Legislator Case Law & Legislation
1517/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against foreign paternity judgment recognition due to conflicting Greek law provisions.

Case Number 1517/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed against a final judgment recognizing foreign paternity. The appellant argued that Greek law's one-year statute of limitations for paternity actions conflicted with the foreign court's decision, which was based on different legal rules. The court ruled that the foreign judgment does not disrupt Greek public order and that the limitation period is a legislative choice rather than a fundamental principle, thus admitting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1483(b) and 33 of the Civil Code; The recognition of a foreign paternity judgment based on different legal rules does not violate Greek public order, and the domestic statute of limitations is a legislative choice not constituting a fundamental principle.

Keywords

AI generated
foreign paternity recognition statute of limitations public order exception Civil Code provisions appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1)(b), 556, 558, 564(2), 566(1), 741, 769 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015
Article 1(9) of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1483(b) of the Civil Code
Article 33 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1517/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: S. - M. - P. F. - D. de L. (Σ. - Μ. - Π. Φ. - Ν. ντε Λ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Χιωτέλλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) D. V. G. (Ν. Β. Γ.), 2) S. C. D. y G. (Σ. Κ. Ν. Γ.), 3) A. E. D. y G. (Α. Ε. Ν. Γ.) και 4) T. S. D. y G. (Τ. Σ. Ν. Γ.), κατοίκων ... εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Γεώργιο Γεωργιάδη, ενώ οι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Γεωργιάδη και Χρήστο - Νικόλαο Τσαταλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2010 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6105/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2736/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από ...-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2736/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 2, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2736/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 2-2-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21165/775//2-2-2006 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί στην Ελλάδα, κατ'άρθρο 905 παρ.4 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο της από 25 Φεβρουαρίου 2004 και με αριθμό 20 F 45/01 αμετάκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου του ...

που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η οποία διαπιστώνει ότι o J. C. D. D. L., είναι πατέρας του και οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο Βερολίνου με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 και με αριθμό 3 UF 29/04 απόφασή του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3868/2006 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση αυτή και αναγνώρισε ότι υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 20 F 45/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου του ...

με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο J. C. D. D. L., είναι πατέρας του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η οποία επικυρώθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου του Βερολίνου. Ακολούθως, με την από 27-6-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 136857/ 6622/22-7-2010 τριτανακοπή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του ανωτέρω J.

C. D. D. L., ο οποίος απεβίωσε στις 21-8-2008, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον και διακινδύνευση των εννόμων συμφερόντων τους, καθώς και ότι η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου, της οποίας αναγνωρίστηκε το δεδικασμένο, έρχεται σε αντίθεση με τη δημόσια τάξη, ζήτησαν να ακυρωθεί η ανωτέρω υπ' αριθμ. 3868/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επί της ανωτέρω τριτανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6105/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της ανωτέρω απόφασης οι τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 17-1-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4331/3357/10-7-2020 έφεσή τους, καθώς και τον από 11-9-2020 πρόσθετο λόγο έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2736/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 6105/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την τριτανακοπή και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 3868/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 905 ΚΠολΔ, οι διατάξεις των παρ. 1 έως 3 εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση. Για την αναγνώριση του δεδικασμένου αυτού πρέπει η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη και επί πλέον να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθμ. 2 έως 5 (παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 905).

Οι όροι αυτοί είναι: 1) Η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου να υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. 2) Ο διάδικος που νικήθηκε να μη στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση. 3) Η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου.

Και 4) η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, εκτός των άλλων, ως αρνητική προϋπόθεση, η απόφαση αυτή να μην είναι αντίθετη προς τη "δημόσια τάξη".

Η έννοια της δημόσιας τάξης στις ανωτέρω διατάξεις, είναι όχι η εσωτερική δημόσια τάξη, κατά το άρθρο 3 του Α.Κ., αλλά η αναφερομένη στο άρθρο 33 του Α.Κ., δηλαδή η διεθνής δημόσια τάξη (κατά την ορολογία που έχει επικρατήσει στη νομολογία). Ειδικότερα, δημόσια τάξη, υπό την αναφερομένη στο άρθρο 33 Α.Κ., έννοια, είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές, οικονομικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν την έννομη τάξη αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟΛ.

