Legislator Case Law & Legislation
1518/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and factual assessment.

Case Number 1518/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The court held that the lower court's evaluation of evidence and factual findings were not subject to appellate review under the relevant civil procedure articles. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of factual assessments is limited, and appeals challenging the evaluation of evidence or the substance of uncontrollable facts are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal evaluation of evidence factual assessment appellate review legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1518/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο.

Των αναιρεσιβλήτων: Ι. της εδρεύουσας στο ... εν τοις πράγμασι ομορρύθμου εταιρίας, μέλη της οποίας είναι πλην του αναιρεσείοντος οι κατωτέρω

ΙΙ και ΙΙΙ αναιρεσίβλητοι, νόμιμα εκπροσωπουμένης υπό των διαχειριστών αυτής, οι οποίοι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.

ΙΙ. α) Ψ1 β)Ψ2, γ)Ψ3 δ)Ψ4 ε)Ψ5 στ)Ψ6, κατοίκων ... ατομικώς και ως διαχειριστών - εκπροσώπων της ως άνω εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ο καθένας ατομικά και μόνο από τους πληρεξουσίους δικηγόρο τους Βασίλειο Σπηλιόπουλο και Γεώργιο Σιαφάκα.

ΙΙΙ.α)Σ1 χήρας Ζ β)Σ2 γ)Σ3, κατοίκων ..., ως μελών της ως άνω εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ο καθένας ατομικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3352/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 386/2008 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-11-2008 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 156/6-11-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 386/29-5-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Δημητρίου Καραμέτου, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 156/6-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 386/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη της παρούσης δικάσιμο (4-10-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους με στοιχείο

ΙΙ αναιρεσίβλητους, ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης τούτων και εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (4-10-2010). Κατ' αυτήν, όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα με την κρινόμενη 156/6-11-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 386/29-5-2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 1952/3-3-2006 αγωγή, με ενάγοντα τον ήδη αναιρεσείοντα και εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους (i) την εν τοις πράγμασι και στο ...

εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία, (ii) τους (α) Ψ1, (β) Ψ2, (γ) Ψ3, (δ) Ψ4, (ε)Ψ5, (στ) Ψ6 και (iii) τους (α) Σ1 χα Ζ, (β) Σ2 και (γ) Σ3, εδιώκετο Α. να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων είναι μέλος της πρώτης των εναγομένων εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας και Β. η εις ολόκληρο καταψήφιση του ισόποσου σε ευρώ 4.787.500 δολλαρίων ΗΠΑ, αξίωσή του που απορρέει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τη συμμετοχή του στην εν λόγω εν τοις πράγμασι εταιρεία, με λοιπά μέλη αυτή τους με στοιχ. (ii) εναγομένους και τον Ζ, μετά τον επισυμβάντα κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2002 θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στην εταιρική σχέση οι με στοιχ. (iii) εναγόμενοι, σύζυγος και τέκνα αυτού, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, και αφορά αναλογία του στα κέρδη που πραγματοποίησε η εν λόγω εταιρεία κατά το έτος 2004.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε ως προς τους εναγόμενους φυσικά πρόσωπα, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και μνεία της πρώτης των εναγομένων και εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία δεν είχε σημειωθεί στο οικείο πινάκιο, η 3352/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατά τούτο ως αόριστη, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1213/19-11-2007 έφεση του ενάγοντος, η 386/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά την κατεύθυνσή της κατά της απολιπομένης, πλην νομίμως κλητευθείσης, πρώτης των εφεσιβλήτων εταιρείας, με τις επάλληλες κύριες αιτιολογίες Ι.

