Legislator Case Law & Legislation
1517/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over overemployment pay caps for public utility employees.

Case Number 1517/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four employees against the Athens Court of First Instance's decision. The employees argued that their overemployment pay cuts were illegal, but the Court found the lower court correctly applied labor laws regarding public enterprises. The Court ruled that the employer was a public enterprise subject to strict salary caps, making the pay reductions lawful.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(1), 1(3) of Law 3429/2005; Article 2(1)(a) of Law 3833/2010; When an employer is a public enterprise, overemployment pay caps apply strictly, rendering any attempt to exceed these limits illegal.

Keywords

AI generated
overemployment pay caps public enterprise status labor law dispute salary reduction legality appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1(1) and (3) of Law 3429/2005
Article 2(1)(a) of Law 3833/2010
Article 97 et seq. of Law 4001/2011
Article 42 E(5) of Law 2190/1920
Article 12(7), (8), (9) of Law 3205/2003
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., και 4) Γ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1498/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2022/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/7/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 01.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5300/698/07.07.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2022/14.04.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 30.7.2019 και με αριθμό κατάθεσης 69612/5444/2019 έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων - αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1498/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, επίσης, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 3.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 116582/4239/2015 αγωγής.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30.7.2019 και με αριθμό κατάθεσης 69612/5444/2019 έφεση, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 1498/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την από 3.12.2015 αγωγή τόσο ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς τις κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενες βάσεις αυτής.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 07.07.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 14.04.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Η αίτηση, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου, της οποίας (παραγράφου) η τελευταία φράση προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3848/2010 (ΦΕΚ Α 71/19.5.2010) : "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, όπως και οι αμοιβές από κάθε είδους προγράμματα χρηματοδοτούμενα από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το Κράτος, καθώς και των Ε.Λ.Κ.Ε.

των Α.Ε.Ι." και κατά παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης (δηλαδή του άρθρου 2 του ν. 3833/2010), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα ΟΤΑ, τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΝΠΔΔ, τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους, ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005.

Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους".

Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010. Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (Παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι : (Παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".

Κατά δε την παρ.1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1147/2015, ΑΠ 1459/2018).

Ειδικότερα η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση κατά το νομοθέτη της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που από τη φύση τους συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012).

Ως εκ τούτου οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ.

ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ.), ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η διάταξη αυτή δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ, υπόθεση Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, με περαιτέρω παραπομπές).

Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία (ΑΠ 663/2019, AΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με η παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής ...

έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής ..., εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ.2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.

Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 - 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθρα 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Συνεπώς, την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση από τις επί μέρους ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου, οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού κατά το εδάφιο α της παρ. 5 του άρθρου 1 του νόμου αυτού.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου. Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής" .

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (ΑΠ 1460/2018).

Στις ως άνω δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του ν. 3429/2005 τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται, μεταξύ άλλων, και στο προσωπικό των εταιρειών, στις οποίες το Δημόσιο είναι πλειοψηφών μέτοχος και ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις εκάστοτε απολαβές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Άλλωστε στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οποιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, κατά την οποία "οι ρυθμίσεις των παρ. 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α 148), σύμφωνα με το οποίο "από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ.1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1 - 1 - 2010 και από 1 - 6 - 2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας", με το τελευταίο εδάφιο της παρ.18 του τρίτου άρθρου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ.5 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66), με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής [που αφορούσαν τις μειώσεις μόνο από το Ν. 3845/2010] οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου"(ΑΠ 1460/2018) και με το εδάφιο β της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 με το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξαιρούνται [εννοείται από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ.

α του ίδιου νόμου που επιβάλλουν ανώτατο ορίο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών στις σε αυτές διαλαμβανόμενες κατηγορίες εργαζομένων) οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους.

Περαιτέρω, με το π.δ. 333/2000 (ΦΕΚ Α 278/30.12.2000), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ Α 286), η ΔΕΗ κατέστη ανώνυμη εταιρία, το καταστατικό της οποίας θεσπίζεται επίσης με το ίδιο π.δ. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 43 του ν. 2773/1999, όπως αυτή ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 1 παρ. 4α της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ A 220/8.11.2012), η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφαλαίο της Δ.Ε.Η.

δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% των μετά ψήφου μέτοχων της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του άρθρου 8 του π.δ. 333/2000 και μέχρι την κατάργησή του με την παράγραφο 4 β του άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 175/7.9.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α 220/8.11.2012), σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό Κεφάλαιο της "ΔΕΗ ΑΕ" δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Συναφώς, οι μετοχές της "ΔΕΗ ΑΕ", που από 12.12.2001 είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μέχρι τις 7.4.2014 ανήκαν κατά ποσοστό 51,123 % στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με το ποσοστό αυτό έλεγχε και τα δικαιώματα στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η οποία κατά το άρθρο 21 του π.δ. 333/2000 είναι το ανώτατο όργανό της και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά την εταιρεία, εκτός αν άλλως ορίζεται στο καταστατικό και ειδικότερα αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, που κατά το άρθρο 10 του ιδίου π.δ/τος αποτελείται από έντεκα μέλη με τριετή θητεία, από τα οποία τα έξι μέλη, μεταξύ δε αυτών και ο Διευθύνων Σύμβουλος, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και από τα (έξι) μέλη αυτά το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του (άρθρα 21 παρ. 1 περ.

