός της ΔΕΚΕ/Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ανατέθηκε σ' αυτήν ο έλεγχος, διόρθωση και συμπλήρωση του ως άνω Κτηματολογικού Διαγράμματος και Πίνακα, αναφορικά με το αρχικό εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, το σχήμα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς και την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά των πριν και μετά την απαλλοτρίωση.

Η ως άνω μηχανικός άρχισε τη διαδικασία κτηματογράφησης καλώντας τους ενδιαφερόμενους - φερόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριουμένων ακινήτων να προσκομίσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας και τοπογραφικά διαγράμματος. Kαι ενώ η εν λόγω διαδικασία ολοκληρώθηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των άλλων ιδιοκτητών οι οποίοι προσκόμισαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, ( δεν ολοκληρώθηκε για το επίδικο ΚΠ 2, καθόσον οι ενάγοντες προσκόμισαν μόνο το υπ' αριθ.

πρωτ. 1071/30.9.1998 πιστοποιητικό κυριότητας του Προέδρου της Κοινότητας Λητής-Θεσσαλονίκης, χωρίς να συνοδεύεται από το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Ας σημειωθεί δε ότι, στο ανωτέρω πιστοποιητικό που μετ' επικλήσεως προσκομίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αναφέρεται ότι, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, δυνάμει άτυπης παραχώρησης από τη μητέρα των Α.

συζ. Τ., είχαν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επιδίκου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 6.000τ.μ κείμενο στη θέση "..." Δερβανίου, συνορευόμενο ανατολικά με ακίνητο της Εκκλησίας ..., δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Α. Τ., βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Μ.. Κατά το έτος 2003, και ενώ κατά τα παρακάτω αναφερόμενα είχε τελεσιδίκως προσδιορισθεί η οριστική για το απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας ΚΠ 2 και η ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα εκτός απαλλοτριώσεως έκταση, οι ενάγοντες προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία κτηματογράφησης, προσκόμισαν στην ως άνω Κτηματογραφούσα μηχανικό νέο πιστοποιητικό προς απόδειξη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της ιδιοκτησίας των ΚΠ 2 και δη το υπ' αριθ. 1148/28.2.2003 του Δήμου Μυγδονίας (Λητή) Ν.

Θεσσαλονίκης συνοδευόμενο από τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου -μηχανικού Α. Π.. Σημειωτέο δε ότι, το πιστοποιητικό αυτό, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, διαφοροποιείται από το προηγούμενο (υπ' αριθ. πρωτ. 1071/30 .9 .1998) , τόσο ως προς το εμβαδόν όσο και ως προς τα σύνορα του επίδικου ακίνητου.

Ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτό ότι το επίδικο αγροτεμάχιο έχει έκταση 13.899 τ.μ. (αντί των ως άνω 6.000 τ.μ) και συνορεύεται βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Τ. και με διάφορες μικρές ιδιοκτησίες Β., Σ. κλπ, (αντί με δρόμο κατά τα ως άνω αναφερόμενα), νότια με αγρό ιδιοκτησίας Π. Π., ανατολικά με ... και αγρό ιδιοκτησίας Ιερού Ναού ...

ΛΗΤΗΣ και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Α. Τ.. Με βάση τα στοιχεία αυτά η προαναφερόμενη Kτηματoγραφούσα ολοκλήρωσε και για το ΚΠ 2 την κτηματογράφηση και συνέταξε τον κτηματολογικό πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα που θεωρήθηκαν στις 3.4.2003 από τη Διευθύντρια ΔΕΚΕ - πολιτικό μηχανικό Π. Μ.. Όπως προκύπτει δε, από τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα για τον αγρό ΚΠ 2 με φερόμενους ιδιοκτήτες τους ενάγοντες, καταγράφεται :

α) η απαλλοτριούμενη έκταση με εμβαδό 7.672,44 τ.μ., β) η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση, κατανεμημένη σε δύο τμήματα με εμβαδό 5.293,39 τ.μ και 944,62 τ.μ αντιστοίχως, (ήτοι συνολικά 6238,01τ.μ), γ) η αυτοαποζημιούμενη έκταση κατανεμημένη σε δύο τμήμα με εμβαδό 2.398,71 τ.μ (αντιστοιχούσα στην ως άνω εναπομείνασα έκταση των 5.293,39τ.μ) και με εμβαδό 472,31 τ.μ. (αντιστοιχούσα στην ως άνω εναπομείνασα έκταση των 944,62 τμ) και δ) η υποχρέωση της ιδιοκτησίας ΚΠ 2 ως. ...ωφελούμενη παρόδια προς αποζημίωση για την έκταση 247,99 τ.μ.

του ΚΠ 1, αντιστοιχούσα στην εναπομείνασα έκταση των 5.293,39τ.μ. Εκ των ανωτέρω στοιχείων αθροίζοντας" την απαλλοτριούμενη έκταση και την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προκύπτει ότι ο αγρός ΚΠ 2 καταγράφηκε στον εν λόγω κτηματολογικό πίνακα με αρχικό εμβαδό 13.910,45 τ.μ (7.672,44 + 5.293,39 + 944,62 = 13.910,45 τ.μ) . Πάντα ταύτα προκύπτουν από τα έγγραφα που μετ' επικλήσεως προσκομίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ήτοι α) την από 1.4.2003 Έκθεση Κτηματογράφησης της ως άνω Κτηματογραφούσας μηχανικού Κ.