ότι δεν υπήρξε διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη και

ΙΙ. Ακυρότητας του δικογράφου της εφέσεως ως προς αυτήν, λόγω μη αναφοράς της επωνυμίας της και της εντεύθεν δημιουργουμένης αμφιβολίας και συγχύσεως ως προς την ταυτότητά της. Αντίθετα κατά παραδοχή της εν λόγω εφέσεως του ενάγοντος κατά την κατεύθυνσή της κατά των εφεσιβλήτων φυσικών προσώπων, εξαφάνιση κατά τούτο της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απορρίφθηκε ως προς τους εν λόγω εναγομένους η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την αιτιολογία "ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελίωναν την αγωγή", κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. "Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1997 συνήφθη μεταξύ αφενός του ενάγοντος και αφετέρου των υπό στοιχ.

ΙΙ εναγομένων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6 και του Ζ, ο οποίος αποβίωσε του Αύγουστο του έτους 2002, σύμβαση δυνάμει της οποίας αυτός (ενάγων) κατέστη μέλος της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι" εταιρίας, δηλαδή εταιρίας για την οποία δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας και η οποία έχει αναπτύξει δημόσια δράση, εμφανιζόμενη ως εμπορική στις σχέσεις της με τους τρίτους, της οποίας μάλιστα δεν αναφέρει την επωνυμία και το χρόνο συστάσεως της, μέλη της οποίας μέχρι τότε ήσαν οι πιο πάνω εναγόμενοι και ο Ζ (χωρίς να γίνεται αναφορά ποσοστών συμμετοχής τους σ' αυτήν), η οποία σκοπό είχε την εκμετάλλευση έξι (μη κατονομαζόμενων στην αγωγή) πλοίων υπό ξένες σημαίες, συνολικής χωρητικότητας 238.400 DWΤ, με συμμετοχή αυτού (ενάγοντος) 5% στα καθαρά κέρδη της επιχείρησης και ότι υπήρχε ειδική συμφωνία αυτών (εταίρων) πως η εν λόγω εταιρία θα συνεχισθεί μεταξύ των λοιπών εταίρων και των κληρονόμων εκείνου εκ των εταίρων που τυχόν θα πέθαινε, ώστε να εξακολουθεί αυτή, κατ' άρθρο 773 ΑΚ, να υφίσταται με την υπεισέλευσή τους στην εταιρία υπό την εταιρική ιδιότητα που είχε ο κληρονομούμενος εταίρος καθώς και ότι κατά το έτος 2004 τα πλοία που αυτή εκμεταλλευόταν ανήλθαν στα δεκατέσσερα πλοία που περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Η επικαλούμενη σύμβαση, οι όροι αυτής και ο εταιρικός δεσμός δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Οι μάρτυρες του ενάγοντος δεν γνωρίζουν σχετικά με την επικαλούμενη στην αγωγή συμφωνία μεταξύ αυτού, των υπό στοιχ., II εναγομένων και του Ζ και για την από κοινού άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και δράσης ως ομάδας ατόμων απέναντι στους τρίτους των ως άνω εναγομένων, που φέρονται ότι ενεργούσαν ως διαχειριστές της εν λόγω με μορφή ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι" εταιρίας (χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων συστάσεως και δημοσιότητας που προβλέπονται από το νόμο για τη σύσταση των εμπορικών εταιριών του εμπορικού δικαίου) στο όνομα και για λογαριασμό όλων των μελών αυτής, και αόριστα καταθέτουν ότι το έτος 1997 έγινε "πρόταση" από την οικογένεια ...

στον ενάγοντα να γίνει συνέταιρος με αντάλλαγμα 5% επί των κερδών από την εκμετάλλευση των πλοίων, αγνοώντας οτιδήποτε αφορά την επικαλούμενη άτυπη εταιρία και την εφοπλιστική της δραστηριότητα, ενώ κατέθεσαν ότι δεν γνωρίζουν αν η συμφωνία ήταν να γίνει ο ενάγων συνέταιρος στην επικαλούμενη εταιρία ή σε πλοιοκτήτριες εταιρίες που ανήκουν και ελέγχονται απ' αυτήν, ότι παρόλα αυτά τα πλοία ανήκαν σε off-shore εταιρίες, τις οποίες όμως αγνοούν, και ότι υπήρξε ένας συνεταιρισμός για τον οποίο δεν υπάρχει κανένα έγγραφο και καμιά απόδειξη.

