Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding expert report and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an inheritance dispute. The appellants argued that the lower court failed to address requests for supplementary expert findings and erred in evaluating evidence concerning land boundaries. The court ruled that the necessity for new expert reports lies within the trial court's exclusive discretion and is not reviewable by the Supreme Court, while also noting that evidence evaluation is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the trial court's decision to order supplementary expert reports or its evaluation of evidence, as these fall within the trial court's exclusive jurisdiction and are not subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1518 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., το μεν ατομικά το δε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας μας ΧΧ. Η 2η (Χ2) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολαΐδη και η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Των αναιρεσιβλήτων: 1α) Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 1β) Ψ2, κατοίκου ..., 1γ) Ψ3, κατοίκου ..., 2α) Ψ4, κατοίκου ..., 2β) Ψ5, κατοίκου ..., 2γ) Ψ6, κατοίκου ..., 2δ) Ψ7, κατοίκου ... . Στο σημείο αυτό οι πληρεξούσιοι δικηγόροι α. Ευστάθιος Αναγνωστίδης και β. Αθανάσιος Γεωργιάδης δήλωσαν ότι η 1η (Ψ1) απεβίωσε στις 4-6-2008 και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 3η αναιρεσιβλήτους (Ψ2 και Ψ3) οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τους α. Ευστάθιο Αναγνωστίδη, β. Αθανάσιο Γεωργιάδη ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και την αρχική διάδικο ΧΧ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2002 μη οριστική, 119/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-5-2007 αίτησή τους και με τους από 8-12-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 29-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 23-5-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την πρώτη αναιρεσείουσας για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτήν. Όμως η πρώτη αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 εδ. α' και γ' του ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 254/2003, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Περί το έτος 1934 η τότε κοινότητα ... προέβη στην κτηματογράφηση των ακινήτων της κτηματικής περιφέρειας της (αγρόκτημα ...), απαριθμώντας και αποτυπώνοντας τις παλαιές ιδιόκτητες και τις κοινόχρηστες εκτάσεις σε τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε τους κτηματολογικούς πίνακες.
Σύμφωνα με τους εν λόγω κτηματολογικούς πίνακες, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων (και των εναγομένων) ΑΑ είχε στην κυριότητα του, καθώς άλλωστε δεν αμφισβητείται, πέντε γειτονικά μεταξύ τους αγροτεμάχια στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., και συγκεκριμένα: α) το υπ' αριθμ. ..., εμβ. 7.116 τ.μ., β) το υπ' αριθμ. ..., εμβ. 6.242 τ.μ., γ) το υπ' αριθμ. ..., εμβ. 4.743 τ.μ., δ) το υπ'αριθμ. ...
εμβ. 9.487 τ.μ. και ε) το υπ'αριθμ. ... (χερσολίβαδο) εμβ. 17.103 τ.μ. Ο ανωτέρω ΑΑ, ο οποίος απεβίωσε στις 15-4-1954, με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμ/φου Βάλτας Γ. Μαρκέλλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα, άφησε στον υιό του ΒΒ (σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, αλλά και απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων) τα υπ' αριθμ. .., ..., ...
και ... αγροτεμάχια, ενώ ως προς το υπ' αριθμ. ... τεμάχιο χώρησε η εξ αδιαθέτου, διαδοχή και περιήλθε τούτο στον ίδιο (ΒΒ) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, αποδέχθηκε δε αυτός την επαχθείσα κληρονομιά του πατέρα του με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Μπουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της τοποθεσίας όπου βρίσκονται τα παραπάνω, τέσσερα τεμάχια (..., ..., ... και ...) είναι ένα αρκετά πλατύ ρέμα που διέρχεται ανάμεσα τους, έτσι ώστε τα μεν ... και ... τεμάχια (συνεχόμενα) κείνται βόρεια του ρέματος, ενώ νότια του ρέματος βρίσκονται τα ... και ... τεμάχια, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους από το ίδιο ρέμα που διακλαδώνεται προς νότον, κατά τρόπον, ώστε το ...