β και 10 παρ. 1 και 2 περ. α του π.δ. 333/2000). Κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010 (δηλαδή από 1.1.2010) και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010 (δηλαδή από 1.6.2010) η "ΔΕΗ ΑΕ", πληρούσε τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 περ. α, β και γ του ν. 3429/2005, καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε το Δημόσιο ασκούσε άμεσα αποφασιστική επιρροή, καθότι κατείχε τουλάχιστον το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του μετοχικού κεφαλαίου της, ήλεγχε την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση και ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείρισή της συμμετέχοντας ως πλειοψηφών μέτοχος στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, και μέσω αυτής διόριζε την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου εξέλεγε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής.

Εξάλλου, την 8.4.2014 η ... και ... αποφάσισε τη μεταβίβαση άνευ ανταλλάγματος 39.440.000 κοινών ονομαστικών μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ με δικαίωμα ψήφου (ήτοι ποσοστό 17% του υφιστάμενου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας) από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/01.07.2011). Η μεταβίβαση έγινε κατόπιν εκτέλεσης εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9.4.2014 και μέχρι την 20.3.2018 δεν έγινε άλλη μεταβίβαση μετοχών από το Ελληνικό Δημόσιο.

Μοναδικός δε μέτοχος του ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3986/2011, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ανέλαβε και κάλυψε όλες τις ονομαστικές μετοχές, στις οποίες διαιρέθηκε το μετοχικό του κεφάλαιο. Επίσης, με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 213 παρ. 3 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016) ορίσθηκε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΤΑΙΠΕΔ το μετοχικό του κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί μέσω της έκδοσης ονομαστικών μετοχών, τις οποίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου η "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ)" η οποία ιδρύθηκε με το ν. 4389/2016 και σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 1 αυτού το μετοχικό της κεφάλαιο καλύπτεται στο σύνολό του από το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο και μετά τις 8.4.2014, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση μέρους των μετοχών του στο ΤΑΙΠΕΔ εξακολούθησε να ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείριση της ΔΕΗ ΑΕ, καθότι το ίδιο ως μέτοχος ποσοστού 34,123% των μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ και μέσω του ΤΑΙΠΕΔ (ακόμη και όταν αυτό είχε ως μέτοχο και τη ΕΕΣΥΠ) που έλεγχε απόλυτα το 17% των μετοχών της, ήλεγχε τα δικαιώματα ψήφου στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της και συνακόλουθα το διορισμό της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω των τελευταίων την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής.

Έτσι και μετά την 8.4.2014 η "ΔΕΗ ΑΕ", εξακολούθησε να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 περ. α και γ του ν. 3429/2005 και, ως εκ τούτου, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010.

Περαιτέρω, με το νόμο 4001/2011 (ΦΕΚ A 179/22.8.2011), με έναρξη ισχύος από 22.8.2011 κατά το άρθρο 199 αυτού, μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο οι Οδηγίες 2009/72/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και για την κατάργηση των Οδηγιών 2003/54/ΕΚ και 2003/55/ΕΚ αντίστοιχα.

Με το άρθρο 97 του ως άνω νόμου (δηλαδή του ν. 4001/2011) συστήνεται η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) ΑΕ", ως θυγατρική εταιρία της "ΔΕΗ Α.Ε." και οργανώνεται και λειτουργεί ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ και ιδίως του Κεφαλαίου V αυτής, και σε αυτήν ανατέθηκε η διαχείριση του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ).

Με το άρθρο 98 του ίδιου νομού, ορίστηκε ότι η "ΔΕΗ ΑΕ" υποχρεούται να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς στη θυγατρική της εταιρεία "ΑΔΜΗΕ Α.Ε " (παρ.1).

Η ως άνω εισφορά πραγματοποιείται με απόσχιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως 5 του ν. 2166/1993 (Α` 137), του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ ΑΕ, τα οποία υπάγονται λειτουργικά στις δραστηριότητες της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ ΑΕ και ιδίως των παγίων που αποτελούν το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτά καταγράφονται στη λογιστική κατάσταση απόσχισης (παρ. 2).

Σύμφωνα δε με την παρ. 3 εδ. στ` του άρθρου 98, η "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της "ΔΕΗ ΑΕ" που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, περιλαμβανόμενων και αυτών που αφορούν τόσο το μεταφερόμενο κατά τα άρθρα 102, 103 και 104 προσωπικό, σύμφωνα με το εδ.

ζ της ίδιας παραγράφου, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται, για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους, οποιαδήποτε διατύπωση η δήλωση εκ μέρους τους και σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου (δηλαδή του άρθρου 98 του ν. 4001/2011) "Το μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΜΗΕ ΑΕ αυξάνεται λόγω της απορρόφησης κατά το ποσό της λογιστικής αξίας του ως άνω εισφερόμενου κλάδου της ΔΕΗ ΑΕ.