Σ. θεωρηθείσα στις 3.4.2003 από τη Διευθύντρια ΔΕΚΕ/Π.Κ.Μ Π. Μ., β) τον από 3.4.2003 Κτηματολογικό Πίνακα και το από 3.4.2003 Κτηματολογικό Διάγραμμα που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω μηχανικό και θεωρήθηκε από την προαναφερόμενη Διευθύντρια, γ) την από 24.2.2004 Έκθεση-Απάντηση της ως άνω μηχανικού Κ. Σ., και δ) το υπ' αριθμ.

πρωτ. 3641/4-11-2004 έγγραφο της Δ.Ε.Κ.Ε. Άλλωστε τα ως άνω στοιχεία της τελικής κτηματογράφησης, επιβεβαιώνονται και από τις με ημερομηνία 10 .11.2005 και 12.5.2008 τεχνικές εκθέσεις του Α. Π., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, που συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση των εφεσιβλήτων-εναγόντων τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται.

Όμως προτού να ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση και να συνταχθούν τα προαναφερθέντα κτηματολογικά έγγραφα που καθόριζαν επακριβώς τα προειρημένα στοιχεία του επίδικου ακίνητου ΚΠ 2, προσδιορίστηκε γι' αυτό δικαστικώς η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση, με βάση τον αρχικό από 11.12.1996 (θεωρηθέν στις 26.2.1997) κτηματολογικό πίνακα και το συνοδεύον αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα.

Τούτο είχε ως συνέπεια να διεξαχθούν οι σχετικές δίκες με μη επακριβή στοιχεία του επιδίκου ΚΠ 2 και μάλιστα τόσο στα δικόγραφα των εναγόντων όσο και στις αποφάσεις, όπως μνημονεύονται παρακάτω, υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση αναφορικά με το εμβαδόν του αρχικού πριν από την απαλλοτρίωση ακινήτου ΚΠ 2 του απαλλοτριούμενου τμήματος αυτού και του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του.

Ας σημειωθεί δε ότι, στην παρούσα δίκη κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο, προκειμένου να ερευνηθεί το προδικαστικό ζήτημα του τεκμηρίου ωφέλειας είναι το εμβαδόν, η φύση και η θέση της εναπομείνασας εκτός απαλλοτριώσεως έκτασης που με ισχύ δεδικασμένου προσδιορίσθηκε από δικαστική απόφαση. Ειδικότερα α) Η υπ' αριθμ. 25189/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνεκδικάζοντας την υπ' αριθ.

καταθ. 3418/28.1.1999 αίτηση του ήδη εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και την ανταίτηση των ήδη εναγόντων-εφεσιβλήτων, καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση του επίδικου ακινήτου ΚΠ 2, χωρίς όμως να προσδιορίσει το εμβαδόν αυτής, στο ποσό των 37.000 δραχμών ανά τ.

μ, ενώ προσδιορίζοντας το εμβαδόν του τμήματος που απέμεινε, εκτός της απαλλοτρίωσης σε 1.684 τ.μ. καθόρισε προσωρινά τη μείωση της αξίας τούτου σε ποσοστό 30%. β) Οι ενάγοντες στην από 27.3.2000 (με αρθ. έκθ. καταθ. 1285/28.3.2000) αίτηση που άσκησαν μαζί με άλλους φερόμενους ιδιοκτήτες, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διώκοντας την οριστική αποζημίωση και ιδιαίτερη αποζημίωση, διατεινόμενοι ότι, το επίδικο ακίνητο με αριθμό κτηματογράφηση ΚΠ 2 ανήκει στη συγκυριότητα των κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, προσδιόρισαν το αρχικό συνολικό εμβαδόν του, σε 6.400τ.μ., το απαλλοτριούμενο τμήμα αυτού σε 5.815,69 τ.μ και το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα σε 84 τ.μ.

Όμως με τις από 22.10.2001 προτάσεις των, που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου τούτου στις 24.10.2001 (ήτοι, μετά τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως των, που έλαβε χώρα στη δικάσιμο της 22.10.2001), προσδιόρισαν το αρχικό συνολικό εμβαδόν του επιδίκου σε 7.500τ. μ, το απαλλοτριούμενο τμήμα σε 5.185, 69 τ.μ, και το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα σε 1.684, 31 τ.μ.