Από τις καταθέσεις όμως αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, δεν συνάγεται η ύπαρξη της επικαλούμενης, χωρίς επωνυμία, ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι" εταιρίας, ούτε η άσκηση της εκμεταλλεύσεως απ' αυτήν των περιγραφόμενων στην αγωγή πλοίων ή η καταβολή προς αυτήν (εταιρία) ή προς τα επικαλούμενα μέλη της των αναφερόμενων στην αγωγή χρηματικών ποσών για την αποκατάσταση δήθεν συνεταιρικού μεριδίου 5%.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να αχθεί από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αντίγραφα των τραπεζικών εμβασμάτων, που αναφέρει στις προτάσεις του, ήτοι: 1) του από 16/1/1997 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 150.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την υπεράκτια εταιρία "SΑΜΟS SΤΕΑΜSΗΙΡ CO", 2) του από 18-2-1997 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 130.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜAR LTD" προς την εταιρία "ΝΕΟRΙΟΝ SΑ", με αιτιολογία προκαταβολή για επισκευές του πλοίου "ΤURΑΝDΟΤ", 3) του από 10-10-1997 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 448.684,50 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την εταιρία εμπορίας καυσίμων "BRIDGE OIL HELLAS LIMITED", 4) του από 10-10-1997 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την υπεράκτια εταιρία "SΑΜΟS SΤΕΑΜSΗΙΡ CΟ", 5) του από 20-5-1997 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 150.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την υπεράκτια εταιρία "ΗΕRΟΝ FIΝΑΝCΕ ΙΝC", 6) του από 27-5-1999 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 20.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "ΜΑΤΑRΑΝGΑ SΗΙΡΡΙΝG SΑ" προς την υπεράκτια εταιρία "SAMOS STEAMSHIP CO", 7) του από 10-8-1999 εμβάσματος της CIΤΙΒΑΝΚ, ποσού 30.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την εταιρία "ΝΕΟRΙΟΝ SΑ" με αιτιολογία καταβολή δαπάνης για επισκευές του πλοίου "Α...", 8) του από 13-4-2000 εμβάσματος της CΙΤΙΒΑΝΚ, ποσού 100.000 δολλαρίων Η.Π.Α από την εταιρία "ΜΑΤΑRΑΝGΑ SΗΙΡΡΙΝG SΑ" προς την εταιρία εμπορίας καυσίμων "PUSTOIL B.V" για την εξόφληση οφειλής που αφορούσε του πλοίο "K..." και 9) του από 8-2-2000 εμβάσματος της CIΤΙΒΑΝΚ, ποσού 158.528,06 δολλαρίων Η.Π.Α.

από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" προς την Τράπεζα "DEUTSCHE SCHIFFBANK" προς εξόφληση οφειλής που αφορούσε το πλοίο "B...", καθώς και τις από 25-9-1998, 18-1-1999 και 22-3-1999 ειδοποιήσεις της υπεράκτιας εταιρίας "SPECTRUM HOLDINGS INC" προς την εταιρία "ΜΑΚ ΜΟΤΟRΕΝ GΜΒΗ" (η πρώτη) και προς την εταιρία "ΜΑΚ ΗΑΜΒURG" (οι λοιπές), περί καταβολής 106.665 γερμανικών μάρκων, η καθεμία, καταβλητέων σε λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας στο ..., γιατί τα εμβάσματα και οι ειδοποιήσεις που αναφέρονται στα ως άνω έγγραφα πραγματοποιήθηκαν από τις εταιρίες "GΟΤΗΜΑR LTD" και "ΜΑΤΑRΑΝGΑ SΗΙΡΡΙΝG SΑ" προς τις σ' αυτά αναφερόμενες εταιρίες και αφορούν σε δοσοληψίες αυτών ακριβώς των εταιριών και όχι σε καταβολές προς την επικαλούμενη ομόρρυθμη "εν τοις πράγμασι" εταιρίας ή προς τους υπό στοιχ.