Μετά την ολοκλήρωση της απορρόφησης του κλάδου εκδίδονται από την ΑΔΜΗΕ ΑΕ νέες μετοχές, οι οποίες παραδίδονται στη ΔΕΗ ΑΕ. Οι μετοχές αυτές παρέχουν στη ΔΕΗ ΑΕ το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη της απορροφώσας εταιρείας". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 1 του νομού 4001/2011, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, το οποίο κατ' άρθρο 22 του ν. 2190/1920, είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά στην διοίκηση αυτής, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη των σκοπών της, με την επιφύλαξη των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου (άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4001/2011) διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο της αυτής, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 και 2 του ν 4001/2011 όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 9 του ν. 4203/2013 (ΦΕΚ Α 235/1.11.2013), είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων που μπορεί να έχουν σημαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων και ειδικότερα αποφάσεων σχετικά με την έγκριση του ετήσιου σχεδίου χρηματοδότησης, τον καθορισμό του επιπέδου δανεισμού της ΑΔΜΗΕ ΑΕ και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους και αποτελείται από επτά μέλη, που διορίζονται από τη Γενική Συνέλευση των μέτοχων της ως έξης: (α) τέσσερα (4) μέλη προτείνονται από τους μέτοχους της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, (β) δύο (2) μέλη προτείνονται από το Ελληνικό Δημόσιο και (γ) ένα (1) μέλος από το μόνιμο προσωπικού της ΑΔΜΗΕ ΑΕ.

Την 31.12.2012 το εκατό τοις εκατό (100%) των μετοχών της ΑΔΜΗΕ ΑΕ ανήκε στη ΔΕΗ ΑΕ, (όπως και οι ενάγοντες ομολογούν στην ένδικη, από 3.12.2015, αγωγή τους), ο πλήρης δε ιδιοκτησιακός διαχωρισμός της ΑΔΜΗΕ ΑΕ από τη ΔΕΗ ΑΕ και το σχέδιο υλοποίησης αυτού θεσπίζεται με τα άρθρα 142 και 143 του (μεταγενέστερου) νόμου 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016).

Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, η ΑΔΜΗΕ ΑΕ, από το χρόνο σύστασής της με τα άρθρα 97 επ. του ν. 4001/2011 (ΦΕΚ Α 179/22.8.2011) και καθ' όλο το αναγραφόμενο στην ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα (δηλαδή μέχρι 31.5.2015), ήταν "δημόσια επιχείρηση" κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3429/2005, καθότι είναι ανώνυμη εταιρεία και το επίδικο διάστημα ήταν συνδεδεμένη με τη δημόσια επιχείρηση "ΔΕΗ ΑΕ" κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, αφού ήταν θυγατρική της ΔΕΗ ΑΕ, η οποία κατείχε το 100% του μετοχικού της κεφαλαίου και μέσω της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΑΔΜΗΕ διόριζε το επταμελές εποπτικό συμβουλίου της τελευταίας, που κατά το άρθρο 106 παρ. 1 του ν. 4001/2011 είναι το ανώτατο όργανο διοίκησής της και κατά το άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου διορίζει τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η έννομη συνέπεια με βάση την τυχόν παραβίαση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1995, ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 319/2017).

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3.12.2015 (με αριθμό κατάθεσης 116582/4239/2015) αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από τη ΔΕΗ ΑΕ στις 1.9.1983 ο πρώτος, στις 17.4.1989 ο δεύτερος, στις 16.8.1983 ο τρίτος και στις 16.2.1988 ο τέταρτος, με συμβάσεις δοκιμασίας και ότι εντάχθηκαν στη συνέχεια στο τακτικό προσωπικό αυτής, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ, που είχε ισχύ ουσιαστικού νόμου ως κυρωθείς με το ν.δ. 210/1974 και στην κατηγορία Τ1/Α ως διπλωματούχοι μηχανικοί.

Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ (Α.Δ.Μ.Η.Ε. ΑΕ)" αποτελεί συνέχεια της "ΔΕΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που ιδρύθηκε το έτος 2000, κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας με το με αριθμό 10787/11.10.2011 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ& ΕΠΕ. Ότι σκοπός της εναγομένης -αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι να ασκεί τις δραστηριότητες και να εκτελεί τα καθήκοντα του κυρίου και διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ), όπως ορίζεται από τις διατάξεις του ν. 4001/2011 και ειδικότερα σκοπός της είναι η λειτουργία, η εκμετάλλευση, η συντήρηση και η ανάπτυξη του ΕΣΜΗΕ, ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια με τρόπο επαρκή, ασφαλή, αποδοτικό και αξιόπιστο.

Ότι από τον Ιούνιο του έτους 2010 αρχικά η ΔΕΗ ΑΕ και η ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και στη συνέχεια η εναγομένη -αναιρεσίβλητη, στο προσωπικό της οποίας μεταφέρθηκαν, αναδρομικά από 1.1.2010 μείωσε μονομερώς και παρανόμως τις αποδοχές τους εφαρμόζοντας τις διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και ειδικότερα αναδρομικά από 1.1.2010 μείωσε το ποσοστό του κατεχόμενου μ.κ.

