1518/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1518/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1518 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Σ. Σ., το γένος Π. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατράκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εν προκειμένω εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1141/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 929/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1, 2 του ν. 3127/2003, σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης την περιοχή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής του διαδόχου. (ΑΠ 1455/2008, Δνη 50 1356, ΑΠ 1120-1/2008 Δνη 51, 1650).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα του τεμαχίου 3 του οικοδομικού τετραγώνου 5 και ανήκει στα αδιάθετα ακίνητα του ΥΠΕΧΩΔΕ, την διαχείριση των οποίων έχει η Διεύθυνση Πολεοδομίας Κεφαλληνίας. Βρίσκεται στον οικισμό Τζανετάτων - Καταποδάτων της πρώην Κοινότητας Γριζάτων και ήδη του Δήμου Σάμης Ν.
Κεφαλληνίας. Σύμφωνα με τους σχετικούς πίνακες κτηματογραφήσεως που συνέταξε ο μελετητής Γ. Κ. για λογαριασμό της ΚΕΔ το έτος 1983, το εν λόγω ακίνητο απεικονίζεται στον χάρτη με στοιχεία Ζ4, εμβαδού 430 τ.μ. και αναφέρεται ότι τμήμα αυτού 200 τ.μ. κατέχεται και υπάρχει επ' αυτού παλαιά οικία που χρησιμοποιείται ως παραθεριστική κατοικία.
Στο εναγόμενο περιήλθε με την Ε 26302/2-7-1955 ΚΥΑ περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, με την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση συνολικού εμβαδού 406.802 τ.μ. για την μετάθεση του οικισμού. Η απαλλοτριωθείσα έκταση προσδιορίζεται με το από Δεκέμβριο του 1954 διάγραμμα του τοπογράφου Χ. Κ.. Με την Ε 44147/1-10-1956 απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών κατετέθη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινή αποζημίωση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.
Με το 330/22-7-1957 έγγραφο του Προέδρου Πρωτοδικών προς την Οικονομική Εφορία Κεφαλληνίας διαβιβάστηκε η 52/12-7-1957 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 37α του ΑΝ 1731/1939, σύμφωνα με την οποία το με αριθμό κτηματογραφήσεως 7 ακίνητο, στη θέση του οποίου είναι σήμερα το τεμάχιο 3 του Ο.Τ. 5, αναφέρεται ως εξής: αριθμός τεμαχίου: 7, ονοματεπώνυμο δικαιούχου:
Τ. Π. του Σ., έκταση: 200 τ.μ., καταβλητέο ποσό 1.220 δραχμές. Στις 7 Αυγούστου 1957 ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Ευσταθίου Μεσσάρη εμφανίστηκε ο Π. Τ. του Σ. (πατέρας της εναγούσης), κάτοικος ... και δήλωσε ότι αποδέχεται την ανωτέρω 52/1957 απόφαση της προαναφερόμενης Επιτροπής με την οποία αναγνωρίστηκε κύριος των με αριθμούς 7, 27, 30 και 33 ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την 26302/1955 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικισμού και Σεισμοπλήκτων Νήσων και δικαιούχος της καταβλητέας γι' αυτά αποζημιώσεως, η οποία καθορίστηκε στο συνολικό ποσό των 13.522,5 δραχμών.
Για τη δήλωση αυτή του πατέρα της εναγούσης συντάχθηκε το από 7-8-1957 πρακτικό αποδοχής, το οποίο διαβιβάστηκε στην Οικονομική Εφορία Κεφαλληνίας με το 1537/29-8-1957 έγγραφο. Σύμφωνα με την από 3-12-2004 τεχνική έκθεση της Μηχανικού-Τοπογράφου Α. Μ. που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας το επίδικο ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ.
Τ., νότια με τον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού Αγ. Αθανασίου, ανατολικά με την επαρχιακή οδό Σάμη-Πυργί-Τζανετάτα και δυτικά με αδιάθετο οικόπεδο Ο.Τ. 5 τεμ.6 και τον ως άνω Ιερό Ναό, πρόκειται για αδιάθετο οικόπεδο και στον πίνακα αδιαθέτων της ΚΕΔ έχει καταγραφεί με τα στοιχεία Ζ4 και εμβαδόν 430 τ.μ. και στη θέση του εντοπίζεται η θέση του ακινήτου, που σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε 26302/1955 απαλλοτριώσεως έχει αριθμό 7, εμβαδόν 200 τ.μ.
και δικαιούχο της αποζημιώσεως τον Π. Τ.. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, εμβαδού 244 τ.μ., αποτελεί τμήμα του τεμαχίου 3 του Ο.Τ. 5, εμβαδού 430 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό Τζανετάτων - Καταποδάτων της πρώην Κοινότητας Γριζάτων και ήδη Δήμου Σάμης Ν. Κεφαλληνίας. Εντός του επίδικου ακινήτου υπάρχει μια οικία, εμβαδού 50,16 τ.μ., η οποία κατασκευάστηκε από τον πατέρα της εναγούσης Π.