γ) Η υπ' αρθ. 27/2002 απόφαση του Εφετείου τούτου, που συνεκδίκασε την ως άνω αίτηση με την αντίθετη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου τμήματος στο ποσό των 40.000 δραχμών ανά τ.μ, και την ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 70% επί της ως άνω καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως, προσδιόρισε το αρχικό εμβαδόν που είχε το ακίνητο ΚΠ 2 πριν από την απαλλοτρίωση σε 7 500 τ.μ, το απαλλοτριούμενο τμήμα αυτού σε 5.185, 69 τ.μ, και το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα σε 1.684,31 τ.μ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και τη σύνταξη του από 3.4.2003 κτηματολογικού πίνακα, συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο 8.4.2003, η υπ' αρθ. καταθ. 39522/8.11.2002 αίτηση των εναγόντων-εκκαλούντων με αντικείμενο την αναγνώριση των ως δικαιούχων της προαναφερόμενης αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την υπ' αριθ. 27/2002 απόφαση του Εφετείου τούτου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο προσδιόρισε την αρχική πριν από την απαλλοτρίωση έκταση του επιδίκου ΚΠ 2 σε 12.965,83 τ.μ, το απαλλοτριούμενο τμήμα σε 7.672,44 τμ, και το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα σε 5.293,39 τμ, και στη συνέχεια αναγνώρισε τους ενάγοντες (τότε αιτούντες) δικαιούχους κατά ποσοστό 1/3 τον καθένα της καθορισθείσας με την ως άνω υπ' αρθ. 27/2002 απόφαση του Εφετείου τούτου, οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα, εμβαδού 7.672,44τ μ και της αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος εμβαδού 5.293,39 τμ σε ποσοστό 70% της αξίας του.

Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου των δύο ως άνω αποφάσεων, ήτοι της ως άνω υπ' αρθ. 27/2002 απόφασης του Εφετείου τούτου και της υπ' αριθ. 18302/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι πρόδηλο ότι, με την τελευταία αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες δικαιούχοι της οριστικής αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης που καθορίσθηκαν με την εφετειακή απόφαση για πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις απ' αυτές που προσδιόρισε η τελευταία.

Επίσης από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της εν λόγω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του περιεχομένου του ως άνω από 3.4.2003 κτηματολογικού πίνακα, προκύπτει ότι, ενώ το απαλλοτριούμενο τμήμα, προσδιορίζεται με το ίδιο εμβαδόν των 7.672,44 τ.μ, υπάρχει διαφοροποίηση ως προς το εμβαδό της εναπομείνασας εκτός απαλλοτριώσεως έκτασης, καθόσον στην μεν απόφαση προσδιορίζεται σε 5.293,39τ .μ, στο δε κτηματολογικό πίνακα κατανέμεται σε δύο τμήματα, εμβαδού 5.293,39 τ.μ και 944,62 τ.μ, αντίστοιχα.

Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημιώσεως της επίδικης απαλλοτρίωσης, ανεξαρτήτως του αναγνώρισε τους ενάγοντες δικαιούχους της αποζημίωσης για μεγαλύτερες εκτάσεις από εκείνες που προσδιορίσθηκαν με την ως άνω εφετειακή απόφαση και του εάν εκ παραδρομής παρέλειψε το δεύτερο τμήμα των 944,62 /τ.μ της εναπομείνασας έκτασης που καταγράφεται στον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα ή κατ' ελεύθερη εκτίμηση των αναγραφομένων στα στοιχεία της κτηματογράφησης προσδιόρισε το εμβαδόν αυτής σε 5.293,39τ.μ, παράγει δεδικασμένο και για την παρούσα δίκη και κατά συνέπεια το παρόν Δικαστήριο, που λαμβάνει υπόψη τούτο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ), δεσμεύεται και οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεως του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, και έτσι να ερευνήσει μόνο την ωφέλεια ή μη της ως άνω εναπομείνασα έκτασης εμβαδού 5.293,39 τμ, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση, ήτοι τη συνδρομή ή μη του τεκμηρίου ωφέλειας για την ως άνω έκταση.

Ενόψει τούτων απαραδέκτως με την ένδικη αγωγή διώκεται και η καταψήφιση της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στην αυτοαποζημίωση της εναπομείνασας έκτασης των 944,62τ.μ, καθόσον τούτο προσκρούει στο δεδικασμένο της ως άνω υπ' αριθ. 18302/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία προσδιορίσθηκε η εναπομείνασα εκτός απαλλοτριώσεως έκταση μόνο στο ένα από τα δύο αναφερόμενα στον Κτηματολογικό Πίνακα τμήματα και δη σε εκείνο που έχει εμβαδόν 5.293,39 τ.μ.

Αναφορικά λοιπόν με το ως άνω κρίσιμο και ουσιώδες θέμα που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, και προϋπόθεση για τη διάγνωση του αιτήματος καταβολής της αποζημίωσης για τη αντιστοιχούσα σ' αυτήν αυτοαποζημιούμενη που καταγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την επίμαχη απαλλοτρίωση κατασκευάσθηκε δευτερεύουσα οδός παράπλευρος της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης -Σερρών-Καβάλας προς σύνδεση αυτής με την Δημοτικό Διαμέρισμα Λητής. Η Εθνική Οδός αποτελεί τηνμοναδική είσοδο της πόλης της Θεσσαλονίκης και διαμέσου του Δερβενίου διέρχονται όλα τα σχήματα με κατεύθυνση από και προς την υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, τις χώρες των Βαλκανίων, την Τουρκία και τις ανατολικές χώρες της Ευρώπης.