κατά 7% και από 1.6.2010 κατά περαιτέρω 3% και επιπροσθέτως αθροιστικά εφάρμοσε "πλαφόν" στο όριο των αποδοχών τους ίσο με αυτό του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, προβαίνοντας σε παρακρατήσεις και των μεταβλητών αποδοχών που δικαιούνταν λόγω της απασχόλησής τους κατά Κυριακές, αργίες, νυκτερινά, υπερωρίες κλπ, που αφορούσαν σε υπεραπασχόλησή τους που έγινε κατ' εντολή της ίδιας της εναγομένης -αναιρεσίβλητης .

Ότι οι περικοπές των ν. 3833/2010 και 3845/2010 επιβλήθηκαν εσφαλμένα και μη νόμιμα, καθώς η εναγομένη-αναιρεσίβλητη :α) αποτελεί ανεξάρτητο φορέα και δεν ανήκει στο Δημόσιο, δεν επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, το Δημόσιο δεν ασκεί τη διοίκηση ή τη διαχείρισή της, με συνέπεια το προσωπικό της να εξαιρείται από την εφαρμογή των ως άνω μειώσεων, β) αποτελεί ανώνυμη εταιρεία κατ' επιταγή της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ λειτουργεί αμιγώς ως ανεξάρτητος φορέας και με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και γ) ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου αυτής από τη ΔΕΗ ΑΕ, η οποία, επίσης, δεν αποτελεί δημόσιο οργανισμό, δεν αλλάζει το χαρακτήρα της λόγω των υπέρτερης νομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 92 της Συνθήκης και 61 της Συμφωνίας ΕΟΧ, των άρθρων 222 της Συνθήκης της ΕΕ και 125 ΕΟΧ, που απαγορεύουν τη με οποιονδήποτε τρόπο κρατική παρέμβαση υπέρ μιας εταιρείας που ελέγχεται από το Δημόσιο, καθότι παραβιάζονται ευθέως οι αρχές της ελεύθερης αγοράς, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ισότιμης αντιμετώπισης δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Ότι, περαιτέρω οι διατάξεις των νόμων 3833/2010 κι 3845/2010, με τις οποίες επιβλήθηκαν μειώσεις στις αποδοχές τους, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5 22 παρ. 2, 23 παρ.1, 28 παρ. 1 εδαφ. α, 25 παρ. 1 δ, και 106 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος και είναι αντίθετες στα άρθρα 5 και 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (ν. 151/1978), στα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (18.10.1961) που κυρώθηκε με το ν. 1426/1984, στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (19.12.1966), που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, καθώς καταργούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ουσιαστικά τη συνδικαλιστική ελευθερία και συλλογική αυτονομία, με αποτέλεσμα να είναι ανεφάρμοστες και ως αντισυνταγματικές.

Ότι, εξ αυτών των λόγων, η εναγομένη -αναιρεσίβλητη είναι υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών τους που περικόπηκαν δυνάμει των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και που τους οφείλει με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους, άλλως τους οφείλει λόγω αδικοπραξίας, άλλως βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού και συγκεκριμένα οφείλει στον πρώτο το συνολικό ποσόν των 42.113,04 ευρώ, στο δεύτερο το συνολικό ποσόν των 36.860,05 ευρώ, στον τρίτο το συνολικό ποσόν των 67.652,67 ευρώ και στον τέταρτο το συνολικό ποσόν των 24.356,87 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά αναλυτικά υπολογίσθηκαν για τη χρονική περίοδο από 1.7.2010 μέχρι 30.4.2015 για τον πρώτο και τρίτο ενάγοντες-αναιρεσείοντες, από 1.1.2010 έως 30.4.2015 για το δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα και από 1.10.2010 μέχρι 30.4.2015 για τον τέταρτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα και για κάθε επιμέρους κονδύλιο των μικτών αποδοχών τους.

Ότι, άλλως, έχει εφαρμοσθεί με τρόπο εσφαλμένο από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη το ανώτατο όριο αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά, χωρίς να προστεθούν σε αυτές τα οικογενειακά επιδόματα, αυτά των εορτών και αδείας καθώς κλπ επιδόματα, όπως της επικίνδυνης εργασίας, που ρητώς ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 90 παρ. 3 και 4 του ν. 3842/2010 και ότι επομένως, η εναγομένη -αναιρεσίβλητη επικουρικά οφείλει στον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 30.891,78 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι 31.5.2015, στο δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 36.860,05 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.4.2015, στον τρίτο ενάγοντα -αναιρεσείοντα το ποσό των 59.301,03 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι 30.4.2015 και στον τέταρτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 24.356,87 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι 30.4.2010, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην ένδικη αγωγή.