ΑΠ 11/2009, Ολ. ΑΠ 17/2008, Ολ. ΑΠ 17/1999, Ολ. ΑΠ 6/1990). Δεν επιτρέπεται δηλαδή να αναγνωριστεί στην Ελλάδα το δεδικασμένο απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν, λόγω της αντίθεσης που ενυπάρχει σ' αυτήν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, πρόκειται να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που επικρατεί στη χώρα. Επομένως, η αναγνώριση του δεδικασμένου απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου δεν συγχωρείται όταν, εξαιτίας των συνεπειών της στην Ελληνική επικράτεια:

α) θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές, οικονομικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, που κρατούν στη χώρα και β) θα διατάρασσε τον έννομο ρυθμό που επικρατεί στον ελλαδικό χώρο. Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση, ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη (Ολ.

ΑΠ 17/1999, ΑΠ 170/2023, ΑΠ 662/2020, ΑΠ 2154/2013, ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 340/1998). Ειδικότερα, η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων αναγνώρισης του δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης, λειτουργεί περιπτωσιολογικά και μόνη η άγνοια ή η απαγόρευση αυτή καθ' εαυτή ενός γνωστού σε εμάς θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ' ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη.

Δηλαδή, αυτό που προσκρούει ή όχι στη δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του. Το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο δεν αξιολογεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο.

Εξετάζει μόνο κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από το δεδικασμένο της αλλοδαπής απόφασης, που εφάρμοσε τον κανόνα αυτό, επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό (Ολ.

ΑΠ 9/2016, ΑΠ 2084/2009). Δηλαδή, η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 Α.Κ. έννοια, της διεθνούς δημόσιας τάξης, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, που επικρατούν στη χώρα σε ορισμένο χρόνο - που είναι αυτός, κατά τον οποίο ζητείται η αναγνώριση του δεδικασμένου της αλλοδαπής απόφασης - και μπορούν να διαταράξουν τον έννομο ρυθμό της (ΑΠ 170/2023, ΑΠ 108/2001, ΑΠ 88/1991).

Η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις δημόσιας τάξης, νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα οδηγούσε στο άτοπο να ελέγχεται η αλλοδαπή απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Α.Κ. και ουσιαστικά δηλαδή, να επανεκδικάζεται η υπόθεση, ενώ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η έννοια της δημόσιας τάξης στις ανωτέρω διατάξεις (905 παρ. 2 3, 4, 323 αριθμ. 5 ΚΠολΔ), είναι, η μη ταυτιζομένη με αυτή του άρθρου 3 του Α.Κ.

και προαναφερομένη διεθνής δημόσια τάξη του άρθρου 33 του Α.Κ. και το ερευνητέο ζήτημα είναι εάν οι έννομες συνέπειες της αλλοδαπής απόφασης αντιτίθενται προς τις ανωτέρω θεμελιώδεις αρχές και αντιλήψεις, σε βαθμό που μπορεί να διαταραχθεί ο έννομος βιοτικός ρυθμός που κυριαρχεί στη χώρα (πρβλ. Ολ. ΑΠ 14/2015, όπου η έννοια της δημόσιας τάξης γίνεται δεκτή υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 Α.Κ.

έννοια ). Ήτοι, η επιφύλαξη δημόσιας τάξης ενεργεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο, όταν, όχι η αλλοδαπή απόφαση ως τοιαύτη, αλλά οι συνέπειές της και οι επιπτώσεις της, αντιστρατεύονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση προδήλως, τις θεμελιώδεις ως άνω αρχές της ημεδαπής έννομης τάξης. Το δικάζον δικαστήριο δεν δύναται να ελέγξει, αν το αλλοδαπό δικαστήριο αξιολόγησε ορθώς το νομικό και πραγματικό υλικό, ούτε και αν η αλλοδαπή απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένως το αλλοδαπό δίκαιο, ενώ δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις της αλλοδαπής απόφασης και δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει ισχυρισμούς, που έπρεπε να προβληθούν στο αλλοδαπό δικαστήριο.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου να αναγνωρισθεί στην ημεδαπή το δεδικασμένο απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, δεν γίνεται αναδίκαση της υπόθεσης και είναι ανεπίτρεπτη η αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης στην ουσία (ΑΠ 950/1991, ΑΠ 169/1987). Περαιτέρω, με το άρθρο 1479 παρ. 1 Α.Κ. προβλέπεται ότι το τέκνο, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, έχει δικαίωμα να ζητήσει έναντι του πατέρα του με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας.