II εναγομένους υπό την επικαλούμενη ιδιότητα τους ως δήθεν διαχειριστών αυτής. Αντίθετα, από τα προαναφερόμενα έγγραφα προκύπτει ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτά εμβάσματα πραγματοποιήθηκαν από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο ενάγων, ή την εταιρία "ΜΑΤΑRΑΝGΑ SΗΙΡΡΙΝG SΑ" κατ' εντολή της προς την εταιρία "SΑΜΟS SΤΕΑΜSΗΙΡ CΟ" ή προς τρίτους κατ' εντολή της.

Τα ανωτέρω προσεπι-βεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή πλοία ανήκουν σε νόμιμα συνεστημένες πλοιοκτήτριες εταιρίες, οι οποίες ασκούν την εκμετάλλευση αυτών με την ανάθεση της διαχειρίσεως τους στη ναυτιλιακή εταιρία "SΑΜΟS SΤΕΑΜSΗΙΡ CO" και ότι τα ποσά που ισχυρίζεται ο ενάγων στο αγωγικό δικόγραφο ότι τα κατέβαλε στους εναγομένους καταβλήθηκαν από την εταιρία "GΟΤΗΜΑR LTD" στα πλαίσια του μεταξύ τους δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι απ' αυτόν ατομικά για την αγορά εταιρικών μεριδίων ή για άλλη αιτία εκ των αναφερόμενων στην αγωγή.

Η εταιρία αυτή είναι Λιβεριανή και έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα και μάλιστα επί της οδού..., με αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση πλοίων και την αντιπροσώπευση αλλοδαπών πλοιοκτητριών εταιριών (βλ. την υπ' αριθ. 1241. 2253/5/22525 Κοινή Υπουργική απόφαση περί εγκρίσεως εγκαταστάσεως στην Ελλάδα γραφείου ή υποκαταστήματος της σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 89/67, των υπ' αριθ. 1241. 2253/5/22525-12-10-1996 Κοινή Υπουργική Απόφαση περί εγκαταστάσεώς της στην Ελλάδα, την υπ' αριθ.

πρωτ. 3122-1/2253/57-7.12.2005 βεβαίωση του ΥΕΝ, την υπ' αριθ. ΙΕ/47811/5091/22525-22.12.2005 βεβαίωση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, Τμήμα Αλλοδαπών Εταιριών, τις υπ' αριθ. 3122.1/2253/62.25.1.2007 και 3122.3/2253/63.25.1.2007 βεβαιώσεις του ΥΕΝ, από τις οποίες προκύπτουν τα υπό τη διαχείριση αυτής πλοία κατά τα έτη, 1997 και 2004 καθώς και οι πλοιοκτήτριες αυτών εταιρίες, καθώς και το οικείο πιστο-ποιητικό καλής καταστάσεως της, τα οποία προσκομίζονται μετ' επικλήσεως).

Με βάση όλα τα πιο πάνω που αποδείχθηκαν, δεν συνήφθη στην προκειμένη περίπτωση σύμβαση περί συστάσεως ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας εν τοις πράγμασι, η οποία ως ένωση προσώπων που επιδιώκει την εκμετάλλευση πλοίων υπό ξένες σημαίες, χωρίς να έχει νομική προσωπικότητα, συγκροτείται από τους εναγόμενους και τον ενάγοντα".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια προεχόντως το τυπικά παραδεκτό αυτής και ακολούθως η βασιμότητα των διατυπούμενων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215 § 1 εδ.1, 222 § 1 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι με την άσκηση της αγωγής η έννοια του διαδίκου προσδιορίζεται με το τυπικό κριτήριο ότι ενάγων είναι εκείνος επ' ονόματι του οποίου ζητείται και εναγόμενος εκείνος κατά του οποίου ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, όπως αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής. Η ιδιότητα αυτή του διαδίκου δεν αναιρείται από την παράλειψη εγγραφής του ονόματός του στο κατά το άρθρο 226 §§ 2,3 Κ.Πολ.Δ.