Ότι επικουρικότερα η εναγομένη-αναιρεσίβλητη με την επίκληση του υποτιθέμενου "πλαφόν", την επίδικη χρονική περίοδο όλως παρανόμως περιέκοψε τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις τους από την υπεραπασχόλησή τους, παρά το γεγονός ότι αξιώνει την παροχή της σχετικής υπεραπασχόλησης από αυτούς (Κυριακές, υπερωρίες, νυκτερινά, εκτός έδρας κλπ) και ότι συνεπώς τους οφείλει τις ως άνω μεταβλητές αποδοχές και ειδικότερα οφείλει στον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 1.148,39 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα -αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 11.561,77 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 24.364,11 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.030,93 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον πρωτοδίκως περιορισμό του συνόλου των αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες ζήτησαν: 1) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη -αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει, ενεχόμενη από τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση, άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω μείωσης των αποδοχών τους, το ποσό το ποσό των 42.113,04 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα, το ποσό των 36.806,05 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα, το ποσό των 67.652,67 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα και το ποσό των 24.356,87 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα, που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 2] Άλλως και επικουρικώς να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη, υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες αναιρεσείοντες, ως ενεχόμενη έναντι τους συμβατικά, άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω περικοπής των αποδοχών τους, από 1.1.2010 μέχρι 31.5.2015 στο ύψος αυτών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς υπολογισμό σε αυτές των επιδομάτων της οικογενειακής παροχής και της επικίνδυνης εργασίας, το ποσό των 30.891,78 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 36.860,05 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 59.301,03 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών, και το ποσό των 24.356,87 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής 3] άλλως και επικουρικότερα να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει, ως ενεχόμενη έναντι τους συμβατικά, άλλως με βάση τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω περικοπής των αμοιβών και αποζημιώσεων από την υπεραπασχόλησή τους, το ποσό των 1.148,39 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 11.561,77 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 24.364,11 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών και στο ποσό των 1.030,93 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών, με τον με τον νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 1498/2019 απόφασή του απέρριψε την κύρια (από τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση) βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη κατά το κύριο αίτημά της και κατά τα επικουρικά της αιτήματα, απέρριψε ως μη νόμιμη την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξίας διατάξεις πρώτη επικουρική βάση της αγωγής και απέρριψε την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής προεχόντως ως αόριστη, σε κάθε περίπτωση δε και ως νομικά αβάσιμη.

Επί της από 30.7.2019 και με αριθμό κατάθεσης 69612/5444/2019 έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1498/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 2022/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 1498/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστήριου, που όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή των εναγόντων -αναιρεσειόντων.

Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 παράγραφος 5 και 2 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3833/2010, (όπως η παράγραφος 5 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου συμπληρώθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, η τελευταία φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου προστέθηκε με το άρθρο 36 παράγραφος 2 του ν. 3848/2010 και η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του αυτού νόμου συμπληρώθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του νόμου 3842/2010) και του άρθρου τρίτου παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010 δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, καθότι:

α) οι επιβληθείσες με τις ως άνω διατάξεις μισθολογικές περικοπές των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (περιλαμβανομένων και των δημοσίων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005) αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοσμένο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, (η οποία υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο), της άμεσης ανάγκης κάλυψης των οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, β) οι περικοπές αυτές δεν παρίστανται απρόσφορες για την επίτευξη των ως άνω σκοπών και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μη αναγκαίες ενόψει της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, γ) με τις ως άνω διατάξεις δεν προσβάλλεται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφού η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κρίσης της χώρας και η δημοσιονομική της εξυγίανση δεν στηρίζεται μόνο στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς με τις διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010 λήφθηκε πλήθος μέτρων (οικονομικών, δημοσιονομικών, διαρθρωτικών) η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμήθηκε από το νομοθέτη ότι θα συμβάλλει στην έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση, δ)με τις ως άνω διατάξεις δεν έγινε αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αφού το μισθολογικό καθεστώς των εναγόντων -αναιρεσειόντων διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974, δεν θεμελιώθηκε αναγκαστική εργασία και δεν προσβλήθηκε η συνδικαλιστική τους ελευθερία.