Το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1483 εδαφ. β' Α.Κ. αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωση του τέκνου. Με την τελευταία αυτή διάταξη, τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα προς αναγνώριση της πατρότητας, με την οποία ο νομοθέτης επιδιώκει την ταχεία άρση της εκκρεμότητας - αβεβαιότητας περί την πατρότητα του εκτός γάμου τέκνου και την ύπαρξη του αντίστοιχου δικαιώματος, αναγόμενου στην οικογενειακή τάξη (ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1325/2011).

Για την προθεσμία αυτή, ισχύει, κατά το άρθρο 279 Α.Κ., αναλόγως, η εφαρμογή των διατάξεων για την παραγραφή και συνεπώς η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται για όσους λόγους και η παραγραφή (ΑΠ 1323/2019, ΑΠ 1314/2013, ΑΠ 1680/2008). Εξάλλου, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι οι προβλεπόμενες από τις εθνικές νομοθεσίες αποσβεστικές προθεσμίες, στις οποίες υπόκειται το δικαίωμα του τέκνου να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της πατρότητάς του, δεν αντίκεινται per se στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Ειδικότερα, το τέκνο έχει το δικαίωμα, με βάση το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, να γνωρίζει τη βιολογική αλήθεια για την καταγωγή του [το οποίο εκπορεύεται από το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος] και να μπορεί να θεμελιώνει αυτή νομικά, ώστε βιολογική και νομική αλήθεια να ταυτίζονται και να μπορεί να ιδρυθεί οικογενειακός δεσμός μεταξύ του τέκνου και του βιολογικού πατέρα του, που προστατεύεται από το άρθρο 21 του Συντάγματος.

Στον αντίποδα του δικαιώματος αυτού βρίσκεται η αρχή της βεβαιότητας και της ασφάλειας των οικογενειακών σχέσεων. Οι προβλεπόμενες από τις εθνικές νομοθεσίες αποσβεστικές προθεσμίες προς άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης της πατρότητας του τέκνου, όταν έχουν ανελαστικό χαρακτήρα, όταν, δηλαδή, δεν υπάρχει δυνατότητα παρέκκλισης από αυτές, οπότε επιφέρουν ενδεχομένως ως αποτέλεσμα τη ματαίωση του δικαιώματος αναγνώρισης της πατρότητας, έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι προσβάλλουν το δικαίωμα αυτό του τέκνου και παραβιάζουν το δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Αντίθετα, οι προβλεπόμενες από τις εθνικές νομοθεσίες αποσβεστικές προθεσμίες προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος αναγνώρισης της πατρότητας του τέκνου, όταν έχουν ελαστικό χαρακτήρα, όταν, δηλαδή, υπάρχει δυνατότητα προστασίας του τέκνου και μετά την παρέλευσή τους, για ορισμένους, οριζόμενους στις νομοθεσίας αυτές, λόγους [τούτο δε ισχύει και για το ημεδαπό δίκαιο], έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι είναι συμβατές με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο στις περιπτώσεις αυτές δεν παραβιάζεται.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 1483 του Α.Κ. αποσβεστική προθεσμία έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι είναι συμβατή με το ως άνω άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, λόγω του ελαστικού της χαρακτήρα, επειδή, κατ' άρθρο 279 του Α.Κ., εφαρμόζονται σε αυτή αναλόγως τα άρθρα 255 και 257 του Α.Κ., περί αναστολής της προθεσμίας αυτής (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ :

Κωνσταντινίδης κατά Ελλάδος της 8-9-2014). Με τις αποφάσεις του το ΕΔΔΑ έχει παγίως κρίνει ότι το δικαίωμα του τέκνου προς γνώση και θεμελίωση της βιολογικής του καταγωγής, προβάλλει ως υπερέχουσα θεμελιώδης αρχή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε, κάθε τασσομένη από το εθνικό δίκαιο προθεσμία, να κρίνεται ως συμβατή ή όχι με την ΕΣΔΑ, ανάλογα με το αν αυτή είναι σύμφωνη ή όχι με το υπό κρίση δικαίωμα του τέκνου (βλ.

αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α : Capin κατά Τουρκίας της 15-1-2020, Backlund κατά Φιλανδίας της 6-10-2010, Gronmark κατά Φιλανδίας της 6-10-2010, Φοινακαρίδου κατά Κύπρου της 20-12-2007). Ήτοι, οι νομοθετικοί λόγοι για τους οποίους έχουν θεσπιστεί οι ανωτέρω, τασσόμενες από τις εθνικές νομοθεσίες, αποσβεστικές προθεσμίες, όπως και αυτή του άρθρου 1483 Α.Κ., δεν ανάγονται σε θεμελιώδεις αρχές, αλλά θεωρούνται συμβατοί και σύμφωνοι ή όχι με την ΕΣΔΑ, αναλόγως του εάν σέβονται και δεν ματαιώνουν, το αναγόμενο σε υπερέχουσα και θεμελιώδη αρχή δικαίωμα του τέκνου για γνώση και θεμελίωση της βιολογικής καταγωγής του.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, μόνο το γεγονός ότι η αλλοδαπή απόφαση δέχεται αγωγή αναγνώρισης πατρότητας τέκνου, εφαρμόζοντας διατάξεις διαφορετικές ή αντίθετες με εκείνη του άρθρου 1483 Α.Κ., με το οποίο τίθεται αποσβεστική προθεσμία στο δικαίωμα του νομιμοποιούμενου για την άσκηση σχετικής αγωγής προσώπου και δη, όσον αφορά το τέκνο, ενός έτους από την ενηλικίωσή του, δεν καθιστά την απόφαση αυτή αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 του Α.Κ., έννοια (ΑΠ 170/2023, ΑΠ 108/2001). . . .

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016). Τέλος, οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 323 αριθμ. 5 και 905 παρ. 4 ΚΠολΔ και 33 Α.Κ., είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2012, ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 687/2003, ΑΠ 1145/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2736/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο καθού η τριατανακοπή - εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) Στέφανος Μιχ.

Περικλή Φίνκ, γερμανός υπήκοος, ετών 29, άσκησε τον Οκτώβριο του 1999 ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων και δη της Μαδρίτης, αγωγή εναντίον του ισπανού υπηκόου J. C. D. D. L., προς αναγνώριση της πατρότητάς του, η οποία (αγωγή), αφού συζητήθηκε τον Μάρτιο του έτους 2000, απορρίφθηκε για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ισπανικών δικαστηρίων.

Ακολούθως, η Alexandra Laura Fink (Αλεξάνδρα Φίνκ), γερμανίδα υπήκοος, μητέρα του καθού η τριτανακοπή- εφεσίβλητου, διαζευγμένη κατ' εκείνο τον χρόνο από τον Γερμανό Ernst Horst Fink, άσκησε αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου του Σένεμπεργκ (Βερολίνο) της Γερμανίας στις 15.2.2001 εναντίον του J. C. D. D. L., με αίτημα να διαπιστωθεί ότι ο τελευταίος είναι ο πατέρας του υιού της.

Νωρίτερα, στις 4.1.2002, ο τελευταίος, που γεννήθηκε στις 15.12.1970 (ετών 32), συμμετείχε ως ενάγων στην ήδη ανοιγείσα δίκη, με το ίδιο αίτημα. Επί της αγωγής αυτής, η οποία διευρύνθηκε με την προσχώρηση του τελευταίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20 F 45/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου του Σένεμπεργκ (Βερολίνο) της Γερμανίας, με την οποία κρίθηκε ότι ο Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγκάν ήταν ο πατέρας του καθού η τριτανακοπή- εφεσίβλητου.

