Legislator Case Law & Legislation
1517/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's admission of sworn affidavit as evidence under strict proof regime.

Case Number 1517/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had admitted a sworn affidavit as evidence. The lower court violated the strict proof regime established by the President of the First Instance Court, which prohibited such affidavits from being considered. Consequently, the Supreme Court annulled the appellate decision regarding this specific error and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226 §2, 270 §§1&2, 341, and 524 §1 of the Code of Civil Procedure; When a multi-member First Instance Court orders strict proof, sworn affidavits are inadmissible as evidence, and their admission by the Court of Appeal constitutes a violation of substantive law grounds for appeal.

Keywords

AI generated
strict proof regime sworn affidavit admissibility Court of Appeal error substantive law violation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 150 and 151 of the Civil Code
Article 178 of the Civil Code
Articles 226 §2, 270 §§1&2, 341, and 524 §1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2. Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Κωστήρη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. συζ. Ν. Π., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ... και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σαρακενίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1998 αγωγή του αρχικού διαδίκου Νικολάου Πεσιρίδη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29793/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1437/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α Κ.Πολ.Δ και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 ΑΚ συνάγεται ότι για την ακύρωση, με δικαστική απόφαση, της υπό το κράτος απειλής καταρτισθείσας δικαιοπραξίας η οποία, μετά την ακύρωσή της, εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη, απαιτείται πλην άλλων, η απειλή να ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 Α.Κ., δικαιοπραξία αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη, λογικώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, και η αντίθεση της δικαιοπραξίας προς αυτά κρίνεται εκ του περιεχομένου της, ενόψει και του συνόλου των περιστάσεων που τη συνοδεύουν και όχι μεμονωμένα εκ του κινήσαντος αυτήν αιτίου ή του υποκειμένου σε αυτή σκοπού (Ολ.

ΑΠ 398/1975). Δηλαδή, η ανηθικότητα που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία πρέπει να προκύπτει είτε από το περιεχόμενό της είτε σε συνδυασμό με το σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων που τελούν σε γνώση ή υπαίτια άγνοια του ανήθικου περιεχομένου. Η εκ του άρθρου 150 Α.Κ. ακυρωσία της βούλησης συνεπεία απειλής δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην κατ' άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου κατ' αυτήν επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά επηρεάζοντα τον γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας (Α.Π. 1272/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο αρχικώς ενάγων εξέθετε σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, και τα εξής : <<...Η εναγομένη από την πρώτη στιγμή της έγγαμης συμβιώσεώς μας προσπάθησε, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας μου, να μου επιβληθεί με τον χαρακτήρα της και να με μεταβάλλει σ' ένα άβουλο ον, ενώ είχα ανάγκη ψυχικής συνδρομής και συμπαράστασης.

Μου φερόταν ψυχρά και με καταπίεζε. Ζούσαμε σε χωριστά δωμάτια. Προκαλούσε καυγάδες και ένταση με κάθε αφορμή. Με απομόνωσε από τους φίλους μου, τους συναδέλφους μου και το συγγενικό μου περιβάλλον και ιδιαίτερα από τις θυγατέρες μου από τον πρώτο γάμο, τις οποίες μισούσε. Κάτω από την ψυχολογική πίεση που μου ασκούσε, σε συνδυασμό με τη χρήση ισχυρών ηρεμιστικών φαρμάκων, ψυχοφαρμάκων κ.λπ., και με το γεγονός ότι με κρατούσε κλεισμένο και απομονωμένο στο σπίτι μας, επήλθε σταδιακά σοβαρή κατάπτωση της ψυχικής μου υγείας, η οποία βεβαίως επιδεινώθηκε λόγω της προχωρημένου της ηλικίας μου και της ασθένειας πάρκινσον από την οποία υποφέρω...

Τις δύο θυγατέρες μου η εναγομένη προσπάθησε να με πείσει να τις αποκληρώσω, γιατί δήθεν δεν ενδιαφέρονταν για μένα και την υγεία μου, ώστε τελικά να κληρονομήσει η ίδια και τα ανίψια της όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου... Σε αυτή την εξασθενημένη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόμουνα και στην απομόνωση που με είχε οδηγήσει από όλους τους συγγενείς και φίλους η πρώτη εναγόμενη άρχισε από αρχές Απριλίου 1997 να εφαρμόζει σατανικό σχέδιο, ώστε με απειλές να με υποχρεώσει να της μεταβιβάσω ποσοστό 24% ακεραίας μετοχής του ΟΑΣΘ...

Πιο συγκεκριμένα, ενώ ήμουν φιλάσθενος και είχα ανάγκη κάποιας ψυχικής συνδρομής και συμπαράστασης στην ηλικία των 78 ετών, με απείλησε η πρώτη εναγομένη ότι αν δεν προσέλθω στο συμβολαιογράφο για να υπογράψω το άνω συμβόλαιο δωρεάς, θα με εγκατέλειπε αβοήθητο και μόνο, δεν θα μου επέτρεπε να παίρνω τα φάρμακά μου, δεν θα μου επέτρεπε να βγαίνω από το δωμάτιο της οικίας μου...

