Supreme Court dismisses appeal on property dispute, upholding lower court's finding of ownership and rejecting ignored evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court's decision rejecting their appeal regarding a property dispute. The appellants argued that the Third Instance Court failed to consider specific evidence proving their ownership, including a 1914 lawsuit and a 2007 building permit. The court ruled the appeal inadmissible because the Third Instance Court had already examined and weighed all submitted evidence, including the documents the appellants claimed were ignored.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1000, 1001, 1108 of the Civil Code; The owner may dispose of the thing at will and exclude others from it, and the right of ownership extends to the space above and below the land unless otherwise provided by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1517 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1517/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Β. Π., το γένος Μ. Λ., 2) Μ. Π. του Β., 3) Α. Π. του Β., 4) Ν. Π. του Β., κατοίκων ... (Περιοχή ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Κούρτη-Σκορδίλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Θ. συζ. Χ. Π., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Γ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κορωναίο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2016 μη οριστική, 228/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 27-01-2020 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 128/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η από 05-03-2018 έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 228/2017, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 02-09-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1000 και 1001 εδ.α του ΑΚ, ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό, η δε κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού του κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Ακόμη, ο κύριος μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτή και αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του πράγματος (ΑΠ 193/2019, ΑΠ 228/2017, ΑΠ 1351/2014, ΑΠ 1106/2014). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου (ΑΠ 515/2023, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 138/2021). [3] Αν η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, δεν απαιτείται κατ` αρχήν ο καθορισμός, με το δικόγραφό της, του τρόπου κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητά του, ο ενάγων οφείλει, για τη συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του ή καθ' υποφοράν με την αγωγή του, όπως και η καταφάσκουσα το δικαίωμα δικαστική απόφαση, να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσης του δικαιοπαρόχου, αλλά και των απώτερων δικαιοπαρόχων, αν απαιτείται, ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου, μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτών (ΑΠ 120/2023, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 981/2021). [4] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.
Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 121/2022).
H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα.
Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 1555/2021). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δυνάμει της με αριθμό ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζ. Μ. Ρ. νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών Ευδοξίας συζύγου εν ζωή Ν.
Γ. το γένος Α. Χ. και Σ., η οποία απεβίωσε στην Κάρπαθο στις 25.11.2000, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ειδικότερα, οι ενάγοντες κληρονόμησαν τη σύζυγο και μητέρα τους κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ο α' εξ αυτών και σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος η δεύτερη και τρίτος εξ' αυτών, και έτσι απέκτησαν την κυριότητα -υπεισερχόμενοι ως κληρονόμοι στη νομή και κατοχή - ενός ακινήτου - αγροκτήματος του οποίου αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ήταν η δικαιοπάροχός τους.
Το εν λόγω επίδικο ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού του ενιαίου Δήμου Καρπάθου της νήσου Καρπάθου του νομού Δωδεκανήσου στη θέση "..." της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας στις ... κι έχει έκταση 8.959,50 τ.μ. Το αγρόκτημα αυτό εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από μηνός Φεβρουάριου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Π. το οποίο φέρει την υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού σύμφωνα με τους νόμους 651/77 και 1337/83 ότι η ιδιοκτησία με στοιχεία A, Β, Γ, Θ, I, Α έχει εμβαδόν 8.959,50 τ.μ., βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 1337/83 και το οποίο σχεδιάγραμμα είναι νόμιμα χαρτοσημασμένο, συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά Δ-Ε μήκους μέτρων σαράντα (40,00) με ιδιοκτησία μη αναγραφόμενη στο τοπογραφικό, ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β-Γ-Δ ήτοι σε πλευρές Α-Β μήκους μέτρων τριάντα έξι και 0,07 (36,07) συν ΒΓ μήκους μέτρων εβδομήντα τεσσάρων και 0,60 (74,60) συν Γ-Δ μήκους μέτρων πενήντα εννέα και 0,44 (59,44) με ιδιοκτησία ..., νότια σε τεθλασμένη πλευρά Θ-Ι-Α ήτοι σε πλευρές Θ-Ι μήκους μέτρων εβδομήντα και 0,93 (70,93) συν Ι-Α μήκους μέτρων δώδεκα και 0,53 (12,53) με ιδιοκτησία Γ.