τεμάχιο να βρίσκεται ανατολικά της διακλάδωσης του ρέματος και το ..., δυτικά (βλ. το τοπογραφικό διάγραμμα της κτηματογράφησης του έτους 1934 καθώς και το από 20-8-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού ... που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, και το συνόδευον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό που εκπόνησε ο πραγματογνώμονας ...).
Ωστόσο, με την προαναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ο ΒΒ αποδεχόμενος την κληρονομία, που του άφησε ο πατέρας του με τη διαθήκη του, δεν περιγράφει τα τέσσερα παραπάνω κληροτεμάχια, ως διακεκριμένα τεμάχια (όπως αναγράφονται στον κτηματολογικό πίνακα ... με τους αριθμούς ..., ..., ... και ... ), αλλά τα περιγράφει ως ενιαίο ακίνητο και συγκεκριμένα ως "ένα αγρό εις θέσιν "..." του χωρίου ...
εκτάσεως εν όλων δέκα εξ (16) στρεμμάτων παλαιών, ήτοι νέων (στρεμμάτων) είκοσι δύο (22) περίπου ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον εντός των κατωτέρω ορίων αυτού, συνορευόμενου γύρωθεν με παραλίαν, με αγρούς κληρονόμων ΕΕ, με δασικήν έκτασιν Κοινότητος ... και με κοινόχρηστον έκτασιν κοινότητος ...".
Το έτος 1963, με το -κρίσιμο για τη διάγνωση της παρούσας διαφοράς- υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Μπουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ΒΒ πώλησε και μεταβίβασε προς τους αδελφούς ΓΓ και ΔΔ (δικαιοπαρόχους των εναγομένων) το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο του στη θέση "...", που είχε αποκτήσει δυνάμει της προαναφερόμενης διαθήκης του πατέρα του.
Ο βασικός ισχυρισμός των εναγόντων είναι ότι, με το εν λόγω συμβόλαιο δεν πωλήθηκαν και δεν μεταβιβάστηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια, αλλά μόνο τα υπ' αριθμ. ... και ... . Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, δηλαδή την ταυτότητα του πωληθέντος ακινήτου, αναφέρονται στο συμβόλαιο, αυτολεξεί, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των συμβαλλομένων ΒΒ εδήλωσεν ότι ως εκ διαθήκης κληρονόμος έχει εις την πλήρη κυριότητα νομήν και κατοχήν του ένα αγρόν κείμενον εις θέσιν "..." της περιοχής του χωρίου ..., εκτάσεως εν όλω δέκα εξ (16) στρεμμάτων παλαιών ήτοι είκοσι δύο (22) περίπου νέων στρεμμάτων, ή όσης εκτάσεως και αν είναι, πλέον ή έλαττον εντός των κατωτέρω αναφερομένων ορίων αυτού, μετά των εν αυτώ πεφυτευμένων δένδρων (ελατοδένδρων και λοιπών) συνορευόμενον γύρωθεν με παραλίαν, με αγρούς κληρονόμων ΕΕ, με δασικήν έκτασιν Κοινότητος ...
και με λοιπήν έκτασιν κληρονόμων ΑΑ, του αγρού τούτου εμφανιζομένου εις το κτηματολογικόν διάγραμμα και κτηματολόγιον της Κοινότητος ... υπ' αύξοντας αριθμούς τεμαχίων ..., ..., ... και ..., περιλαμβανομένου δε του κτήματος τούτου ειδικώτερον, μεταξύ ενός παλαιού οικίσκου επί της παραλίας κτισθέντος επί Τουρκοκρατίας υπό του αποβιώσαντος πατρός του ΑΑ και εν συνεχεία επισκευασθέντος υπ' αυτού του πωλητού ΒΒ, του επί της παραλίας ευρισκομένου παρεκκλησίου, κτισθέντος τούτου υπό του πωλητού, του ορίου της Κοινότητος ..., του υπ' αριθμ. ...