πινάκιο, η οποία είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζητήσεως της υποθέσεως και η παράλειψή της επιφέρει ακυρότητα της συζητήσεως της υποθέσεως, ανεξαρτήτως βλάβης, λόγω του χαρακτήρα της δικονομικής αυτής ρυθμίσεως ως κανόνα δημοσίας τάξεως. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 62 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ., ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι, κατά δε το άρθρο 64 § 3 του ίδιου κώδικα οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων ή εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα όπως είναι και οι ενώσεις νομικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες) έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι, παρίστανται δε στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους.

Από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118, 520 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε περίπτωση εταιρίας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της εφέσεως ή της αναιρέσεως, που στρέφεται εναντίον της, αρκεί να γίνεται μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, χωρίς ν' απαιτείται και να κατονομάζονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν ή τα φυσικά πρόσωπα που την εκπροσωπούν στις συναλλαγές.

Οι επιβαλλόμενες με τις τελευταίες αυτές διατάξεις διατυπώσεις για το έγκυρο και παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (ως και της αναιρέσεως), ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, κατ' ουδέν εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και το παρεχόμενο δι' αυτών δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας.

Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στο οποίο παραλείπεται παντελώς η αναφορά της επωνυμίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας δημιουργουμένης εντεύθεν αμφιβολίας και συγχύσεως ως προς την ταυτότητα αυτής, κρίση η οποία σχηματίζεται στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο 8 Κ.Πολ.Δ.

δικονομική δυνατότητα της ελευθέρας αποδείξεως, αξιολογείται προεχόντως ως άκυρη και άρα απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά της εν λόγω εταιρείας, χωρίς να δημιουργείται εντεύθεν δεδικασμένο για τη μη σύσταση της αναιρεσίβλητης και εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, εφόσον δεν προκύπτει η ταυτότητα αυτής, ισχυρισμό στον οποίο αβασίμως ερείδεται ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως.

Αντίθετα τα τυπικά παραδεκτά της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων επιτρέπει την εξέταση του απομένοντος προς έρευνα και μόνο κατά του κεφαλαίου αυτού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβαλλομένου δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς και την έννοια της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης, του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης ποοσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ότι δεν αποδείχθηκε η σύσταση μεταξύ του αναιρεσείοντος, των με στοιχ. (ii) αναιρεσίβλητων και του Σταματίου Ιγγλέση της επικαλούμενης εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, αξιολογώντας αρνητικά από ουσιαστική άποψη τον κυρίαρχο περί τούτου και θεμελιωτικό των αξιώσεών του αγωγικό ισχυρισμό, στη συνέχεια δε παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά της.

Η αιτιολογία της αυτή ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση (και λειτουργία) της εν λόγω εταιρείας δικαιολογούσε την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 741, 758, 762, 18 Εμπ.Ν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμης κατά την απεύθυνσή της κατά των εναγομένων φυσικών προσώπων. Κατά συνέπεια ο απομένων προς έρευνα δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο με, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των παραλειπόμενων να αναφερθούν διατάξεων αυτών με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, αποδιδόμενη πλημμέλεια που αναφέρεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, με βάση την αυτοτελή εκάστου παράσταση, στο ποσό των 2.700,00 ευρώ για τους με στοιχείο

ΙΙ αναιρεσίβλητους και στο αυτό ποσό των 2.700,00 ευρώ για τους με στοιχείο ΙΙΙ αναιρεσίβλητους (ΚΠολΔ 183).

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 156/6-11-2008 αίτηση για αναίρεση της 386/29-5-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ για τους με στοιχείο ΙΙ αναιρεσίβλητους και στο αυτό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ για τους με στοιχείο ΙΙΙ αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