Ι. και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Ε-Ζ-Η-Θ ήτοι σε πλευρές Ε-Ζ μήκους μέτρων σαράντα τριών και 0,19 (43,19) συν Ζ-Η μήκους μέτρων εννέα και 0,80 (9,80) συν Η-Θ μήκους μέτρων ογδόντα επτά και 0,75 (87,75) με ιδιοκτησία Η. Β. (πρώην Λ.). Το εν λόγω ακίνητο η αποβιώσασα δικαιοπάροχος των εναγόντων, το απέκτησε με άτυπη προίκα από τη μητέρα της Σ.
σύζυγο Α. Χ. το γένος Σ. Σ. κατά το έτος 1968 και δυνάμει του 1-2-1968 ιδιωτικού προικοσυμφώνου και έκτοτε και μέχρι και το θάνατό της, το νεμόταν διανοία κυρίου ασκώντας σε αυτό όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως το ίδιο έπραττε και η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων- προγιαγιά της δεύτερης και τρίτου των εναγόντων Χ.
συζ. Μ. Σ., η οποία, κατά το έτος 1948 συνταχθέντος του με ημερομηνία 24.01.1948 προικοσυμφώνου, δώρισε αυτό άτυπα στην κόρη της Σοφία. Πράγματι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των εν λόγω προικοσυμφώνων προκύπτουν τόσο τα ονόματα των δωρητριών, των δωρεοδόχων όσο και το επίδικο χωράφι στη θέση "..." (ή "Β..." όπως αναγράφεται στα εν λόγω προικοσύμφωνα).
Άλλωστε, η οικογένεια των εναγόντων, όπως προκύπτει από πλείστες καταθέσεις μαρτύρων και μάλιστα ιδιοκτητών όμορων ακινήτων του επιδίκου, οι οποίες περιλαμβάνονται σε ένορκες βεβαιώσεις που έχουν συνταχθεί για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.
σχετ. καταθέσεις Φ. Σ., Δ. Μ., Δ. Ε., Ιωάννη ..., Μ. Σ., Ι. Β. και Γ. Ι.), ασκούσε ήδη από το έτος 1948 όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου (έως το έτος 1948 η Χ. συζ. Μ. Σ., από το έτος 1948 έως το έτος 1968 η κόρη της Σοφία, από το έτος 1968 έως το έτος 2000 η κόρη της Ευδοξία), επιβλέποντας αυτό, καλλιεργώντας το με ζωοτροφές, καθαρίζοντας το από μικρή βλάστηση, συντηρώντας τους τοίχους και τα όρια του, τοπογραφώντας αυτό, παραχωρώντας το σε τρίτους βοσκούς προκειμένου να δέσουν στο επίδικο και να βοσκήσουν τα ζώα τους, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των εγγράφων που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, το έτος 2000, απέκτησαν με το με αριθ. ... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Καρπάθου μεταξύ άλλων ακίνητων και ένα ακίνητο έκτασης κατά το συμβόλαιο 13.920 τ.μ. στη θέση ..., το οποίο εμφαίνεται στο από Ιούνιο του 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Π. με γράμματα γωνιών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και συνορεύει βόρεια με τεθλασμένη πλευρά Β-Γ-Δ με ιδιοκτησία Μ. Δ., ανατολικά επί πλευράς Δ-Ε μήκους 52,46 μέτρων και νότια επί πλευράς Ε-Α μήκους 165,43 μέτρων με ιδιοκτησία Λ. και δυτικά επί προσώπου Α-Β μήκους 128,57 μέτρων με αγροτικό δρόμο. Με το με αριθ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου διορθώθηκε το αρχικό συμβόλαιο μόνο ως προς τα ονόματα των ιδιοκτητών των ακινήτων που συνορεύουν με το δωρηθέν ακίνητο.
Το ακίνητο αυτό των εναγόμενων, όπως προκύπτει από την διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, βρίσκεται σε άλλο σημείο από το επίδικο και μάλιστα σε απόσταση περίπου 200 μέτρων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από καταθέσεις μαρτύρων πράγματι οι εναγόμενοι περί το έτος 2000 τοποθέτησαν περίφραξη και πινακίδα "πωλείται", στο ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο, το οποίο ανήκε στην Σ.