τεμαχίου του κτηματολ. διαγράμματος ανήκοντος εις το Ελληνικόν Δημόσιον, των υπ' αριθμ. ... και ... τεμαχίων ανηκόντων εις τους κληρονόμους ΕΕ και του υπ' αριθμ. ... τεμαχίου ανήκοντος εις τους κληρονόμους ΑΑ, περιελθόντος εις αυτόν (τον πωλητήν) του ως ανωτέρω περιγραφέντος αγρού εκ κληρονομίας του κατά την 15 Απριλίου 1954 εν ...
της ... αποβιώσαντος πατρός του ΑΑ ...". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι από την πιο πάνω, επί λέξει, αναλυτική περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτουν τα εξής: α) Κατ' αρχήν αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο εμφανίζεται στους κτηματολογικούς πίνακες της κοινότητας ... με τους αριθμούς ..., ..., ...
και ..., αναφέρονται δηλαδή ρητά και τα τέσσερα τεμάχια που περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του πωλητή δυνάμει της μνημονευόμενης στο συμβόλαιο διαθήκης του πατέρα του -και όχι μόνο τα υπ' αριθμ. ... και ... . β) ως προς την έκταση του πωληθέντος ακινήτου, αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο έχει έκταση δέκα έξι (16) στρεμμάτων παλαιών, ήτοι είκοσι δύο (22) περίπου νέων στρεμμάτων, ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον μέσα στα αναφερόμενα όρια αυτού.
Η ίδια ακριβώς έκταση των 16 παλαιών στρεμ. ή 22 νέων στρεμμάτων μνημονεύεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε και στην υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία ο πωλητής απέκτησε το ακίνητο που μεταβίβασε, δηλαδή όση έκταση περιήλθε σ' αυτόν με την εν λόγω πράξη αποδοχής κληρονομιάς από την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα του, τόση και μεταβίβασε προς τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, δεδομένου ότι τα όρια του πωληθέντος ακινήτου ταυτίζονται πλήρως με τα όρια του ακινήτου που περιγράφεται στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς.
Συνεπώς, το γεγονός ότι στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το πωληθέν έχει έκταση 22 στρέμματα -αντί 27.585 τ.μ., που είναι το άθροισμα των 4 τεμαχίων- δεν σημαίνει και δεν αποδεικνύει ότι δεν πωλήθηκαν και τα τέσσερα τεμάχια, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά η ως άνω διαφορά οφείλεται αποκλειστικά στο ότι η έκταση του πωληθέντος ελήφθη αυτούσια από τον τίτλο κτήσεως του πωλητή, όπως ακριβώς αυτούσια ελήφθησαν και τα όρια του πωληθέντος ακινήτου.
γ) Αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο ότι το πωληθέν ακίνητο συνορεύει, μεταξύ άλλων, με παραλία, άρα είναι σαφές ότι περιλαμβάνονται σ' αυτό και τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια, διότι διαφορετικά (αν δεν περιλαμβάνονταν), δεν θα συνόρευε με παραλία, αφού τα δύο λοιπά τεμάχια με αριθ. ... και ... δεν συνορεύουν με παραλία -δηλαδή το γεγονός και μόνο ότι μνημονεύεται στο συμβόλαιο ως σύνορο του πωληθέντος ακινήτου η παραλία- που είναι το πλέον σταθερό και αναλλοίωτο όριο-καταδεικνύει ότι περιλαμβάνονται σ' αυτό και τα υπ' αριθμ. ...
και ... ακίνητα. δ) Αναφέρονται επίσης στο συμβόλαιο ως χαρακτηριστικά σημεία (ορόσημα) μεταξύ των οποίων εκτείνεται το πωληθέν ακίνητο, ένας παλαιός οικίσκος (αποθήκη) που βρίσκεται στην παραλία και ένα μικρό παρεκκλήσι, επίσης στην παραλία. Και τα δύο αυτά ορόσημα βρίσκονται στην πλευρά εκείνη του όλου πωληθέντος ακινήτου όπου κείνται τα επίμαχα υπ' αριθμ. ...