Η οδός αυτή που σε πολλά σημεία της είναι υπερυψωμένη από το έδαφος, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος με προστατευτικά στηθαία και οι εκατέρωθεν αυτής ιδιοκτησίες δεν έχουν δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σ'•' αυτήν. Στα ακίνητα που βρίσκονται εκατέρωθεν και κατά μήκος αυτής, υπάρχουν εμπορικές επιχειρήσεις, βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και εν γένει η γειτνιάζουσα με την εν λόγω οδό περιοχή που είναι εγγύτερη προς τη Θεσσαλονίκη εμφανίζει εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η περιοχή στην οποία κατασκευάσθηκε η επίμαχη παράπλευρη οδός, απέχει αρκετά από την ως άνω Εθνική Οδό και είναι απομακρυσμένη από οικισμούς. Προ της επίμαχης απαλλοτρίωσης, η περιοχή αυτή είχε γεωργικό χαρακτήρα και παρόλο που τα ακίνητα αυτής προοριζόταν για γεωργική εκμετάλλευση, η ορεινή διαμόρφωση της περιοχής δεν έδινε την ευχέρεια ούτε και τακτικής γεωργικής εκμετάλλευσης τούτων.

Άλλωστε η μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι πριν την κατασκευή της παράπλευρης οδού, η εν λόγω περιοχή ήταν βουνό, αμφιβάλλοντας και για τη γεωργική χρήση της. Ανεξαρτήτως, δε της τυχόν αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των ευρισκομένων στην εν λόγω περιοχή ακινήτων κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις περί ακινήτων εκτός σχεδίου πόλεως, η δυνατότητα δευτερεύουσας χρήσης για ανοικοδόμηση και εμπορική εκμετάλλευση τούτων ήταν πολύ περιορισμένη, λόγω του ότι η περιοχή αυτή ήταν απομακρυσμένη από την Εθνική Οδό και δεν υπήρχε δυνατότητα απευθείας πρόσβασης τις παράπλευρους οδούς αυτής.

Η κατασκευασθείσα με την επίμαχη απαλλοτρίωση, ως άνω παράπλευρος οδός, ως απεικονίζεται και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, απέχει αρκετά από την ως άνω Εθνική Οδό και είναι ασφαλτοστρωμένη διπλής κατευθύνσεως, ενώ δεν είναι κλειστή, ήτοι περιφραγμένη, και η υπάρχουσα υψομετρική διαφορά με τα εφαπτόμενα σ' αυτήν ακίνητα που βρίσκονται κατά μήκος της, είναι τέτοια που δεν δυσχεραίνει την απευθείας πρόσβαση σ' αυτήν.

Στην εν λόγω παράπλευρο οδό υπάρχουν δύο λεωφορειακές γραμμές όπου κινούνται δύο αστικά λεωφορεία του ΟΑΣΘ, και ένα εξ αυτών με αριθμό 83 απεικονίζεται διερχόμενο απ' αυτήν στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ευμεγέθη φωτογραφία.. Η κατασκευή της οδού αυτής έχει μεταβάλλει την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής, καθόσον δι' αυτής διέρχονται οχήματα παντός είδους και η κίνηση σ' αυτήν είναι ασφαλέστερη και ταχύτερη, στοιχεία που είναι επωφελή για τους ιδιοκτήτες των εφαπτόμενων αλλά και.

των γειτνιαζόντων μ' αυτήν ακινήτων, αφού εξυπηρετείται πλέον η οποιαδήποτε χρήση των ακινήτων, ενώ η υπάρχουσα αστική συγκοινωνία διευκολύνει πολύ την πρόσβαση των ιδιοκτητών στα ακίνητα των και τους επισκεπτόμενους σ' αυτά. Σύμφωνα δε και με τις παροχές της ως άνω εφετειακής απόφασης τα ακίνητα της εν λόγω περιοχής έχουν προσλάβει, πλέον οικοπεδική αξία και προσφέρονται και για εγκατάσταση εμπορικών, βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Έτσι με την εκτέλεση του έργου αυτού, δημιουργήθηκαν στην εν λόγω περιοχή θετικές προϋποθέσεις και συνθήκες για την ύπαρξη στο άμεσο μέλλον, πλην της υπάρχουσας γεωργικής εκμετάλλευσης και εμπορικών δραστηριοτήτων και κατά συνέπεια αυξήθηκε η εκμεταλλευσιμότητα των ακινήτων που έχουν πρόσωπο επί της ως άνω παράπλευρης οδού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η αρχική ιδιοκτησία των εναγόντων, κείμενη μετά το Δερβένι, και σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου από τη Θεσσαλονίκη, είχε το χαρακτήρα αγροτεμαχίου. Επίσης από την προπεριγραφόμενη οριοθέτηση αυτής, προκύπτει ότι, πριν από την κήρυξη της επίδικης απαλλοτρίωσης με την οποία απαλλοτριώθηκε το προαναφερόμενο τμήμα της, δεν είχε πρόσοψη σε οιοσδήποτε είδος δρόμου αφού περικλειόταν από ακίνητα τρίτων ιδιοκτητών.

Τούτο σαφέστατα προκύπτει και από το περιεχόμενο των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ. πρωτ. 1148/28.2.2003 και 3247/1.7.2004 πιστοποιητικών του Δημάρχου Μυγδονίας, τα οποία εκδόθηκαν με αίτηση των εναγόντων και με βάση υπευθύνων δηλώσεων του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 ως ρητώς αναφέρεται σ' αυτά.