Τ. μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση (Ε 26302/2-7-1955), καθόσον από το παραπάνω πρακτικό αποδοχής προκύπτει ότι το τεμάχιο της απαλλοτριώσεως με αριθμό 7 δεν είχε κτίσματα επ' αυτού ως επικείμενα, σε αντίθεση με το τεμάχιο με αριθμό 33. Ολόκληρο το ακίνητο (τεμάχιο 3, Ο.Τ. 5), δηλαδή το διεκδικούμενο από την ενάγουσα, καθώς και το υπόλοιπο από την παλαιά ξηρολιθιά, έμπροσθεν του Ιερού Ναού Αγ.
Αθανασίου, ανήκει στα αδιάθετα οικόπεδα του Ελληνικού Δημοσίου ως προερχόμενο από την παραπάνω απαλλοτρίωση (βλ. το πόρισμα του Εφοριακού Γ. Τ.). Με την συντέλεση της εν λόγω απαλλοτριώσεως, δηλαδή με την καταβολή της αποζημιώσεως στον Π. Τ., αποσβέστηκε το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου και επήλθε η πρωτότυπη κτήση αυτού από το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο - εναγόμενο ... .
Παρά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως ο πατέρας της εναγούσης δεν παρέδωσε το απαλλοτριωθέν επίδικο ακίνητο στο εναγόμενο, αλλά άρχισε να το νέμεται κακοπίστως, ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό του, όπως κατασκευή της προαναφερόμενης οικίας, φύτευση και καλλιέργεια δένδρων και φυτών, κατασκευή τοιχείου, περίφραξη του επιδίκου κλπ.
μέχρι το έτος 1972 που το μεταβίβασε ατύπως στην ενάγουσα, η οποία έκτοτε ασκεί επ' αυτού ανάλογες διακατοχικές πράξεις, όπως επισκευές της οικίας, πλακόστρωση της αυλής, κατασκευή σκάλας κλπ. Ενόψει αυτών, δεν ήταν δυνατόν η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος πατέρας της να αποκτήσουν κυριότητα στο επίδικο με χρησικτησία, αφού από τις 12 Σεπτεμβρίου 1915 ανεστάλη η παραγραφή (αποσβεστική και κτητική) επί των ακινήτων κτημάτων του Δημοσίου, δυνάμει των διατάξεων του Ν ΔΞΗ'/1912 και των βάσει αυτού εκδοθέντων και ισχυσάντων έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926 διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ΝΔ "περί διοικητικής αποβολής από τα κτήματα της Αεροπορικής Άμυνας", με το οποίο απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτών και συνεπώς και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, του Ν.Δ.
τούτου διατηρηθέντος σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, δυνάμει του άρθρου 53 του ΕισΝ αυτού και είναι από τότε όλα τα ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως κατέστη και το επίδικο μετά την απαλλοτρίωση, ανεπίδεκτα χρησιδεσποτείας έναντι του Δημοσίου ... Εξάλλου, εφόσον η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος πατέρας της ήταν σε κακή πίστη, δηλαδή γνώριζαν ότι το ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα (με απαλλοτρίωση) στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά το χρονικό σημείο αφετηρίας της επικαλούμενης από αυτούς νομής του (μετά την απαλλοτρίωσή του), όσο και μεταγενέστερα, δεν μπορούσαν να καταστούν κύριοι αυτού με την υπερτριακονταετή νομή του δυνάμει του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και, αφού έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και ο δικαιοπάροχός της, νομείς του επιδίκου ακινήτου, ήταν σε κακή πίστη, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την είχε κάνει δεκτή, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος πατέρας της γνώριζαν ότι δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, αφού γνώριζαν ότι αυτό είχε περιέλθει κατά κυριότητα (με απαλλοτρίωση) στο εναγόμενη Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά το πριν το έτος 1972 διάστημα ο δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας, όσο και η τελευταία κατά το χρόνο (1972) παράδοσης της νομής σ' αυτήν αλλά και κατά το μεταγενέστερο διάστημα.
Οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 2 του ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, αλλά ούτε και εκ πλαγίου και επομένως οι λόγοι αναίρεσης πρώτος και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής (ΑΠ 1486/1997 Δνη 40, 48). Εξάλλου, "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, είναι και η βάση της αγωγής που δεν ερευνήθηκε. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, επομένως και τη βάση της αγωγής, και την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, και κατ' ορθή εκτίμηση του, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και άφησε αδίκαστη τη βάση της αγωγής της, κατά την οποία η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με την άσκηση επ' αυτού τριακονταετούς και πλέον νομής με καλή πίστη, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ν. 3127/2003, ενώ έλαβε υπόψη και δίκασε μόνο τη βάση της αγωγής της που στηρίζεται στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα της στο χρόνο νομής της ιδίας. Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, αναφορικά και με τις δύο αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του και δίκασε και τη βάση αυτή της ένδικης αγωγής, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, αφού δέχθηκε ότι "εφόσον η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος πατέρας της ήταν σε κακή πίστη δηλαδή γνώριζαν ότι το ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα (με απαλλοτρίωση) στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά το χρονικό σημείο αφετηρίας της επικαλούμενης από αυτούς νομής του (μετά την απαλλοτρίωσή του), όσο και μεταγενέστερα, δεν μπορούσαν να καταστούν κύριοι αυτού με την υπερτριακονταετή νομή του δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 3127/2003", απέρριψε την ένδικη αγωγή και κατά τη βάση της αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2009 αίτηση της Α. συζύγου Σ. Σ. για αναίρεση της 929/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