Κατά της εν λόγω απόφασης, ο τελευταίος άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Βερολίνου, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 3 UF 69/04 απόφαση του, που κατέστη τελεσίδικη στις 15.3.2005, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κατόπιν τούτων, ο εφεσίβλητος με την από 2.2.2006 και με αριθμ. καταθ. 775/2006 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την αναγνώριση, κατ' άρθρο 905 παρ. 4 ΚΠολΔ, του δεδικασμένου της υπ' αριθμ.

F 20 45/01 γερμανικής απόφασης, όπως αυτή είχε επικυρωθεί από το γερμανικό εφετείο. Η συζήτηση της εν λόγω αίτησης έλαβε χώρα στις 2.5.2006, κατά την οποία ούτε ο τότε εν ζωή Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν (σύζυγος της πρώτης τριατανακόπτουσας - εκκαλούσας και πατέρας των υπολοίπων τριταανακοπτόντων - εκκαλούντων), ούτε οι τριτανακόπτοντες - εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) παρέστησαν, καθώς δεν είχαν κλητευθεί σε αυτήν και δεν συμμετείχαν με κάποιον άλλο τρόπο στην εν λόγω δίκη.

Επί της ως άνω αίτησης του νυν εφεσίβλητου, το Μον. Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3868/2006 απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αίτηση και αναγνώρισε το δεδικασμένο των αποφάσεων των γερμανικών δικαστηρίων. Αργότερα, στις 21.8.2008 ο Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν απεβίωσε στη Μαγιόρκα της Ισπανίας, αφήνοντας κατά τον χρόνο του θανάτου του ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς την πρώτη τριτανακόπτουσα, σύζυγο του Ντανιέλα Βερόνικα Γκούσα ντε Ντραγκάν και τα τρία τέκνα γεννημένα σε γάμο δηλαδή τους ανακόπτοντες (Έλληνες υπήκοοι) α) Σταφάν Κωνσταντίν Δραγκάν β) τον Αλέξανδρο Εουγκέν Δραγκάν υ Γκούσα και γ) τον Τούντορ Σεμπάστιαν Δραγκάν.

Με την από 8.6.2004 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, με τις υπ' αριθμ. 3347 και 1324/22.5.2009 αποφάσεις - πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, ο ανωτέρω αποβιώσας κατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του τους τριτανακόπτοντες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο καθού η τριτανακοπή - εφεσίβλητος επέλεξε να καθυστερήσει την άσκηση των νομίμων ενδίκων διαδικασιών, εντός της τασσομένης από τον νόμο αποσβεστικής προθεσμίας, προκειμένου να θεμελιώσει την πατρότητά του με βάση τη βιολογική καταγωγή και ν' αναπτύξει συνακόλουθα το συνδεόμενο με αυτήν και προστατευόμενο δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε την ταυτότητα του φερόμενου ως βιολογικού του πατέρα Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν, πολύ πριν την άσκηση ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων της αγωγής πατρότητας εναντίον του τελευταίου, αλλά και την μεταγενέστερη υπεισέλευσή του στις 4.1.2002 στην ασκηθείσα από την μητέρα του από 15.2.2001 αγωγή αναγνώρισης πατρότητας εναντίον του ιδίου φερομένου ως βιολογικού πατέρα ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, ενώ διήνυε το 32 έτος της ηλικίας του.

Η γνώση εκ μέρους του της ταυτότητας του βιολογικού πατέρα του, του επέτρεπε ν' ασκήσει αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητάς του πολύ πριν παρέλθουν 11 έτη από την ενηλικίωση του. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, η μεγάλη καθυστέρησή του δεν οφειλόταν σε ανωτέρα βία, αφού ο καθού - η τριτανακοπή-εφεσίβλητος ουδέποτε επικαλέστηκε άγνοια της ταυτότητας του φερόμενου ως πατέρα του, ώστε η σχετική προθεσμία ν' ανασταλεί και να εκκινήσει εκ νέου, από τότε που έλαβε γνώση της βιολογικής αλήθειας, αλλά όπως ο ίδιος συνομολογεί είχε αδιατάρακτη και αγαστή σχέση με τον πατέρα του, στα πλαίσια της οποίας ελάμβανε συναισθηματική, αλλά και οικονομική στήριξη, μέχρι το χρονικό σημείο που ο τελευταίος νυμφεύθηκε την πρώτη τριτανακόπτουσα - εκκαλούσα.

Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο καθού η τριτανακοπή - εφεσίβλητος και η μητέρα του είχαν αδιάλειπτη επαφή με τον Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν, καθόλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας του εφεσίβλητου, κατοικούσαν σε στέγη που τους εξασφάλιζε ο τελευταίος, περνούσαν μαζί τις θερινές διακοπές και στηρίζονταν οικονομικά από αυτόν.

Από το έτος 1988 μάλιστα, είχαν αναπτύξει τέτοια "οικεία και στενή σχέση" που στα μάτια της μητέρας του Στέφανου Φινκ, ο Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν φέρεται να "παίρνει πολύ σοβαρά τον ρόλο του πατέρα". Τα ανωτέρω ενισχύονται από την προσκομιζόμενη από τους ανακόπτοντες μετ' επικλήσεως επίσημη μετάφραση της εν λόγω αγωγής πατρότητας.

Πλην όμως η εκ μέρους του πατέρα του παροχή των μέσων συντήρησης και διατροφής του τέκνου, δεν συνιστά λόγο, που εμποδίζει την έναρξη της διαδρομής του χρονικού διαστήματος της αποσβεστικής προθεσμίας [...], που θα δικαιολογούσε την τεράστια καθυστέρηση και αδράνεια που επέδειξε, προτού ο ίδιος αιτηθεί την αναγνώριση της πατρότητας στα γερμανικά δικαστήρια....

το γεγονός ότι ο καθού η τριτανακοπή - εφεσίβλητος αιτήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, την αναγνώριση της πατρότητάς του 13 έτη μετά την ενηλικίωσή του και εν συνεχεία, μετά από 17 έτη την αναγνώριση στην Ελλάδα του δεδικασμένου, που απορρέει από τη σχετική γερμανική δικαστική απόφαση, που τον αναγνωρίζει ως τέκνο του Ιωσήφ Κωνσταντίν Δραγάν, συνιστά ακραία παραβίαση των χρονικών ορίων που θέτει η ελληνική έννομη τάξη για την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος αναγνώρισης και ως τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την διεθνή δημόσια τάξη της Χώρας, καθόσον αποτελεί εκδήλωση εξόχως καταχρηστικής συμπεριφοράς, καίτοι δεν αξιολογήθηκε ως τέτοια από το γερμανικό δικαστήριο, που έκρινε την αγωγή του εφεσίβλητου για αναγνώριση της πατρότητάς του.

Τυχόν δε αναγνώριση στην Ελλάδα δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 20 F 45/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου του Σένεμπεργκ Γερμανίας, όπως αυτή επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 3 UF 69/04 απόφαση του Εφετείου του Βερολίνου, αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές που συγκροτούν τη δημόσια τάξη με την προαναφερόμενη έννοια και αντλούνται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, κατ' άρθρο33 ΑΚ και γενικότερα στην ελληνική έννομη τάξη, που περιλαμβάνει την προστασία τρίτων και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος ως προς τις έννομες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί και εκκαθαρισθεί μέχρι σήμερα μετά την συμπλήρωση 17 και πλέον ετών μετά την ενηλικίωση του εφεσίβλητου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε εσφαλμένα να εξετάσει, εάν οι έννομες συνέπειες των ως άνω γερμανικών αποφάσεων (του Ειρηνοδικείου του Σένεμπεργκ, που επικυρώθηκε με την απόφαση του Βερολίνου), κατ' εφαρμογή του γερμανικού δικαίου, είναι ανάλογες με αυτές που θα επέρχονταν, εάν εφαρμοζόταν, σύμφωνα με τους ελληνικούς κανόνες σύγκρουσης, το ελληνικό δίκαιο.