Ως προεκτέθηκε δε τα εν λόγω πιστοποιητικά χρησιμοποιήθηκαν από τους ενάγοντες στη διαδικασία ολοκλήρωσης της κτηματογράφησης της επίμαχης απαλλοτρίωσης, προς απόδειξη της έκτασης και των ορίων της ιδιοκτησίας των. Συγκεκριμένα η περιγραφή των ορίων της αρχικής ιδιοκτησίας των εναγόντων, που έχει αναφερθεί παραπάνω είναι η ίδια και στα δύο πιστοποιητικά και έτσι η εν λόγω ιδιοκτησία εμφανίζεται περίκλειστη από ιδιοκτησίες τρίτων χωρίς πρόσοψη σε οποιασδήποτε μορφής δρόμο.

Ας σημειωθεί δε ότι με την ανωτέρω υπ' αρθ. 27/2002 απόφαση του Εφετείου περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως και ιδιαίτερης αποζημίωσης, κρίθηκε ότι από τα απαλλοτριούμενα με την επίμαχη απαλλοτρίωση ακίνητα μόνο το ΚΠ 1 εφαπτόταν επί της οδού Λαγκαδά, ενώ το υπόλοιπα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ΚΠ 2, δεν είχαν πρόσοψη επί της οδού αυτής.

Εξάλλου ο, πριν από την απαλλοτρίωση, αγροτικός χαρακτήρας της αρχικής ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι, μη αμφισβητούμενο γεγονός και από τους ενάγοντες, όπως άλλωστε χαρακτηρίζεται και στα ως άνω πιστοποιητικά και ρητά αναφέρεται και στην ως άνω υπ' αριθ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ενάγοντες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης, στην οποία μάλιστα μνημονεύεται ότι καλλιεργείτο με σιτάρι.

Και ναι μεν η αρχική ιδιοκτησία των εναγόντων, πριν από την απαλλοτρίωση, εκτός από την αγροτική ως κύρια κατά προορισμό χρήση είχε και την ανοικοδόμηση, ως δευτερεύοντα προορισμό, διότι λόγω του ως άνω μεγάλου εμβαδού της, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, πλην όμως η αξιοποίηση της με την κατασκευή οικίας ή με την εγκατάσταση εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, δεν ήταν δυνατή.

Τούτο οφειλόταν σε λόγους αναγόμενους αφενός μεν, στην ως άνω περιοχή στην οποία βρίσκεται, η οποία κατά τα προειρημένα κατά το χρόνο πριν από την απαλλοτρίωση δεν προσφερόταν, για τέτοιου είδους εκμετάλλευση και αφετέρου στην προαναφερόμενη έλλειψη πρόσοψης και άμεσης πρόσβασης της ιδιοκτησίας αυτής σε οποιοδήποτε είδους υφιστάμενη οδό (πχ αγροτική, κοινοτική, δημοτική, δημόσια κλπ) της .περιοχής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση, η διανοιγόμενη παράπλευρος οδός διέρχεται διαμέσου της επίδικης ιδιοκτησίας ΚΠ 2 των εναγόντων και το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως επίδικο τμήμα επιφανείας 5.293,39 τ.μ βρίσκεται επί της οδού αυτής και ανατολικά αυτής, ενώ απέναντι του είναι ο ταφικός τύμβος Δερβενίου.

Το σχήμα του επιδίκου είναι επίμηκες με κατεύθυνση από Νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά και η πρόσοψη του επί της παράπλευρης οδού είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη με μήκος άνω των 150 μέτρων. Το επίδικο έχει άμεση και απευθείας πρόσβαση στην κατασκευασθείσα παράπλευρη οδό χωρίς να παρεμποδίζεται αυτή από την ύπαρξη διαφόρων κατασκευών και σε σχέση μ' αυτήν βρίσκεται σε χαμηλό ύψος που κυμαίνεται από 0,20 έως 1,20 μέτρα.

Η ως άνω διαμορφωθείσα μετά την απαλλοτρίωση κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, όχι μόνον κατατέθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τη μάρτυρα ανταποδείξεως Σ. Λ. υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου και η εν λόγω κατάθεση δεν αναιρέθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, αλλά περιγράφεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες που επισυνάπτονται σ' αυτήν και εκείνες που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το Ελληνικό Δημόσιο, που απεικονίζουν το επίδικο και την παράπλευρο οδό.

Το επίδικο δεν υφίσταται οποιασδήποτε μορφής επιβάρυνση από την ως άνω υψομετρική διαφορά, ούτε μείωση της αξίας του, λόγω του ότι είναι πολύ μικρή η διαφορά αυτή, κυμαινόμενη, ως προαναφέρθηκε από 0,20 έως 1,20 μέτρα και έτσι όχι μόνον δεν αποκλείεται, αλλά και ούτε δυσχεραίνεται η άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του πολύ μεγάλου μήκους της προσόψεως του επί της οδού.

Άλλωστε, η συνολική επιφάνεια του επίδικου τμήματος των 5.293,39 τ.μ είναι ικανή για συμφέρουσα γεωργική καλλιέργεια, ενώ το ανωτέρω επίμηκες σχήμα του δεν εμποδίζει και δεν περιορίζει την κύρια κατά προορισμό χρήση αυτού, που, κατά τα προειρημένα, ήταν αγροτική κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και παραμένει και μετά την απαλλοτρίωση ως τέτοια, ούτε δυσχεραίνει τις τυχόν εκτελούμενες σ' αυτό γεωργικές εργασίες με γεωργικά μηχανήματα.