Υπέγραψα λοιπόν το συμβόλαιο τελώντας υπό το κράτος των φορτικών απειλών... Η παραπάνω απειλή ασκήθηκε από την πρώτη εναγομένη παράνομα και ενάντια στα χρηστά ήθη, με σκοπό να με εξαναγκάσει να προβώ στην προαναφερθείσα δήλωση βουλήσεως... Εξάλλου ο εκτιθέμενος τρόπος βάσει του οποίου επιτεύχθηκε η υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου δωρεάς αντίκειται και στα χρηστά ήθη, διότι δεν υπήρχε καμία συνάφεια ή σύνδεσμος μεταξύ της επιζητηθείσης από την πρώτη εναγομένη δηλώσεως βουλήσεως και του απειληθέντος κακού, και συνεπώς άκυρη κατ' άρθρο 178 Α.Κ....

Όταν η εναγομένη κατάλαβε πως είχα πλέον αντιληφθεί την απάτη της και την πλεκτάνη στην οποία προσπάθησε να με εμπλέξει και ότι υπήρχε κίνδυνος να προσβάλλω την γενομένη προς αυτήν δωρεά, έσπευσε να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό 24% ακεραίας μετοχής του ΟΑΣΘ προς τον ανιψιό της Θ.

Τ. (δεύτερο εναγόμενο) έναντι εικονικού τιμήματος..>>. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και ιδίως την επίκληση οργανωμένου σχεδίου εκ μέρους της δωρεοδόχου προς σφετερισμό της περιουσίας του ενάγοντος και άμεσης μεταβίβασης της στον δεύτερο εναγόμενο ανεψιό της, είναι σαφές ότι η αγωγή, πέραν της βάσεως περί ακυρώσεως της δωρεάς συνεπεία απειλής, περιέχει και νόμιμη βάση περί ακυρότητας της δωρεάς λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη για τη θεμελίωση της οποίας γίνεται επίκληση και περιστατικών πέραν εκείνων της απειλής.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο βάση της αγωγής περί ακυρότητας της σύμβασης δωρεάς, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, με την αιτιολογία ότι στηρίζεται στα ίδια με την απειλή περιστατικά, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 178 Α.Κ.

και ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.

Από τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 1094 Α.Κ. προκύπτει ότι την αναγνωριστική της κυριότητας πράγματος αγωγή νομιμοποιείται να ασκήσει ο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής κύριος του πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, ο αρχικώς ενάγων εξέθετε ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη, λόγω δωρεάς και συνεπεία απειλής που ασκήθηκε απ' αυτήν και εν γένει συμπεριφοράς αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, ποσοστό 24% ακεραίας μετοχής του ΟΑΣΘ και ότι στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε το ίδιο ποσοστό στον δεύτερο εναγόμενο Θ.

Τ., λόγω πωλήσεως. Ζήτησε δε ο ενάγων, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η δωρεά ήταν άκυρη, ότι εντεύθεν η εναγομένη δεν απέκτησε και δεν μεταβίβασε νομίμως στον δεύτερο εναγόμενο, που δεν ήταν καλής πίστεως, το παραπάνω ποσοστό 24% της μετοχής του ΟΑΣΘ και ότι συνεπώς αυτός (ενάγων) εξακολουθεί να είναι κύριος ολόκληρης της μετοχής και όχι ο δεύτερος εναγόμενος.

Το Εφετείο απέρριψε μεν και ορθώς τη βάση της αγωγής περί κηρύξεως ως άκυρης της δωρεάς, για το λόγο ότι αυτή καταρτίστηκε συνεπεία απειλής, ως παθητικά ανομιμοποίητη κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος δεν ήταν συμβαλλόμενος στη σύμβαση της δωρεάς (άρθρο 155 Α.Κ.), πλην, όμως, δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τον λόγο της έφεσης του αρχικώς ενάγοντος, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αναγνωριστική της κυριότητάς του βάση της αγωγής, ως προς την οποία οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται παθητικά.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι, κατ' ορθή υπαγωγή, τέταρτος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση (και) η ανωτέρω πλημμέλεια.

Από τις διατάξεις των άρθρων 226§2, 270§§1&2, 341 και 524§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι, όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία και ο πρόεδρος όρισε με πράξη του, που καταχωρήθηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 341 ΚΠολΔ, δηλαδή υπό καθεστώς αυστηρής απόδειξης, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 132012011, Α.Π. 21012006, Α.Π. 1574/2005, ΑΠ 147011998, ΑΠ 248/1999, ΑΠ 732/1999), αφού τότε οι ένορκες βεβαιώσεις, που δεν κατονομάζονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποτελούν στην ουσία μαρτυρία χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, και συνεπώς απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 8/1987).

Από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης όρισε με την από 31-7-1998 πράξη του, που καταχωρήθηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής αυτής, ότι η απόδειξη στην υπόθεση θα διεξαγόταν σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως και διεξήχθη, αφού για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε η υπ' αριθ. 29.793/1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διέταξε αποδείξεις και με μάρτυρες.

Επομένως, ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε στο πλαίσιο της ένδικης υπόθεσης, για να χρησιμεύσει κατ'αυτή ως αποδεικτικό μέσο, είναι κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο για την απόκρουση της έφεσης και της εναντίον τους αγωγής την υπ' αριθ. 5324/15-12-1998 ένορκη βεβαίωση της Μ.

Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία και ελήφθη υπόψη από το Εφετείο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού αυτή, με βάση τα προεκτεθέντα, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Μετά τα παραπάνω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1437/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