Στην περίπτωση εφαρμογής του ελληνικού δικαίου, οι έννομες συνέπειες που θα επέρχονταν θα ήταν διαμετρικά αντίθετες, αφού η αγωγή θα έπρεπε ν' απορριφθεί από τα ελληνικά δικαστήρια, αφού είχε ήδη ο εφεσίβλητος απωλέσει προ πολλού το δικαίωμα άσκησής της. Επομένως, στην κρινόμενη περίπτωση το δικαστήριο, που εξέδωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση, δεν εδικαιούτο να αναγνωρίσει το δεδικασμένο στην Ελλάδα της ως άνω γερμανικής απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, γενομένου δεκτού ως και κατ' ουσίαν βάσιμου του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, παρελκούσης δε της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί κατά τούτο η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς εκδίκαση της επί της ουσίας (άρθρο 535 § 1 Κ.Πολ.Δικ.), να γίνει δεκτή η τριτανακοπή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 3868/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2736/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 6105/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την τριτανακοπή των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 3868/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε αναγνωριστεί ότι υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου του ...

με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο J. C. D. D. L., είναι πατέρας του αναιρεσείοντος και η οποία επικυρώθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου του Βερολίνου. Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και το συναφή τέταρτο λόγο αυτής, συνδυαστικά ερευνώμενους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 323 αριθμ. 5, 905 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ και 33 και 1483 εδαφ.

β' του Α.Κ., για το λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, αλλοίωσε και διαστρέβλωσε την έννοια της δημόσιας τάξης του άρθρου 33 Α.Κ., με το να δεχθεί, μετά από επανεκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και μετά από αντιπαραβολή του δικαίου που εφάρμοσαν τα γερμανικά δικαστήρια με το ελληνικό δίκαιο, ότι το δεδικασμένο των άνω γερμανικών αποφάσεων έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη, γιατί οι έννομες συνέπειες του αλλοδαπού δίκαιου, που εφάρμοσαν, δεν οδηγεί σε ανάλογες έννομες συνέπειες με αυτές, που θα επέρχονταν, εάν εφαρμοζόταν το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή αναγνώρισης πατρότητας του αναιρεσείοντος θα απορριπτόταν και ότι επομένως δεν επιτρέπεται να αναγνωριστεί το δεδικασμένο των άνω αποφάσεων στην ελληνική επικράτεια και, περαιτέρω, με το να δεχθεί ότι το άρθρο 1483 του Α.Κ.

υπάγεται στην έννοια της ημεδαπής δημόσιας τάξης, κατ' άρθρο 33 ΑΚ. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το δεδικασμένο, που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου του ... η οποία επικυρώθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου του Βερολίνου, αντιβαίνει προς τη διεθνή δημόσια τάξη της χώρας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 323 αριθμ. 5, 905 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ και 33 και 1483 εδαφ.