Έτσι ανεξαρτήτως ελαττώσεως της επιφάνειας του επιδίκου ακινήτου εν σχέση με αυτήν που είχε πριν από την απαλλοτρίωση, και ενόψει του ότι από την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης δεν δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις στις γεωργικές καλλιέργειες, δεν επηρεάσθηκε δυσμενώς η κύρια κατά προορισμό γεωργική χρήση του επιδίκου.

Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθεί ότι όχι μόνον υπάρχει η ίδια δυνατότητα καλλιέργειας, με το ίδιο είδος και με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο γινόταν αυτή μέχρι την απαλλοτρίωση, αλλά πλέον η απευθείας πρόσβαση στην ως άνω πλήρως διαμορφωμένη παράπλευρη οδό -την οποία στερεί το παντελώς προ της απαλλοτρίωσης παρέχει τη δυνατότητα πλήρους γεωργικής εκμεταλλεύσεως αυτού, αποδοτικότερης και πολύ πιο προσοδοφόρας από εκείνη που θα γινόταν στην αρχική περίκλειστη ιδιοκτησία των εναγόντων.

Τούτο διότι, η εξασφάλιση δια της νέας οδού ασφαλέστερης και ταχύτερης κυκλοφορίας των οχημάτων και των γεωργικών μηχανημάτων, εξυπηρετεί την γεωργική εκμεταλλευσιμότητα των επιδίκων ακινήτων και είναι επωφελής για τους ενάγοντες, αφού, κατ' αντικειμενική κρίση η ταχεία, ασφαλής και από πλήρες διαμορφωμένο δρόμο πρόσβαση στα αγροτικά ακίνητα, συνδέεται άμεσα με την επικερδέστερη εκμετάλλευση των και το μειωμένο κόστος της αγροτικής παραγωγής.

Εξάλλου η μείωση της αξίας της αρχικής ιδιοκτησίας συνδεόμενη με την απομειωτική επιρροή που άσκησε η απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο στη δίκη καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης. Σύμφωνα μάλιστα με όσα διεξοδικά έχουν αναφερθεί παραπάνω, ενώ η ως άνω υπ' αρθ. 27/2002 απόφαση του Εφετείου τούτου, με την παραδοχή ότι, το εμβαδόν του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως επιδίκου τμήματος είναι 1.684,31 τ.μ και δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, προσδιόρισε τη μείωση της αξίας του σε ποσοστό 70% επί της καθορισθείσης• με την ίδια απόφαση οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, αντίθετα η υπ' αριθμ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, - εκ της οποίας κατά τα προμνημονευόμενα απορρέει δεδικασμένο - προσδιόρισε το εμβαδόν του επιδίκου εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος σε πολλαπλάσια από τα ως άνω τετραγωνικά μέτρα και δη σε 5.293,39 τ.μ - το οποίο όμως κατά τα παρακάτω αναφερόμενα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο - και επ' αυτού αναγνώρισε τους ενάγοντες δικαιούχους της ιδιαίτερης αποζημίωσης, στο καθοριζόμενο με την ως άνω εφετειακή απόφαση ποσοστό των 70% επί της αποζημιώσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το επίδικο ενόψει του ως άνω εμβαδού του, του σχήματος του, της προσόψεως του επί της παραπλεύρου οδού και των αποστάσεων του από τον άξονα αυτής και τον αντίστοιχο της Εγνατίας Οδού, είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα άρτιο και οικοδομήσιμο, όπως εξάλλου γνωμοδότησε και ο ως άνω πραγματογνώμονας Γ.

Ζ., με την από 28.3.2008 πραγματογνωμοσύνη του. Το Δικαστήριο τούτο οδηγείται στην ως άνω κρίση όχι μόνον από την ελεύθερη εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης, αλλά και από την αξιολογική εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά.

Συγκεκριμένα η μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε ότι το επίδικο τμήμα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, και η εν λόγω κατάθεση δεν αναιρέθηκε από τον μάρτυρα αποδείξεως Α. Π., αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, ο οποίος κατέθεσε ότι το οικοδομήσιμο τμήμα είναι μειωμένο και θα ανεγερθεί πολύ μικρό κτίριο εν σχέση με εκείνο που θα ανεγειρόταν στην αρχική προ της απαλλοτριώσεως έκταση.

Ας σημειωθεί όμως ότι, ο εν λόγω μάρτυρας αποδείξεως στην από 12-5-2008 τεχνική του έκθεση, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, κατ ' αντίθεση με την ανωτέρω κατάθεση του, αναφέρει για το επίδικο τμήμα τα ακόλουθα: "Το βόρειο τμήμα είναι άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο λόγω των αποστάσεων που πρέπει να τηρηθούν από τον άξονα του παράπλευρου δρόμου και των ορίων αυτού".

Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθεί ότι στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το θέμα της οικοδομικής εκμετάλλευσης, παρατίθενται ενδεικτικές προτάσεις αξιοποίησης του επιδίκου με την ανέγερση κατοικίας εμβαδού 225,89 τ.μ ή επαγγελματικής έκθεσης εμβαδού 600 τ. μ, με κτίσμα ενιαίο που μπορεί να είναι διώροφο ύψους μη υπερβαίνοντος τα 7,50μέτρα, επισημαίνοντας όμως ότι στην περιοχή όπου-βρίσκεται το επίδικο δεν φαίνεται να υπάρχει ζήτηση χώρων για επαγγελματική χρήση.

Και είναι αλήθεια μεν ότι, στην αρχική ιδιοκτησία των εναγόντων λόγω του μεγάλου εμβαδού της, ήταν δυνατή η ανέγερση πολύ μεγαλύτερου κτιρίου, ήτοι οικίας ή χώρου για εμπορική ή βιομηχανική χρήση, αλλά ως προεκτέθηκε πριν από την απαλλοτρίωση λόγω του χαρακτήρα της περιοχής που ήταν αγροτική και στερείτο παραπλεύρων οδών προς σύνδεση της με την Εθνική Οδό, αλλά και της έλλειψης πρόσβασης της εν λόγω ιδιοκτησίας σε δρόμο ο οποίος μάλιστα να εξυπηρετεί τις ανάγκες τις κατοικίας ή της ως άνω επαγγελματικής χρήσης τούτου, δεν υπήρχε ζήτηση για τέτοιες εγκαταστάσεις.

Εξάλλου, η πιθανή ανέγερση τέτοιων κτιρίων, πριν από την απαλλοτρίωση στην ιδιοκτησία των εναγόντων χωρίς την αντίστοιχη ζήτηση, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας και τις συνήθειες των εν λόγω συναλλαγών, όχι μόνον δεν θα ήταν προσοδοφόρα, αλλά θα ήταν επιζήμια για τους ενάγοντες καθόσον δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρήση που τα προόριζαν, με απώτερη συνέπεια των εκμηδενισμό της αξίας των.

Αντίθετα με την κατασκευή της παράπλευρης οδού, δημιουργήθηκαν, ως προαναφέρθηκε , θετικές προϋποθέσεις και ευνοϊκές συνθήκες για την ύπαρξη στο άμεσο μέλλον, εμπορικής ή βιομηχανικής δραστηριότητας στην εν λόγω περιοχή και έτσι αυξήθηκε η εκμεταλλευσιμότητα του επιδίκου εναπομείναντος τμήματος της ως άνω ιδιοκτησίας των αιτούντων και επηρεάσθηκαν θετικά τα προσδιοριστικά της αξίας του στοιχεία, και κατά συνέπεια θα είναι μεγαλύτερη η εμπορική αξία των τυχόν κτισμάτων που θα ανεγερθούν επί του επιδίκου από την αντίστοιχη των κτιρίων επί της αρχικής ιδιοκτησίας, καίτοι η επιφάνεια των θα είναι μικρότερη.

Συνακόλουθα τούτων, εφόσον αποδείχθηκε ότι α) το επίδικο εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως ακίνητο έχει εκτεταμένη πρόσοψη και άμεση πρόσβαση στην παράπλευρη οδό που αποτελεί το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης, ενώ προ αυτής ήταν περίκλειστο από τα όμορα ακίνητα και ουδεμία πρόσβαση είχε σε οδό, β) το εκτελούμενο έργου της απαλλοτρίωσης, είχε ευμενείς επιπτώσεις στην ως άνω κατά προορισμό κύρια χρήση του επιδίκου, ήτοι της γεωργικής εκμεταλλεύσεως του, αλλά και στη δευτερεύουσα χρήση της ανοικοδομήσεως και δεν επηρέασε την αρτιότητα του ενώ μείωσε μεν την οικοδομησιμότητά του αλλά συνετέλεσε στην επαύξηση της εμπορικής αξίας του επιδίκου και των επ' αυτού κτισμάτων που θα ανεγερθούν, και δημιούργησε εν γένει συνθήκες επωφελέστερης και αποδοτικότερης αγροτικής και εμπορικής εκμετάλλευσης του επιδίκου από αυτές που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση ωφελούνται οι ενάγοντες- συγκύριοι του επιδίκου έχουν ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Εντεύθεν καθίσταται φανερό ότι λόγω της ως άνω ωφέλειας, οι ενάγοντες - συγκύριοι έχον συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την επίμαχη απαλλοτρίωση για τη διάνοιξη της προαναφερόμενης παράπλευρης οδού, κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας, ως παρόδιοι - συγκύριοι κατά το ως άνω ποσοστό, του επιδίκου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο στην ανωτέρω εκτός σχεδίου πόλεως οδό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1997.

Συνεπώς δικαιολογείται πλήρως η εξ ολοκλήρου επιβάρυνση της επίδικης εναπομείνασας ιδιοκτησίας τους με την αναγραφόμενη στον από 3.4.2003 Κτηματολογικό Πίνακα αυτοαποζημίωση, καθώς και η υποχρέωση του επιδίκου ακινήτου των ΚΠ 2 για την αποζημίωση του απαλλοτριούμενου ΚΠ 1 ακινήτου όπως έχει καταγραφεί στον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα.