Επίσης έκρινε ότι οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 παράγραφος 5 και 2 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του ν 3845/2010, όπως ισχύουν, δεν έρχονται σε αντίθεση: α) με το άρθρο 7 (περ. α Ι) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και ορίζει ότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε προσώπου να απολαμβάνει δίκαιους και ευνοϊκούς όρους εργασίας, οι οποίοι εξασφαλίζουν ειδικότερα αμοιβή που παρέχει σε όλους τους εργαζόμενους, σαν ελάχιστο όριο, ένα μισθό δίκαιο και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας χωρίς καμιά διάκριση, β) με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978, που κυρώθηκε με το ν.δ 2405/1996 (ορθό κυρώθηκε με το ν. 2405/1996 ΦΕΚ Α 101/4.6.1996), το οποίο ορίζει ότι "ο διακανονισμός των διαφορών που προκαλούνται κατά τον καθορισμό των όρων απασχόλησης θα επιδιώκεται με τρόπο που να προσαρμόζεται στις εθνικές συνθήκες, με διαπραγματεύσεις των μερών ή με διαδικασία που να παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, όπως είναι η μεσολάβηση, η συνδιαλλαγή ή η διαιτησία και να καθιερώνεται με τρόπο που να εμπνέει εμπιστοσύνη στα ενδιαφερόμενα μέρη", γ) με το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 2405/1996 (ορθό κυρώθηκε με το ν. 2403/1996 ΦΕΚ Α 99/4.6.96), το οποίο ορίζει ότι πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να συμβιβάζονται με τις εθνικές συνθήκες με σκοπό την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και δ) με τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, που κυρώθηκε με το ν. 1426/1984, με τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις που διαλαμβάνονται στις διατάξεις αυτές για την εξασφάλιση αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων για συλλογική διαπραγμάτευση και για κοινωνική ασφάλεια αντίστοιχα, καθόσον με τις κρίσιμες διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010 δεν προσβλήθηκε το δικαίωμα των εναγόντων -αναιρεσειόντων να λαμβάνουν δίκαιο μισθό και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας τους χωρίς διάκριση στα πλαίσια των γενικότερων οικονομικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας και των αναγκών της χώρας, η ψήφιση των διατάξεων αυτών έγινε στο Κοινοβούλιο με διαδικασία που περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και δεν έγινε αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 1 παράγραφος 5 και 2 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3833/2010, (όπως η παράγραφος 5 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου συμπληρώθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, η τελευταία φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου προστέθηκε με το άρθρο 36 παράγραφος 2 του ν. 3848/2010 και η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του αυτού νόμου συμπληρώθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του νόμου 3842/2010) και το άρθρο τρίτο παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010, ως προς τη μη αντίθεσή τους με τα άρθρα 4, 22, 23, 25 παρ. 4, 28 παρ.1 και 106 παρ. 1 εδαφ.

α του Συντάγματος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ υπόθεση Κ και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος με τις περαιτέρω παραπομπές) και με τις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο ως άνω Διεθνών Συμβάσεων, που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών).

Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως προς το ζήτημα εάν νοούνται ως δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005, η ανώνυμη εταιρεία "ΔΕΗ ΑΕ", στο τακτικό προσωπικό της οποίας ήσαν ενταγμένοι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες μέχρι το έτος 2011, καθώς και η εναγομένη -αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" στην οποία αυτοί μεταφέρθηκαν και εργάζονται από τον Αύγουστο του 2011 μέχρι την 31.5.2015, (δηλαδή τη χρονική περίοδο από 1.1.2010 μέχρι 31.5.2015 για την οποία με την ένδικη αγωγή ζητείται η επιδίκαση στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες των αποδοχών και αποζημιώσεών τους που περικόπηκαν), ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 και του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ.

α του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, όπως ισχύουν, έκρινε ότι κατά το χρόνο θέσπισης και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων: 1) Η ανώνυμη εταιρεία "ΔΕΗ ΑΕ" υπάγεται στις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Β, αλλά και στις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Α -άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3429/2005, καθώς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα οι μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 49% του μετοχικού της κεφαλαίου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή της και ειδικότερα ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο σε ποσοστό 51% (άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 2733/1999, όπως ίσχυε πριν τη κατάργησή του με το άρθρο 1 παρ. 4 α της από Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4092/2012) και του γεγονότος ότι ως πλειοψηφών μέτοχος της Γενικής της Συνέλευσης εκλέγει τα έξι (6) από τα έντεκα (11) μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου και το Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής (άρθρα 10 παρ. 1 και 21 παρ. 1 β του καταστατικού της που περιλαμβάνεται στο π.δ. 333/2000, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 2733/1999) και 2) Η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", που συστήθηκε με το άρθρο 97 του ν. 4001/2011 (ΦΕΚ Α 178/22.8.2011) έχει το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3429/2005, καθότι, κατά την στην ένδικη αγωγή διαλαμβανόμενη χρονική περίοδο (δηλαδή από τον 22.8.2011 μέχρι 31.5.2015) είναι συνδεδεμένη με τη δημόσια επιχείρηση "ΔΕΗ ΑΕ" κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε παρ. 5 του κ.ν. 2112/1920 και μέσω της "ΔΕΗ ΑΕ" τελεί υπό την έμμεση αποφασιστική επιρροή του Ελληνικού Δημοσίου.

Τούτο διότι, κατά το συστατικό της νόμο (άρθρο 98 παρ. 1, 2, 3 περ.στ και ζ και 4 του ν. 4001/2011) η εναγομένη-αναιρεσίβλητη είναι θυγατρική της δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΗ ΑΕ", η οποία (ΔΕΗ ΑΕ) καθ'όλη την ένδικη χρονική περίοδο εκπροσωπεί την απόλυτη πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα μέσω της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας να διορίζει το Επταμελές Εποπτικό της Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για τα πλέον κρίσιμα θέματα αυτής και διορίζει τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου και του οποίου (Εποπτικού Συμβουλίου) τέσσερα μέλη προτείνονται από τους μετόχους της ΔΕΗ ΑΕ, δύο μέλη προτείνονται από το Ελληνικό Δημόσιο και ένα μέλος προτείνεται από το μόνιμο προσωπικό της αναιρεσίβλητης (άρθρα 105 παρ. 1 και 106 παρ. 1 και 2 του ν. 4001/2011).

Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, με την οποία, όπως ήδη λέχθηκε, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθούν η αμοιβή τους για παροχή εργασίας και η αποζημίωσή τους για υπεραπασχόληση, που περικόπησαν, επικαλούμενοι ότι κακώς εφαρμόσθηκαν σε αυτούς, ως εργαζόμενους αρχικά της ΔΕΗ ΑΕ και στη συνέχεια της αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 εδαφ.

α του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του 3845/2010, οι οποίες κατ' αυτούς δεν είναι εφαρμοστέες και ως αντιβαίνουσες το Σύνταγμα και τις κυρωθείσες με νόμο διεθνείς συμβάσεις που επικαλούνται, είναι στο σύνολό της (δηλαδή και κατά την κύρια και τις επικουρικές βάσεις αυτής και ως προς όλα τους τα αιτήματα) απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με το δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται στην εξαίρεση της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 παραβίασε, άλλως ψευδώς ερμήνευσε τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτή της παραγράφου 2.γ.

του άρθρου 4 της ΠΝΠ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 268/31.12.2011 και με την οποία καταργήθηκε η παράγραφος 5 του άρθρου 97 του ν. 4001/2011, που προέβλεπε ότι η ΑΔΜΗΕ ΑΕ τελεί υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του Δημοσίου, καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13.7.2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά Φυσικού Αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ" και τούτο διότι:

Α) η "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" ελεγχόταν προσωρινά μετοχικά από τη ΔΕΗ και όχι από το Δημόσιο, με το άρθρο 143 του ν. 4389/2016 (του οποίου το κείμενο παρατίθεται στο αναιρετήριο) επήλθε διαχωρισμός τους και από το έτος 2017 η "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" μετοχικά ελέγχεται κατά 51% από την ΑΔΜΗΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ, κατά 25% από την ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ ΑΕ και κατά 24% από την κινεζική εταιρεία "...", Β) και υπό το προϋφιστάμενο προσωρινώς καθεστώς, που αφορούσε μέχρι το έτος 2016 και ειδικότερα ούτε από το άρθρο 100, που ρυθμίζει τις εμπορικές σχέσεις της ΑΔΜΗΕ ΑΕ με τη ΔΕΗ ΑΕ, ούτε από το άρθρο 105 (το κείμενο του οποίου παρατίθεται στο ή αναιρετήριο) ούτε από άλλη διάταξη του ν. 4001/2011 προβλέπεται αρμοδιότητα οργάνου του Δημοσίου για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διοίκηση ή διαχείριση της αναιρεσίβλητης και Γ) Η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3833/2010 και 3845/2010, δεν νοείται δηλαδή δημόσια επιχείρηση κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005, καθόσον ούτε η προσωρινή μέτοχος αυτής "ΔΕΗ ΑΕ" εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010, αφού κατά το καταστατικό της είναι ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, ο σκοπός της είναι η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας κυρίως στον τομέα της ενέργειας αλλά και των τηλεπικοινωνιών, δεν επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό ούτε επιβαρύνει κατά οιονδήποτε τρόπο τις δημόσιες δαπάνες, αλλά αντιθέτως παράγει κέρδη και προσφέρει θετικά στον κρατικό προϋπολογισμό, δημιουργώντας έσοδα στη ΔΕΗ και εμμέσως στο Δημόσιο, ως κατέχον σημαντικό ποσοστό των μετοχών της, όσο και στους ιδιώτες μετόχους της.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13.7.2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά Φυσικού Αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ" είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται η διάταξη των Οδηγιών που κατά τους αναιρεσείοντες παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των Οδηγιών και η έννομη συνέπεια με βάση την επικαλούμενη παραβίαση.

Επίσης, ο ίδιος λόγος, ως προς το υπό το γράμμα Α σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 2 παρ. 2 εδαφ. β του ν. 3833/2010, κατά το οποίο "Εξαιρούνται (εννοείται από το ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών που ορίζεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου) οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους" και το οποίο κατ' αυτούς ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με το άρθρο 143 του ν. 4389/2016, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

Τούτο διότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, αφενός δεν εφάρμοσε την καταργηθείσα παράγραφο 5 του άρθρου 97 του ν. 4001/2011 (αφού δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" τελεί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου) και αφετέρου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 97, 98, 105 και 106 του νόμου 4001/2011 σε συνδ.

με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 3 του ν. 3429/2005 και 2 παρ. 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010 και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το ως άνω εδάφιο β της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 143 του ν. 4389/2016, με τις οποίες υλοποιείται το σχέδιο ιδιοκτησιακού διαχωρισμού της αναιρεσίβλητης εταιρείας από τη ΔΕΗ ΑΕ, καθόσον ο νόμος 4389/2016 είναι μεταγενέστερος της χρονικής περιόδου από 1.1.2010 μέχρι 31.5.2015 στην οποία αναφέρονται οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή αξιώσεις των εναγόντων -αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και κατά τη διάρκεια της οποίας η τελευταία ήταν συνδεδεμένη με τη δημόσια επιχείρηση "ΔΕΗ ΑΕ" κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920 και οι διατάξεις του δεν έχουν αναδρομική ισχύ ούτε καταλαμβάνουν εκκρεμείς υποθέσεις [άρθρο 240 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016)].