β' του Α.Κ.. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: Α) έθεσε ως προϋπόθεση και απαίτησε για την αναγνώριση του δεδικασμένου των άνω γερμανικών αποφάσεων, όπως οι έννομες συνέπειες του αλλοδαπού δίκαιου, που εφάρμοσαν οι γερμανικές αυτές αποφάσεις, να είναι "ανάλογες" με τις έννομες συνέπειες, που θα επέρχονταν, εάν εφαρμοζόταν, σύμφωνα με τους ελληνικούς κανόνες σύγκρουσης, το ελληνικό δίκαιο και έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 323 αριθμ. 5, 905 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ και 33 Α.Κ., αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, από αυτά που ο νόμος απαιτεί για την αναγνώριση του δεδικασμένου των ανωτέρω, αλλοδαπών - γερμανικών αποφάσεων, καθόσον με τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, δεν απαιτείται η επέλευση "ανάλογων έννομων συνεπειών", με αυτές του ελληνικού δικαίου, αλλά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, απαιτείται, η δοθείσα από τις άνω αλλοδαπές γερμανικές αποφάσεις, λύση, να αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν στη διεθνή δημόσια τάξη της χώρας, κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ και ειδικότερα η λύση αυτή α) να προσκρούει σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές, οικονομικές αντιλήψεις και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, που κρατούν στη χώρα και β) να διαταράσσει τον έννομο ρυθμό που επικρατεί σε αυτή και Β) έθεσε ως κριτήριο για την αναγνώριση του δεδικασμένου των άνω αλλοδαπών αποφάσεων, το εάν η αγωγή αναγνώρισης πατρότητας του αναιρεσείοντος θα γινόταν δεκτή ή όχι από τα ελληνικά δικαστήρια, κατ' εφαρμογή του ελληνικού δικαίου και αφού έκρινε ότι "στην περίπτωση εφαρμογής του ελληνικού δικαίου, οι έννομες συνέπειες που θα επέρχονταν θα ήταν διαμετρικά αντίθετες, αφού η αγωγή θα έπρεπε ν' απορριφθεί από τα ελληνικά δικαστήρια", κατέληξε στην παραδοχή ότι δεν επιτρέπεται η αναγνώριση του δεδικασμένου των άνω γερμανικών αποφάσεων, γιατί, κατ' εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου, που έκριναν εφαρμοστέο, δέχθηκαν την αγωγή αναγνώρισης πατρότητας του αναιρεσείοντος, ενώ, αντιθέτως, κατ' εφαρμογή του ελληνικού δίκαιου, αυτή θα απορριπτόταν από τα ελληνικά δικαστήρια, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 323 αριθμ. 5, 905 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ και 33 ΑΚ, με τις οποίες δεν τίθεται ως προϋπόθεση αναγνώρισης του δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης το εάν η αγωγή θα γινόταν δεκτή ή όχι, κατ' εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα επίσης προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, το ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, που οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα, όσον αφορά την παραδοχή ή μη της αγωγής, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στη διεθνή δημόσια τάξη της χώρας, καθόσον, η αντίθεση προς τη διεθνή δημόσια τάξη, υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες, που προσκρούουν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, που επικρατούν στη χώρα και μπορούν να διαταράξουν τον έννομο ρυθμό της.

Επίσης, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με την αντιπαραβολή των εννόμων συνεπειών των ουσιαστικών διατάξεων του αλλοδαπού δικαίου, που εφάρμοσαν τα άνω γερμανικά δικαστήρια, με αυτές του ελληνικού δικαίου και επιπλέον με την εξέταση περί του εάν η αγωγή αναγνώρισης πατρότητας θα απορριπτόταν με βάση το ελληνικό δίκαιο, προέβη έμμεσα σε ανεπίτρεπτη αναδίκαση της υπόθεσης, κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο, ας σημειωθεί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω γερμανικών αποφάσεων, ως διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), δεν κρίθηκε, στην ένδικη περίπτωση, από τα άνω γερμανικά δικαστήρια, εφαρμοστέο.

Περαιτέρω, από το γεγονός και μόνο ότι οι ανωτέρω αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων, που δέχτηκαν την αγωγή αναγνώρισης πατρότητας του αναιρεσείοντος, εφάρμοσαν διατάξεις διαφορετικές προς την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1483 εδαφ. β' του Α.Κ., δεν είναι αντίθετες, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, προς τη δημόσια τάξη της χώρας, υπό την αναφερομένη στο άρθρο 33 Α.Κ., έννοια [βλ.

ομοίως ΑΠ 170/2023 και ΑΠ 108/2001, όπου οι σχετικές αγωγές αναγνώρισης πατρότητας τέκνου, ασκήθηκαν 25 έτη (έτος γέννησης 1968 - έτος άσκησης αγωγής 2012) και 5 έτη, αντίστοιχα, μετά την ενηλικίωση του τέκνου]. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 1483 εδαφ. β' του Α.Κ. αποσβεστική προθεσμία, αποτελεί επιλογή του Έλληνα νομοθέτη και δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα, ο οποίος απηχεί πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές, οικονομικές ή άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στην Ελλάδα, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 33 του Α.Κ., ώστε η αναγνώριση του δεδικασμένου που απορρέει από αλλοδαπή απόφαση, η οποία στηρίχθηκε σε διαφορετικούς ή αντίθετους κανόνες δικαίου, να προξενεί διαταραχή του βιοτικού ρυθμού που κυριαρχεί στην χώρα.

Επομένως, οι ερευνώμενοι πρώτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων (που έγιναν δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (υπόμνημα), (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2736/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