Επομένως, εφόσον για το επίδικο εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των στοιχείων εκείνων που ανατρέπουν το καθοριζόμενο από το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 μαχητό τεκμήριο ωφέλειας, ) αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι, από το ως άνω εκτελούμενο έργο της απαλλοτρίωσης, υφίσταται την προαναφερομένη ωφέλεια το επίδικο τμήμα και συνεπώς ωφελούνται οι ενάγοντες, δεν έχουν δικαίωμα αυτοί να διώκουν την καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως και ούτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής αυτής και κατά συνέπεια, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της." Έτσι που έκρινε το εφετείο το οποίο, ακολούθως, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αφενός το μαχητό χαρακτήρα του από το αρθρ 1 παρ 3ν 653/1977 προβλεπομένου τεκμηρίου ωφέλειας (ΟλΑΠ 7/2013)και αφετέρου την μη συνδρομή, της απαραίτητης για την επικαλουμένη ανατροπή προϋπόθεσης της ανυπαρξίας τέτοιας ωφέλειας με την υποστηρίζουσα την παραπάνω παραδοχή αναφορικά με τον προσδιορισμό τόσο του είδους της προσγενομένης στους αναιρεσείοντας ωφελείας όσο και με το ακριβές ποσοστό αυτής ορθή αιτιολογία ότι "το εκτελούμενο έργο της απαλλοτρίωσης είχε ευμενείς επιπτώσεις στην κατά προορισμό κύρια χρήση του επιδίκου, ήτοι της γεωργικής εκμεταλλεύσεώς του αλλά και στη δευτερεύουσα (χρήση) της ανοικοδομήσεώς του και δεν επηρέασε την αρτιότητά του ενώ μείωσε μεν την οικοδομησιμότητά του αλλά συνετέλεσε στην επαύξηση της εμπορικής αξίας του επιδίκου και των επ' αυτού κτισμάτων που θα ανεγερθούν, και δημιούργησε εν γένει συνθήκες επωφελέστερης και αποδοτικότερης αγροτικής και εμπορικής εκμετάλλευσης απ' αυτές που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση ...

με αποτέλεσμα να δικαιολογείται πλήρως η εξ ολοκλήρου επιβάρυνση της επίδικης εναπομείνασας ιδιοκτησίας τους με την αναγραφόμενη στον από 3-4-2003 κτηματολογικό πίνακα αυτοαποζημίωση ... και να καθίσταται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή".

Υπό τις παραδοχές αυτές, οι οποίες καλύπτουν πλήρως την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στις παραπάνω εφαρμοσθείσες διατάξεις και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβλεπόμενες από το αρθ 559 αρ 1 και 19 αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 16ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την ίδρυση του απ' αυτήν προβλεπομένου λόγου αναίρεσης για την κατά παράβαση του νόμου παραδοχή υπάρξεως ή μη δεδικασμένου πρέπει ο σχετικός περί αυτού (δεδικασμένου) ισχυρισμός να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της πρότασής του στο αναιρετήριο (ΑΠ1054/2010, ΑΠ1534/09, ΑΠ1720/08 ΟλΑΠ1139/85) αφού ναι μεν το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 332) δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη ώστε να καλύπτεται από την προβλεπομένη από το αρθ 562 παρ 2γ ΚΠολΔ εξαίρεση.(ΑΠ 1002/2005 ΑΠ 1720/09).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ 16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε το από την υπ' αριθμ. 27/02 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρέον αναφορικά με τη συνδρομή της απαραίτητης για την ανατροπή του τεκμηρίου του αρθ 1 ν. 653/1977 προϋπόθεσης της ανυπαρξίας ωφέλειας κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι προέβαλαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας τον περί δεδικασμένο ως άνω ισχυρισμό.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων και ενόψει αφενός της απόρριψης ως αβασίμου, με την προδιαληφθείσα 1152/2012 απόφαση του τμήματος αυτού, του πρώτου από το αρθ 559 αρ 14 ΚΠολΔ, - λόγου του κυρίου δικογράφου, και αφετέρου της παραδοχής ως ουσιαστικά βασίμου με την 7/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού τον από το άρθρο 559αρ 16 ΚΠολΔ τρίτου λόγου του κυρίου δικογράφου σε συνδυασμό με την απόρριψη με την παρούσα απόφαση των λοιπών προβαλλόμενων (κυρίων και προσθέτων) λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την έκταση των 944,62τμ.

λόγω της εσφαλμένης (κατά την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας) παραδοχής ενστάσεως δεδικασμένου ως προς αυτήν (έκταση), στην οποία και αφορούσε η προβληθείσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και ως ουσιαστικά βάσιμη γενομένη δεκτή με την απόφαση της Ολομελείας αιτίαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατά το μέρος αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου που την εξέδωσε συγκροτούμενο από διαφορετικούς δικαστές καταδικαζόμενου του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στα - των αναιρεσειόντων δικαστικά έξοδα του όλου, ενώπιον του Αρείου Πάγου δικαστικού αγώνα, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22ν 3696/1957..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2173/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απορρίφθηκε μ'αυτήν η από 30-12-04 (αρ. καταθ. 184/05) αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την έκταση των 944,62τ.μ.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση κατά το μέρος αυτό ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στο δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από εξακόσια (600)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