Επίσης, απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το υπό το γράμμα Β σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης. Τούτο διότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 100 του ν. 4001/2011, το οποίο, ως καθορίζον μόνο τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ της μητρικής "ΔΕΗ ΑΕ" και της θυγατρικής "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", δεν αναιρεί την κατά τον χρόνο εφαρμογής των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 ιδιότητα της τελευταίας ως δημόσιας επιχείρησης κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3429/2005, η οποία (ιδιότητα) εναργώς συνάγεται από τα άρθρα 97 παρ. 1, 98 παρ. 1, 3 περ.

στ και ζ και 4, 105 παρ. 1 και 106 παρ. 1 και 2 του ν. 4001/2011 τα οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, κατά τα ως άνω άρθρα η αναιρεσίβλητη "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" είναι δημόσια επιχείρηση ως θυγατρική της επίσης δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΗ ΑΕ", η οποία κατέχει την απόλυτη πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης και μέσω της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας διορίζει το Επταμελές Εποπτικό της Συμβούλιο και μέσω του τελευταίου τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Τέλος, απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το υπό το γράμμα Γ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, καθότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι, κατά το χρόνο εφαρμογής των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 η "ΔΕΗ ΑΕ" ήταν δημόσια επιχείρηση κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ. α, β και του ν. 3429/2005 και υπαγόταν στις λοιπές ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Β του ως άνω νόμου, ως ανώνυμη εταιρεία επί της οποίας το Δημόσιο, κατέχοντας ποσοστό πενήντα ένα (51%) του μετοχικού της κεφαλαίου, ελέγχοντας την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση και διορίζοντας τα έξι (6) από τα έντεκα (11) μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με τα άρθρα 43 παρ. 3 του ν. 2733/1999 και 8 του π.δ. 333/2000 όπως ίσχυαν πριν την κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 43 του ν. 2733/1999 και του άρθρου 8 του π.δ. 333/2000 με το άρθρο 1 παρ. 4 α και β της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α 220/8.11.2012) και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 εδαφ.

β του ν. 3833/2010. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για εσφαλμένη εφαρμογή άλλως ψευδή ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού δικαίου με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής τους, με την οποία ζητούσαν να τους επιδικασθούν οι επιβληθείσες περικοπές των αμοιβών από την υπεραπασχόλησή τους (υπερωριακή απασχόληση και αμοιβή Κυριακών, αργιών κλπ) ως μη νόμιμη κατά παράβαση των προαναφερθεισών στους προηγούμενους λόγους διατάξεων, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4024/2011, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 και ν. 435/1976 όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 και ισχύουν, της ΥΑ 8900/1946, όπως ερμηνεύθηκε από την ΥΑ 28825/1951, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 28/1944 και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την κατάργηση του αναγκαστικού αυτού νόμου, κατ' άρθρο 3239/1951 και άρθρο 2 ν. 435/1976 και της ΥΑ 18310/1946, κατά τις οποίες (διατάξεις) η υπεραπασχόληση των εργαζομένων προσφέρεται πάντα έναντι ανταλλάγματος, η τυχόν δε παραίτηση από αυτό είναι άκυρη.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας (και) της επικουρικής βάσης της αγωγής, με την οποία, κατ' επίκληση του άρθρου 20 του ν. 4024/2011, ζητείτο να επιδικασθούν στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες οι περικοπές των μεταβλητών αποδοχών τους, δηλαδή οι περικοπές των αποδοχών και αποζημιώσεων υπεραπασχόλησής τους, ύψους 1.148,39 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα, ύψους 11.561,77 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα -αναιρεσείοντα, ύψους 24.364,11ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα και ύψους 1.030,93 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα -αναιρεσείοντα, δεν απέρριψε την επικουρική αυτή αγωγική βάση με την κρίση ότι δεν είναι νόμιμες η παροχή της υπεραπασχόλησης των εναγόντων και η αμοιβή της υπεραπασχόλησής τους αυτής, ώστε να παραβιάσει με τη μη εφαρμογή τους τις επικαλούμενες στο τρίτο λόγο αναίρεσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Αντίθετα, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τη συγκεκριμένη επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, (ορθά) ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3429/2005 και του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010, με την κρίση, δηλαδή, ότι κατά τον ένδικο χρόνο η αναιρεσίβλητη "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", σύμφωνα τον καταστατικό της νόμο (άρθρα 97 επ.

του ν. 4001/2011), είναι δημόσια επιχείρηση, καθώς είναι συνδεδεμένη κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, με την επίσης δημόσια επιχείρηση "ΔΕΗ ΑΕ", στην οποία το Δημόσιο ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, καθώς κατέχει την απόλυτη πλειοψηφία των μετοχών του καταβεβλημένου μετοχικού της κεφαλαίου, ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση και διορίζει το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, με συνέπεια οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που η αναιρεσίβλητη καταβάλλει στους μισθωτούς της να απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Επομένως, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου με το αναιρετήριο άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5300/698/07.07.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2022/14.4.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