και ... τεμάχια και συνεπώς δεν υπήρχε κανένας λόγος να μνημονεύονται -και μάλιστα κατά τρόπον εκτενή και αναλυτικό- στο συμβόλαιο, αν δεν περιλαμβάνονταν στο πωληθέν ακίνητο και τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια. ε) Στο συμβόλαιο δεν μνημονεύεται διόλου το πολύ χαρακτηριστικό (και πλατύ) ρέμα που διατρέχει οριζόντια και περίπου κάθετα την περιοχή του πωληθέντος ακινήτου, το οποίο ρέμα υπήρχε κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου και συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Ο μόνος λόγος που μπορεί να δικαιολογήσει τη μη αναγραφή του ρέματος ως ορίου του πωληθέντος ακινήτου είναι ότι πωλήθηκαν πράγματι και μεταβιβάστηκαν και τα τέσσερα τεμάχια -όπως ακριβώς αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο, διότι, αν δεν είχαν πωληθεί τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια θα έπρεπε κατ' ανάγκην να αναφέρεται το ρέμα ως βόρειο όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου, αφού αυτό είναι που διατρέχει ολόκληρη τη βόρεια πλευρά των υπ' αριθμ. ...
και ... τεμαχίων και αυτό (το ρέμα) είναι που τα διαχωρίζει από τα επίμαχα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια -δηλαδή το γεγονός ότι το πωληθέν ακίνητο δεν συνορεύει με το ρέμα, καταδεικνύει επίσης ότι περιλαμβάνονται σ' αυτό και τα επίμαχα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια. Καθίσταται επομένως φανερό ότι το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα των υπ' αριθμ. ...
και ... τεμαχίων, πωλήθηκε όντως και μεταβιβάστηκε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, γεγονός που προκύπτει από το ίδιο το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, το οποίο επικαλούνται οι ενάγοντες για να στηρίξουν τον, αβάσιμο, αντίθετο ισχυρισμό τους, ότι δηλαδή το επίδικο δεν μεταβιβάστηκε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων αλλά παρέμεινε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους και περιήλθε στη συνέχεια με κληρονομική διαδοχή σ' αυτούς.
Στο ίδιο εξάλλου συμπέρασμα, ότι δηλαδή τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια και το συγκεκριμένο επίδικο τμήμα τους περιλαμβάνονται στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε με το εν λόγω συμβόλαιο, κατέληξε και ο πραγματογνώμονας με την ανωτέρω υπ' αρ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το έτος 1968 οι αγοραστές του ακινήτου δικαιοπάροχοι των εναγομένων άσκησαν κατά του πωλητή και δικαιοπαρόχου των εναγόντων ΒΒ την από 24-5-1968 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, επειδή ο τελευταίος τους απέβαλε από τμήμα του πωληθέντος ακινήτου, το οποίο τμήμα, όπως προκύπτει από την από 3-7-1968 έκθεση αυτοψίας του δικάσαντος Ειρηνοδίκη, ταυτίζεται με το επίδικο της παρούσης δίκης.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 54/1968 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας που την απέρριψε, πλην όμως η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την υπ' αριθμ. 234/1968 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (εκδοθείσα κατ' έφεσιν), με την οποία εγένετο δεκτή η αίτηση και αναγνωρίστηκαν οι αιτούντες αγοραστές συννομείς του επιδίκου, αφού κρίθηκε ότι το επίδικο αυτό αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που αγόρασαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και ότι εκείνοι το κατείχαν και το ενέμοντο μέχρι το χρόνο της αποβολής.
Το έτος 1966 διανοίχθηκε η επαρχιακή οδός που συνδέει τα ... με την ... και απαλλοτριώθηκαν για το σκοπό αυτό διάφορες εκτάσεις που καταλαμβάνονταν από το δρόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και έκταση 1.630 τ.μ. του πωληθέντος στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων ακινήτου. Με την υπ' αριθμ. 45/1966 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης για την εν λόγω έκταση ο ΒΒ -αντί των πράγματι κυρίων της έκτασης αδελφών ΓΓ-ΔΔ.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη απαλλοτριωθείσα έκταση αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. ... τεμαχίου, το οποίο και οι ίδιοι οι ενάγοντες ομολογούν ότι πωλήθηκε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, και όχι (τμήμα) των υπ' αριθμ. ... και ... τεμαχίων, όπως τούτο προκύπτει με σαφήνεια τόσον από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγόντων ..., ενώ και οι ενάγοντες ομολογούν ότι η νεοανοιγείσα οδός δεν θίγει τα επίμαχα υπ' αριθμ. ...
και ... τεμάχια (βλ. σελ. 29 των προτάσεων τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπου αναφέρεται ότι "ο καινούργιος δρόμος, δηλαδή η επαρχιακή οδός έκοψε στη μέση μόνο το τμήμα που αποτελούν τα υπ' αριθμ. ... και ... τεμάχια και όχι το σύνολο της έκτασης, αποτελούμενης από τα τεμάχια ... και ... και τα επίδικα υπ' αριθμ. ...
και ...".
Συνεπώς, η υπ' αριθμ. 45/1966 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της άποψης των εναγόντων ότι δεν πωλήθηκαν τα ... και ... τεμάχια, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την κυριότητα. Τέλος το Εφετείο καταλήγει ότι, εφόσον πλήρως αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, η ένδικη αγωγή, η οποία θεμελιώνεται μόνο στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, δηλαδή στη μεταγραφείσα αποδοχή της, δυνάμει της ... διαθήκης, επαχθείσας στους ενάγοντες κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1989 συζύγου και πατέρα τους ΒΒ, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού ο δικαιοπάροχος τους δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου και δεν περιλαμβανόταν τούτο στην κληρονομιαία περιουσία του ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων με το παραπάνω συμβόλαιο και κατ' επέκταση την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση, ευθέως, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο δεύτερος πρόσθετος, κατά το δεύτερο και τρίτο τμήμα του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 19 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία και παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών για ερμηνεία του ...
συμβολαίου, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβληθέντων με το παραπάνω συμβόλαιο.
ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται αν δηλαδή πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του- λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 6/2001, ΑΠ 1114/2002).
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 1609/1999). Περαιτέρω ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.
ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004). Με τον πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, μολονότι με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο Εφετείο πρόβαλαν τον αμέσως παρακάτω ισχυρισμό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων με το επίμαχο συμβόλαιο (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι στο επίμαχο συμβόλαιο προστέθηκε όρος κατά τον οποίο "...
ο πωλητής, εδήλωσεν ότι μεταβιβάζει και εκχωρεί δια του παρόντος εις τους αγοραστάς ΓΓ και ΔΔ το δικαίωμα δουλείας επί της οδού, ήτις άγει εκ της κεντρικής οδού ...-... προς το πωλούμενον ακίνητον, της δουλείας ταύτης υφισταμένης, από αμνημονεύτων ετών υπέρ του πωλουμένου κτήματος, ην ως ανωτέρω οδόν θα κάμουν χρήσιν εσαεί και οι αγορασταί καθώς και οι δικαιοδόχοι αυτών και πάντες οι το ως άνω κτήμα επισκεπτόμενοι", όρος που δεν ήταν αναγκαίος εάν ο δικαιοπάροχος τους και πωλητής στο άνω συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει και τα τέσσερα τεμάχια της ιδιοκτησίας του και απεκδύθηκε έτσι παντός δικαιώματος του επ' αυτών, αλλά όρος αναγκαίος εάν δεν είχε μεταβιβάσει τα τεμάχια υπ' αριθ. ...
και ... δια μέσου των οποίων διήρχετο η άνω οδός μετά την είσοδο της στο "όλο κτήμα" και εξυπηρετούσε και τα πωληθέντα τεμάχια ... και ... . Όμως, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείουσες είχαν νικηθεί στον πρώτο βαθμό, οι τελευταίες δεν αναφέρουν σαυτό (αναιρετήριο), ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είχαν προβάλλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επομένως ο λόγος αυτός (κατά το πρώτο τμήμα του) είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση του περιεχομένου της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης κατά της 119/2005 πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης ή των προσθέτων λόγων, δεν περιέχεται στα δικόγραφα αυτά.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος και διότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, δεν είναι ουσιώδης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., επειδή αποτελεί επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων των αναιρεσειουσών. Κατά το άρθρο 559 εδ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγηση του.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, και δη του ...
συμβολαίου, με το να παραλείψει να αναγνώσει τον (αμέσως παραπάνω) αναφερόμενο όρο αυτού (σχετικά με τη διατήρηση της δουλείας διόδου της ανωτέρω οδού). Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά ουσιώδη ισχυρισμό, αφού όπως προαναφέρθηκε, ο σχετικός με τον ως άνω όρο ισχυρισμός αποτελεί επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων των αναιρεσειουσών.
Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο τμήμα του, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, μολονότι με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων έφεσης τους, πρόβαλαν τον αμέσως παρακάτω ισχυρισμό τους, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων με το επίμαχο συμβόλαιο (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό αυτόν, ότι δηλαδή ασφαλής ένδειξη της μη εκποίησης των τεμαχίων ...
και ... ήταν η τιμή που συμφωνήθηκε (140.000 δρχ.) στο ... συμβόλαιο σε σύγκριση με το συμφωνηθέν τίμημα για όμορο επίκοινο ακίνητο, το ποσοστό επί του οποίου ο δικαιοπάροχος τους συμφώνησε να πωλήσει με το ... προσύμφωνο στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, καταλήγουν δε οι αναιρεσείουσες στο ανωτέρω συμπέρασμα κάνοντας ειδικότερη ανάλυση και σύγκριση των εμβαδών των πωληθέντων ακινήτων και του τιμήματος που καταβλήθηκε γι' αυτά.
Κατ' αρχάς ο λόγος αυτός, ο για τον οποίο ισχυρισμός προτάθηκε με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων έφεσης, είναι απαράδεκτος, επειδή ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται, στο αναιρετήριο, δεν είναι ουσιώδης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι αποτελεί επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων γ ι α την υποστήριξη των απόψεων των αναιρεσειουσών.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων με το πιο πάνω συμβόλαιο και έτσι δεν παρέστη ανάγκη να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής (ΑΠ 1486/1997).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους προσβαλλομένων κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο δεν ερεύνησε το αίτημα ή βάση της αγωγής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως, χωρίς να έχει παραπονεθεί ο ενάγων, ως εκκαλών, για την απόρριψη (ΑΠ 167/1998).
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι, παρόλο που στην ένδικη αγωγή τους επικαλέστηκαν ότι ο δικαιοπάροχος τους κατέστη κύριος των επιδίκων τεμαχίων ... και ... και με έκτακτη χρησικτησία, εκθέσαντες όλες τις απαραίτητες σχετικές προϋποθέσεις γι' αυτό, το Εφετείο δεν εξέτασε τη βάση αυτή της αγωγής τους που αποτελούσε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Όμως, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείουσες είχαν νικηθεί στον πρώτο βαθμό, οι τελευταίες δεν αναφέρουν σαυτό (αναιρετήριο), ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είχαν προβάλλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση του περιεχομένου της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης κατά της 119/2005 πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης ή των προσθέτων λόγων, δεν περιέχεται στα δικόγραφα αυτά.
V. Κατά το άρθρο 388 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 384 και 387 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η ανάγκη για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης ή την παροχή διευκρινίσεων απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 123/1981). Με βάση τα προεκτεθέντα η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί για το αίτημα των αναιρεσειουσών για συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης ή την παροχή διευκρινίσεων, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπάρχει λόγος για τη συμπλήρωση αυτή, ή την παροχή διευκρινίσεων, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος κατά το πρώτο τμήμα του, των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή άφησε αδίκαστα τα πιο πάνω αιτήματα των αναιρεσειουσών, είναι απαράδεκτοι.
VΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ΒΒ, δικαιοπαρόχου αυτών, αναφορικά με τον προσδιορισμό των ορίων του περιεχομένου σ' αυτή αγρού και ότι έτσι οδηγήθηκε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα.
Με το λόγο αυτό, υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
VII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 243/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