Ν., και από το οποίο μετά ενημέρωση αποχώρησαν. Κατόπιν το έτος 2004, οι εναγόμενοι επανατοπογράφησαν το ακίνητο, προκειμένου να προσκομίσουν το τοπογραφικό αυτό στη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, το οποίο διάγραμμα είναι το με αριθ. 5/2004 του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Χ., και σε αυτό το νέο τοπογραφικό η έκταση του ακινήτου μειώθηκε σε 10.945,93 τ.μ., ενώ τέλος το έτος 2007 προκειμένου να προβούν σε ανέγερση οικοδομής έκαναν νέο τοπογραφικό διάγραμμα και συγκεκριμένα το με αριθ. 3/2007 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Γ.
Γ.. Μάλιστα βάσει των τοπογραφικών αυτών οι εναγόμενοι κατέθεσαν την με αριθ. κατάθεσης 24/2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν προσωρινοί συννομείς του επιδίκου ακινήτου, αίτηση μάλιστα η οποία έγινε δεκτή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 33/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρπάθου οι ενάγοντες υπέβαλλαν την από 19-9-2008 αίτηση στο πολεοδομικό γραφείο Καρπάθου και την από 17-9-2008 αίτηση στην Διεύθυνση δασών Δωδεκάνησου, με τις οποίες ζητούσαν την ανάκληση τόσο της υπ' αριθ. 68/2007 οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου Καρπάθου όσο και της υπ' αριθ. ...
πράξης της διεύθυνσης δασών Δωδεκάνησου, για τον λόγο ότι οι επικαλούμενοι από τους εναγόμενους τίτλοι αφορούν άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο. Το Πολεοδομικό Γραφείο Καρπάθου με το υπ' αριθ. ... έγγραφο του, που προσάγουν και επικαλούνται οι ενάγοντες προχώρησε σε διακοπή οικοδομικών εργασιών και συγκεκριμένα αναφέρει "Με αφορμή την ανωτέρω σχετική αίτηση προέβημεν σε επανεξέταση των τίτλων κυριότητας, των τοπογραφικών διαγραμμάτων τα οποία προσαρτώνται σε αυτές, καθώς και εκείνου το οποίο αναφέρεται στο προς οικοδόμηση γήπεδο και επί του οποίου έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 68/2007 οικοδομική άδεια, και ύστερα από επιτόπια αυτοψία την οποία ενήργησε ο προϊστάμενος της υπηρεσίας διαπιστώσαμε ότι από το συσχετισμό του αρχικού συμβολαίου, υπ' αριθμ. ..., και της υπ' αριθμ. ...
διορθωτικής πράξης, η διόρθωση αφορά στα ονόματα και μόνον των ομόρων ιδιοκτητών, χωρίς καμία άλλη διόρθωση στα υπόλοιπα στοιχεία του γηπέδου (διαστάσεις πλευρών, εμβαδόν, σχήμα). Για την έκδοση όμως της εν λόγω οικοδομικής άδειας υποβλήθηκε το από μηνός Μαρτίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα γηπέδου εντελώς διαφορετικού από εκείνα τα οποία συνοδεύουν τους ανωτέρω τίτλους και χωρίς για το γήπεδο αυτό να έχει υποβληθεί τίτλος κυριότητας ο οποίος θα περιέγραφε τα στοιχεία του ακινήτου αυτού. 'Υστερα από τα ανωτέρω παρακαλούμε να διακόψετε κάθε οικοδομική εργασία η οποία εκτελείται δυνάμει της εν λόγω υπ' αριθμ. 68/2007 άδειας της υπηρεσίας μας στο όνομα Π.
Α., στην τοποθεσία "...". Η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών θα δοθεί με νεότερο έγγραφο". Περαιτέρω η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου με το υπ' αριθ. 6886/2008 έγγραφο της, το οποίο προσάγουν και επικαλούνται οι ενάγοντες αναφέρει ότι αν και δεν μπορεί να ανακληθεί η υπ' αριθ. 7562/23.12.2004 πράξη χαρακτηρισμού "λόγω τελεσιδικίας", επιβεβαιώνει ότι "Με την ανωτέρω σχετική καταγγελία τους οι Γ.
Ν. του Ι., Γ. Ι. του Ν. και Γ. Θ. του Ν., κάτοικοι Καρπάθου, μας απέστειλαν το από Δεκέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχ/κα Μηχανικού Μ. Π. Κ., που συνοδεύει την υπ' αριθμ. ... διορθωτική πράξη του αρχικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Ρ.. Από την αντιπαραβολή του σχεδιαγράμματος της πράξης χαρακτηρισμού και του σχεδιαγράμματος του αρχιτέκτονα Μ.
Κ., διαπιστώσαμε ότι αυτά δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι το αναγραφόμενο στον τίτλο ιδιοκτησίας των εναγόμενων και ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου πριν από το έτος 2007 οπότε και για πρώτη φορά προσπάθησαν να ανοικοδομήσουν κτίσμα σε αυτό, γεγονός που προκύπτει και από πλείστες καταθέσεις μαρτύρων.
Εξάλλου, τα ίδια προκύπτουν και από την με ημερομηνία έκθεσης εγχείρισης 16.09.2016 στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρόδου έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία ο πραγματογνώμονας Ν. Π., ο οποίος κλήθηκε με την υπ' αριθμ. 50/2016 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να απεικονίζεται το επίδικο ακίνητο αφού λάβει υπόψιν όλα τα συμβόλαια των διαδίκων καθώς και τα τοπογραφικά τους διαγράμματα, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο το οποίο περιέχεται στα συμβόλαια των εναγομένων και στα τοπογραφικά τους διαγράμματα είναι διαφορετικό από αυτό των εναγόντων, όπως αποτύπωσε στο σχετικό με ημερομηνία Αυγούστου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο ίδιος.
Στο εν λόγω δε τοπογραφικό διάγραμμα το ακίνητο των εναγόντων έχει οριοθετηθεί ως θέση "Α" ενώ το ακίνητο των εναγομένων ως θέση "Β". Ειδικότερα, στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμονας μελετώντας τα σχεδιαγράμματα που του προσκόμισαν οι διάδικοι εκθέτει: α) όσον αφορά στο υπ' αριθμ. 2/1995 διάγραμμα μηχανικού Π. (που προσκόμισαν οι ενάγοντες) ότι η έκταση του ακινήτου 8.959,50 τ.μ.
και το σχήμα είναι παρόμοιο με αυτό που του υποδείχθηκε από τους τελευταίους β) όσον αφορά στο υπ' αριθμ. 6/1998 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. (που προσκόμισαν οι εναγόμενοι) ότι η έκταση του ακινήτου των εναγομένων 13.920 τ.μ. δεν είναι όμοια με την έκταση του επιδίκου (θέση "Α" στο τοπογραφικό διάγραμμα) σύμφωνα με την υπόδειξη των ορίων σε αυτόν αλλά ούτε και όπως αυτή υπάρχει στα μεταγενέστερα διαγράμματα (υπ' αριθμόν 5/2004 του μηχανικού Χ.
και υπ' αριθμόν 3/2007 του μηχανικού Γ.) σχηματικά το ακίνητο δεν ταιριάζει στη θέση του επιδίκου οι ιδιοκτήτες που αναφέρονται είναι διαφορετικοί από τους αναφερόμενους στα επόμενα διαγράμματα και γ) όσον αφορά στο με αριθμό 2/2007 διάγραμμα του μηχανικού Π., ο πραγματογνώμονας εκθέτει ότι το σχέδιο του ακινήτου είναι σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο 2/1995 διάγραμμα του ίδιου μηχανικού.
Στο σχετικό πόρισμά του, ο πραγματογνώμονας καταλήγει πως όσον αφορά στα σχεδιαγράμματα των εναγομένων: "το σχέδιο του ακινήτου με στοιχεία κορυφών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και έκτασης δεκατριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι μέτρων που εμφαίνεται στο από 6/1998 διάγραμμα του μηχανικού Π. που υπάρχει στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αντιστοιχεί στην θέση Β ...
το σχέδιο του ακινήτου με στοιχεία κορυφών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και έκτασης δεκατριών χιλιάδων εννιακοσίων δέκα εννέα και ογδόντα πέντε (13919,85) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από 12/2000 διάγραμμα του μηχανικού Κ. που υπάρχει στην υπ' αρ. ... διορθωτική πράξη μάλλον αναφέρεται στη θέση Α που αφορά το επίδικο (σαν σταθερό η σπηλιά και οι όμοροι ιδιοκτήτες) όμως τα όρια και η έκταση δεν αντιστοιχούν στην θέση Α αλλά στην θέση Β αφού είναι όμοια με το προηγούμενο ...
το σχέδιο του ακινήτου με στοιχεία κορυφών 1 2 δέκα χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε και ενενήντα - - ...-21-22 τριών και (10945,93) έκτασης τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από 05/2004 διάγραμμα του μηχανικού Χ. που υπάρχει την με αρ. πρ. ... πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, αναφέρεται στη θέση "Α" που αφορά το επίδικο όπως και τα όρια και η έκταση το σχέδιο του ακινήτου με στοιχεία κορυφών 1-2-..........-21-22 και έκτασης δέκα χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε και ενενήντα τριών (10945,93) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από 03/2007 διάγραμμα του μηχανικού Γ.
που υπάρχει στην υπ' αρ.68/2007 Οικοδομική Άδεια, αναφέρεται στην θέση Α που αφορά το επίδικο όπως και τα όρια και η έκταση". Επιπλέον, ο ως άνω πραγματογνώμονας μελετώντας τα σχεδιαγράμματα των εναγόντων καταλήγει πως: "τα σχέδια του ακινήτου με στοιχεία κορυφών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α και έκτασης οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα οκτώ και πενήντα δύο (8968,52) τετραγωνικών μέτρων, αντί των 8959,52 τ.μ.
που εμφαίνεται στα από 2/1995 και 2/2007 διαγράμματα του μηχανικού Π. αντιστοιχούν στη θέση Α που αφορά το επίδικο όπως και τα όρια και η έκταση". Κατόπιν των ανωτέρω και με δεδομένο ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο Δικαστήριο πως το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων, θα πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή στην ουσία της..".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόμενων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτών στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαρέτου στον πρώτο και 3/8 για καθένα από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, και απαγορεύτηκε στους αναιρεσείοντες κάθε προσβολή της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Ότι οι πρώτος, δεύτερη και τρίτος αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες κατέστησαν (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και κατά ποσοστό 3/8 καθένας από την δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού του ενιαίου Δήμου Καρπάθου της νήσου Καρπάθου του νομού Δωδεκανήσου στη θέση "..." της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας στις ..., έκτασης 8.959,50 τ.μ., που περιγράφεται ανωτέρω, με παράγωγο τρόπο, και δη με τη με αριθμ. ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Καρπάθου Ζ. Μ. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα, της κληρονομίας της αποβιώσασας, αδιάθετης, στις 25-11-2000, Ευδοξίας συζύγου εν ζωή Ν. Γ. το γένος Α. Χ. και Σ., συζύγου του πρώτου και μητέρας των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά το χρόνο θανάτου αυτής ήταν αποκλειστική κυρία αυτού. 2)Ότι στην ως άνω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων είχε περιέλθει η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με την άσκηση επ' αυτού πράξεων αδιάλειπτης νομής διανοία κυρίου, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του (επίβλεψη, καλλιέργεια αυτού με ζωοτροφές, καθαρισμό του από μικρή βλάστηση, συντήρηση των τοίχων και των ορίων του, παραχώρηση αυτού σε τρίτους βοσκούς για να δέσουν και να βοσκήσουν τα ζώα τους, τοπογραφώντας αυτό), για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από το έτος 1968, οπότε της το παρέδωσε, με άτυπη προίκα και με το από 01-02-1968 ιδιωτικό προσύμφωνο, η μητέρα της, Σ.
συζ. Α. Χ. το γένος Σ. Σ., και μέχρι και τον ανωτέρω θάνατό της. 3)'Ότι στην τελευταία το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού των ανωτέρω πράξεις νομής διανοία κυρίου (επίβλεψη, καλλιέργεια με ζωοτροφές, καθαρισμό, συντήρηση ορίων, παραχώρηση σε βοσκούς για να δέσουν και να βοσκήσουν τα ζώα τους), για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από 24-01-1948, οπότε της το παραχώρησε, με το συνταχθέν από 24-01-1948 προικοσύμφωνο, η μητέρα αυτής Χ.
συζ. Μ. Σ., προγιαγιά των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων - μητέρα της άμεσης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων μέχρι την 01-02-1968. 4) Ότι οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι δεν κατέστησαν (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς, που συντάχθηκε από τον συμβ/φο Ρόδου Γ. Ρ. και μεταγράφηκε νόμιμα, και το διορθωτικό με αριθμ. ...
συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, που αναφέρεται σε ακίνητο έκτασης 13.920 τ.μ., και με νεότερη καταμέτρηση 10.945,93 τ.μ., στη θέση "..." της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας στις ..., διότι δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτών, καθώς και ότι οι ίδιοι ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου πριν από το έτος 2007, οπότε και για πρώτη φορά προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να ανοικοδομήσουν κτίσμα σε αυτό.
Και 5) Ότι το έτος 2007 οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, προσπαθώντας, ανεπιτυχώς, να ανοικοδομήσουν σ' αυτό κτίσμα και υφίσταται κίνδυνος μελλοντικής διατάραξης της νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο από τους αναιρεσείοντες. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα :
α) της κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, με παράγωγο τρόπο, με αποδοχή της κληρονομίας της κληρονομούμενης, αληθούς κυρίας, κατά το χρόνο θανάτου της, στην οποία είχε περιέλθει η κυριότητα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και στην δικαιοπάροχο της τελευταίας είχε περιέλθει με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 974, 1045 ΑΚ 70 ΚΠολΔ, ερμήνευσε και εφάρμοσε και β) της μη κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τους αναιρεσείοντες - εναγόμενους, με τον επικαλούμενο παράγωγο (λόγω δωρεάς) και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με προσμέτρηση και πράξεων νομής διανοία κυρίου των δικαιοπαρόχων αυτών, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 974, 1045 και 1051 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο από αληθή κυρία, η οποία κατά το χρόνο θανάτου της, ήταν κυρία του επίδικου ακινήτου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσείοντες επί του επίδικου ακινήτου, με παράγωγο ή/και με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις παραπάνω διατάξεις πραγματικά περιστατικά για την κτήση κυριότητας επί του επίδικου από τους αναιρεσίβλητους, και, επομένως, ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίοι οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, ενώ διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι πράξεις αδιάλειπτης νομής διανοία κυρίου της άμεσης (Ευδοξίας συζύγου εν ζωή Ν.
Γ. το γένος Α. Χ. και Σ.) και απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων (Σ. συζ. Α. Χ. το γένος Σ. Σ.), που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επίδικου ακινήτου (επίβλεψη, καλλιέργεια αυτού με ζωοτροφές, καθαρισμό του από μικρή βλάστηση, συντήρηση των τοίχων και των ορίων του, παραχώρηση αυτού σε τρίτους βοσκούς για να δέσουν και να βοσκήσουν τα ζώα τους, και τοπογραφώντας αυτό η Ε.
Γ. το έτος 1995), για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αιτίαση, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον τέταρτο λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις νομής διανοία κυρίου των αναιρεσιβλήτων, για το διάστημα από 25-11-2000 μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 17-09-2010, στο επίδικο ακίνητο είναι αλυσιτελής.
Και, τούτο, διότι από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση προκύπτει ότι το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στην κτήση κυριότητας, επί του επίδικου ακινήτου, από τους αναιρεσίβλητους κατά τα αναφερόμενα παραπάνω ποσοστά ο καθένας, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθή κυρία, στην οποία είχε περιέλθει αυτό με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και ο τρόπος αυτός κτήσης κυριότητας δεν πλήττεται, επιτυχώς, με σχετικό λόγο αναίρεσης. [3] Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 37/2008), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 954/2023, ΑΠ 992/2022) αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1478/2023, ΑΠ 912/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμούς αυτών, τους οποίους επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης : 1) περί κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο (νομίμως μεταγραφέντα με αριθμ. ...
συμβόλαιο δωρεάς και το διορθωτικό με αριθμ. ... συμβόλαιο) και με τον πρωτότυπο τρόπο περιγράφοντας τις πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και με προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων τους, 2) ότι το επίδικο ακίνητο : α) δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και β) ότι περιλαμβάνεται στους ίδιους αυτών τίτλους κυριότητας, παράγωγο και πρωτότυπο, 3) ότι με εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αποβιώσασα - κληρονομούμενη ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, ότι το απέκτησε με άτυπη προίκα, με το από 01-02-1968 ιδιωτικό συμφωνητικό, και έκτοτε ενέμετο αυτό και ότι το ίδιο έπραττε και η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Σ.
συζ. Α. Χ., 4) ότι η παραπάνω αποδοχή κληρονομίας έλαβε χώρα από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες εν γνώσει τους ότι η κληρονομούμενη απ' αυτούς δεν ήταν κυρία του επίδικου ακινήτου και δεν ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού, διότι τα ακίνητα που της ανήκαν μεταβίβασε ευρισκόμενη εν ζωή στα μέλη της οικογένειάς της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το με στοιχείο -1- μέρος είναι αβάσιμος, διότι από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ίδιας κυριότητας, τον ερεύνησε και απέρριψε αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με το καταληκτικό συμπέρασμα ότι δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα στα επικαλούμενα συμβόλαια (δωρεάς και διορθωτικό αυτού) και στην επικαλούμενη έκτακτη χρησικτησία διότι δεν άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο πριν από το έτος 2007.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το με στοιχείο -2- μέρος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά άρνηση της κυριότητας κατά το υποστοιχείο -α- μέρος αυτού και αποδεικτικό επιχείρημα του ισχυρισμού ίδιας κυριότητας κατά το υποστοιχείο -β- μέρος αυτού, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Κατά τα με στοιχείο -3- και -4- μέρη ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1117/2023). Επιπλέον, κατά το με στοιχείο -4- μέρος ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά μη αυτοτελές πραγματικό επιχείρημα των αναιρεσειόντων.
[4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 764/2023).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1342/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη χωρίς απόδειξη παραδοχή της ύπαρξης κυριότητας στην κληρονομούμενη Ευδοξία συζ. Ν. Γ., δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο αποδέχθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων χωρίς να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του αποδεικτικά μέσα.
Σε κάθε περίπτωση, η παραπάνω αιτίαση είναι και αβάσιμη, διότι από την ανωτέρω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, ήτοι όχι χωρίς απόδειξη.
[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 715/2023, ΑΠ 1608/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11γ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούντες, νόμιμα, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, και, συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι δεν άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοι αυτών, και, ειδικότερα: 1) το από 29-01-2010 προικοσύμφωνο, με το οποίο συστάθηκε προίκα σε διάφορα ακίνητα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο υπέρ της απώτερης δικαιοπαρόχου τους, Μ.
συζ. Γ. Γ., το γένος Β. Σ., στο οποίο προσδιορίζεται το επίδικο κατά θέση και όρια, αναφερόμενο και το σταθερό σημείο "σπήλαιον" το οποίο υπάρχει και σήμερα και αναφέρεται στην από 15-09-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Ν. Π., 2) την από Αύγουστο 1914 μήνυση της ανωτέρω απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ως ιδιοκτήτρια - νομέα του επίδικου ακινήτου, κατά των Μ.
Γ., Ν. και Π. Σ. για παράνομη εξόρυξη λίθων από το επίδικο ακίνητο, ιδιοκτησίας της, 3) τη με αριθμ. ... πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Δωδεκανήσου, με την οποία χαρακτηρίστηκε, μετά από σχετική αίτηση των αναιρεσιβλήτων, το επίδικο ακίνητο ως γεωργική έκταση, δημοσιευθείσα στον τύπο και αναρτηθείσα στο Δήμο Καρπάθου για τουλάχιστον ένα (1) μήνα, 4) το με αριθμ. ...
έγγραφο της Δ/νσης Δασών Δωδεκανήσου, με το οποίο βεβαιώνεται η τελεσιδικία της ανωτέρω πράξης χαρακτηρισμού, 5) τη με αριθμ. 68/05-07-2007 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Καρπάθου, 6) τη με αριθμ. 33/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, που εκδόθηκε επί αντίθετων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων νομής των διαδίκων, με την οποία, μετά από επιτόπια θεώρηση του επίδικου ακινήτου, αναγνωρίστηκε ότι οι αναιρεσείοντες είναι νομείς του επίδικου ακινήτου, και τη με αριθμ. 152/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία επικυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αφού, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά ρητή διατύπωση αυτής, είναι ενδεικτική η αναγραφόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση μνεία των αποδείξεων, ενώ σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα.
IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-01-2020 αίτηση των 1) Ε. συζ. Β. Π. το γένος Μ., Λ., 2) Μ. Π. του Β., 3) Α. Π. του Β., 4) Ν. Π. του Β. για αναίρεση της με αριθμ. 128/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο..
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου