Legislator Case Law & Legislation
1517/2013 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal, remands case for new trial on moral damages due to procedural requirements.

Case Number 1517/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, annulling only the portion regarding moral damages. The court held that because the case had already been retried after a previous annulment, a new substantive hearing was required to ensure procedural fairness and allow parties to present new arguments. Consequently, the case was remanded to the appellate court for a new trial on the moral damages issue, while the other parties were ordered to pay a portion of the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 570, 237, 527, 269, 520, 178 of the Code of Civil Procedure; When a Supreme Court annuls a decision partially after a prior retrial, the case must be remanded for a new substantive hearing to comply with procedural safeguards and the principle of judicial economy.

Keywords

AI generated
partial annulment new substantive hearing moral damages procedural fairness judicial economy Code of Civil Procedure remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 520 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. θυγ. Π. Λ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου, κληρονόμου εκ διαθήκης, του Β. Η. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. ( Α. Μ.) Α. του Χ. (πρώην συζ. Σ. Π. - Π.) και 2. Δ. (ή Ά.) Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 9-5-2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9800/1994 προδικαστική, 4607/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με την 1591/2007 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου και 6507/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της ως και του από 11-2-2010 δικογράφου προσθέτων αυτής λόγων επί της οποίας εκδόθηκε η 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίπτει το από 11-2-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, αναιρεί την 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3919/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 8 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αίτησης για τον από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Στη συνέχεια δε να διακρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να δικασθεί η έφεση για το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης που αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο ,αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.

Κατά δε το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική, ενώ καλύπτονται και δεν μπορούν να προταθούν εκ νέου πλημμέλειες, που προϋπήρχαν της αναιρετικής απόφασης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, οι αναιρεσίβλητοι, με την από 5-3-1993 αγωγή τους, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ιστορούσαν ότι με βάση σύμβαση έργου που κατάρτισαν στην …το Δεκέμβριο του έτους 1990 με τη δεύτερη (αναιρεσείουσα) και τον τρίτο από τους εναγόμενους (Β. Α. ήδη αποβιώσαντα, μετά την άσκηση της αγωγής και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κληρονομηθέντα από την αναιρεσείουσα), τους ανέθεσαν την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης της οικοδομής που θα κτιζόταν σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, στην ..., έναντι αμοιβής 12% (δηλαδή 6% για τον καθένα) επί του συνολικού κόστους ανέγερσης της οικοδομής.

Οι ίδιοι εναγόμενοι μετά από δική τους πρόταση έλαβαν την εντολή από αυτούς να ανεύρουν εργολάβο και να διαπραγματευθούν μαζί του για λογαριασμό τους, τους όρους και το περιεχόμενο σύμβασης μίσθωσης έργου για την εκτέλεση των εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος της οικοδομής. Σε εκτέλεση της άνω εντολής οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι, το Μάρτιο του 1991 τους υπέδειξαν ως κατάλληλο εργολάβο τον πρώτο εναγόμενο, Κ.

Φ. και τους διαβεβαίωσαν ότι διαπραγματεύθηκαν και πέτυχαν για λογαριασμό τους τις φθηνότερες από τις ισχύουσες στην αγορά εργολαβικές τιμές, όπως και ο εργολάβος, ενώ τους ζήτησαν πιεστικά να αποδεχθούν τις διαπραγματεύσεις και τις προτεινόμενες από τον εργολάβο τιμές. Τον Απρίλιο τους έτους 1991 πεπεισμένοι από τις άνω διαβεβαιώσεις και μόνον, αποδέχθηκαν τις αναλυτικά αναγραφόμενες εργολαβικές τιμές και υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση μίσθωσης έργου με τον Κ.

Φ., με την οποία του ανέθεσαν την εκτέλεση των εργασιών του εκ μπετόν αρμέ σκελετού της οικοδομής. Η εκτέλεση του έργου άρχισε το Σεπτέμβριο του 1991, αλλά περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 1992 διαπίστωσαν, ότι οι εργολαβικές τιμές που αποδέχθηκαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης ήταν υψηλότερες από τις ισχύουσες στην αγορά για τις αντίστοιχες εργασίες κατά 50% έως 300%, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή τους.

Το γεγονός αυτό, γνώριζαν οι άνω αντιπρόσωποι τους, αλλά το απέκρυψαν, με μοναδικό σκοπό να πετύχουν τη θετική δήλωση τους προς τον αντισυμβαλλόμενο εργολάβο, στην οποία δήλωση δε θα προέβαιναν αν τους είχε παρουσιάσει την πραγματική κατάσταση και εκ του λόγου τούτου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη. Σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες εργολαβικές αμοιβές και το συμφωνηθέν έργο κατέβαλαν στον άνω εργολάβο τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ύψους 17.178.660 δραχμών, ενώ κατά τις πράγματι ισχύουσες τιμές κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης θα έπρεπε να του καταβάλουν 10.642.900 δρχ.

και ως εκ τούτου υπέστησαν από την ως άνω συμπεριφορά ζημία ίση προς τη διαφορά ύψους 6.535.760 δρχ. Τη σύμβαση αυτή οι ενάγοντες κατήγγειλαν, στις 8-4-1992, πλην όμως ο εργολάβος Κ. Φ. παράνομα κατείχε το έργο μέχρι 22-10-1992, τούτο δε είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν α) 7.500.000 δρχ. στον εργολάβο που θα αναλάβει να ολοκληρώσει το έργο αφού δε δέχεται να πληρωθεί με βάση την ισχύουσα τιμή ανά κ μ και β) 13.567.800 δρχ.

για την αποπεράτωση του έργου το οποίο έχει επιφάνεια 452,26 τ.μ., αφού το κόστος ανά τ.μ. ανέρχονταν τον Απρίλιο του 1992 σε 150.000 δρχ. και το Νοέμβριο του 1992 που κατέστη δυνατή η συνέχεια του σε 180.000 δρχ. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι, οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι εν γνώσει και του πρώτου εξ αυτών, με πρόθεση προέβαιναν σε αναληθείς επιμετρήσεις ως προς το έργο που ο τελευταίος είχε εκτελέσει και ότι ο Β.

Α. συνέτασσε και υπέβαλε στο Ι.Κ.Α. εν γνώσει και σε συνεργασία με τους λοιπούς εναγομένους αναληθείς καταστάσεις ως προς τους εργαζόμενους στο έργο. Με βάση δε τις αναληθείς επιμετρήσεις κατέβαλαν: α) στον άνω εργολάβο το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δρχ., ενώ σύμφωνα έργο που έχει εκτελεσθεί έπρεπε να του καταβάλουν το ποσόν των 17.178.660 δρχ.

και υπέστησαν έτσι ζημία αντίστοιχη με το ποσόν της διαφοράς ύψους 16.540.340 δρχ. β) στους δύο τελευταίους εναγομένους ως αμοιβή το ποσόν των 3.156.700 δρχ. αντί της πράγματι οφειλομένης ύψους 1.277.140 δρχ. και υπέστησαν ζημία ύψους 1.879.560 ευρώ και γ) στο ΙΚΑ για εισφορές απασχοληθέντος προσωπικού 8.262.589 δρχ., ενώ με βάση το έργο των 345 μ.κ.

που είχε εκτελεσθεί έπρεπε να καταβάλουν 2.070.000 δρχ., υπέστησαν δε ζημία ύψους 6.192.589 δρχ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ο καθένας σε ολόκληρο να τους καταβάλουν κατ' ισομοιρία στον καθένα από τους αυτούς (ενάγοντες), ως αποζημίωση λόγω της τελεσθείσας σε βάρος τους αδικοπραξίας μεταξύ άλλων :

τα υπό στοιχεία α, β, γ προαναφερόμενα ποσά που αποτελούν τη θετική τους ζημία 31.150.249 δρχ. (16.540.340 δρχ.+6.192.589+1.879.560δρχ.) και κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό 24.612.489 δρχ. με τους νόμιμους τόκους από την καταβολή κάθε ποσού καθώς και 10.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τη σε βάρος τους τελεσθείσα αδικοπραξία, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ν' απαγγελθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση διαρκείας ενός έτους ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αδικοπραξίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4607/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή καθόσον στρεφόταν ατομικά κατά της αναιρεσείουσας και 2) έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά των λοιπών εναγομένων. υποχρέωσε δε αυτούς να πληρώσουν στους ενάγοντες προς ανόρθωση της περιουσιακής τους ζημίας το ποσό των 61.093.90 ευρώ και προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ..

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως. Με την αίτηση αυτή απέδιδε, μεταξύ των άλλων η αναιρεσείουσα πλημμέλειες από τους αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσον αφορά το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, καθώς και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ως αποδειχθέντα στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Ο Άρειος Πάγος, με την 890/2010 απόφασή του, σε σχέση με τις πιο πάνω αποδιδόμενες πλημμέλειες δέχτηκε τα εξής: "Από τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 5¬-3-1993 ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων όπου εκτίθενται κατά νομικά ορισμένο τρόπο όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27 και 366 του ΠΚ, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά.

Επομένως ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος...". Κρίθηκε δηλαδή με την ως άνω απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τόσο για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όσο και στο κατ' ουσίαν βάσιμο αυτής για την εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων καθώς και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά τα πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλη του, καθώς και ο έβδομος λόγος (με τον οποίο αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 700 ΑΚ), με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, όσον αφορά το ορισμένο το νόμιμο και ουσία βάσιμο της αγωγής είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Σημειώνεται ότι, οι πλημμέλειες αυτές, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου (890/1010) και συνακόλουθα καλύφθηκαν. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση του δικαστηρίου τούτου, έγινε εν μέρει δεκτός ο από τον αριθ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, και αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την έφεση της αναιρεσείουσας.

Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: "...Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης του, με τις οποίες το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα που παρίσταται κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του Β.

Α. παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, 27, 385 του ΠΚ με αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς την έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής-απατηλής συμπεριφοράς του αρχικού εναγομένου και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Β.

Α. που τελέσθηκε με την παροχή ψευδών επιμετρητικών στοιχείων του εκτελεσθέντος έργου στους αναιρεσίβλητους εργοδότες και της προκληθείσας εντεύθεν στους αναιρεσίβλητους θετικής ζημίας από το γεγονός ότι εξ αφορμής της ίδιας απατηλής συμπεριφοράς, παρασύρθηκαν και κατέβαλαν: α) στον εργολάβο κ. Φ. ως εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) επί πλέον για μη εκτελεσθέν έργο το ποσό των 15.648.000 δρχ.

β) στο ΙΚΑ επί πλέον το ποσό των 4.181 565 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές μη εκτελεσθέντος έργου και γ) στον πιο πάνω αρχικά εναγόμενο Β. Α. επί πλέον το ποσό των 998.180 δρχ. για αμοιβή επίβλεψης μη εκτελεσθέντος έργου. Ειδικότερα, με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν καθίσταται σαφές και αναμφίβολο εάν χρονικά υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας μέσω της παροχής ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που τοποθετείται χρονικά κατά τις ίδιες παραδοχές τουλάχιστον στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 1992 και των καταβολών των αναιρεσίβλητων, από τις οποίες προέκυψαν κατά τα προαναφερθέντα οι ένδικες (στις τρεις περιπτώσεις) αδικοπρακτικές ζημιογόνες συνέπειες, που τοποθε¬τούνται κατά τις ίδιες παραδοχές σε προγενέστερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις ίδιες ψευδείς και απατηλές επιμετρήσεις.

Συγκεκριμένα, κατά τις ίδιες παραδοχές: 1) Το Φεβρουάριου του 1992 οι αναιρεσίβλητοι ζητούν από τον εναγόμενο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Β. Α. ως επιβλέποντα μηχανικό και τον άλλο συνεναγόμενο Κ.Φ., ως εργολάβο, έγγραφες πιστοποιήσεις των εργασιών που ήδη είχαν μέχρι τότε εκτελεσθεί, ύστερα από προτροπή του γνωστού της Πολιτικού Μηχανικού Δ.

Κ., ο οποίος τους πληροφόρησε για πρώτη φορά τότε ότι το ποσό των 43.000.000 δρχ. περίπου που είχαν ήδη καταβάλει δηλαδή 33.719.000 δρχ. για εργολαβικό αντάλλαγμα, 6.359.565 δρχ. για εισφορές ΙΚΑ και 31.560.790 δρχ. για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού ήταν υπερβολικά.2) Ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις ο Κ. Φ. παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος τους, που ανερχόταν συνολικά σε 32.360.000 δρχ., ο κατάλογος δε αυτός συνοδευόταν από αντίγραφο επιμέτρησης που είχε κάνει ο ίδιος, στον οποίο εμφανιζόταν ότι μέχρι την 14-2-1992 συνολικά είχαν χρησιμοποιηθεί 559 μ3 οπλισμού σκυροδέματος. 3) Ότι την επιμέτρηση αυτή επιβεβαίωσε λίγο αργότερα ο επιβλέπων του έργου Β.

Α., 4) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος Β.Α., του ζητήθηκαν από τον πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε. Γ. Π. παρατηρείται μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες, αφού υπήρχε διαφορά 53 μ3 επί έλαττον δηλαδή 1η επιμέτρηση 559 μ3 και 2η επιμέτρηση 505 μ3. 5) ότι οι απόψεις του εργολάβου Κ.Φ. ως προς τις ποσότητες σκυροδεμάτων της οικοδομής συμβάδιζαν με την αναλυτική επιμέτρηση του Β.

Α., που παραδόθηκε ύστερα από εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων στις 6-5-1992, 6) Ότι από την έκθεση του πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε. και του δικαστικού πραγματογνώμονα Δ. Μ. προκύπτει ότι η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή των αναιρεσιβλήτων υπολείπεται από την αναφερόμενη στην επιμέτρηση του Β.

Α. και Κ. Φ., 7) Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Κ.Φ. και ο επιβλέπων Β.Α.ς με πρόθεση παρουσίασαν στους αναιρεσίβλητους ιδιοκτήτες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σ' αυτούς ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992 είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμού σκυροδέματος ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη 8) Ότι με βάση τις επί μέρους καταβολές των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες η τελευταία χρονικά τοποθετείται στις 28-3-1992, οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν συνολικά το ποσό των 33.719.000 δρχ.

για εκτελεσθέν έργο αξίας 18.071.000 δρχ. και ζημιώθηκαν την επί πλέον διαφορά των 15.648.000 δρχ. 9) Ότι εξ αιτίας της ψευδούς επιμέτρησης των εναγομένων οι αναιρεσίβλητοι ιδιοκτήτες κατέβαλαν τμηματικά μέχρι το Μάρτιο 1992 στο ΙΚΑ το συνολικό ποσό των 6.359.565 δρχ. δια χειρός των αρχικά εναγομένων Β.Α. αντί του ποσού των 2.178.000 δρχ.

που πραγματικά όφειλαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν την προκύπτουσα διαφορά των 4.181.565 δρχ. και 10) Ότι με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις του Β. Α. και του Κ.Φ. οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον πρώτο ως αμοιβή επίβλεψης μέχρι την 7-3-1992 το συνολικό ποσό των 3.156.700 δρχ. αντί του πράγματι οφειλομένου των 2.168.580 δρχ.

με βάση το πράγματι εκτελεσθέν έργο και ζημιώθηκαν την προκύπτουσα διαφορά των 998.180 δρχ. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, από τις οποίες απουσιάζει η σαφής και αναμφίβολη παραδοχή ότι πριν από τις προαναφερθείσες ζημιογόνες καταβολές των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτήτων μεσολάβησαν απατηλές παραστάσεις των αρχικά εναγομένων και ιδιαίτερα του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Β.Α.

που είχαν σχέση με την παροχή προς τους αναιρεσίβλητους ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που δικαιολογούσαν αιτιωδώς τις ίδιες καταβολές, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικά διατάξεις, γιατί δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος ως προς τη συνδρομή της έννοιας της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Β.

Α. και της σε προγενέστερο χρόνο (κατά τις ίδιες παραδοχές) επελθούσας ζημιογόνου συνέπειας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως ο τρίτος λόγος κατά το ένα μέρος του και ο τέταρτος λόγος κατά το ένα μέρος του, του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμοι.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..". Επομένως, αναιρέθηκε η απόφαση αυτή και για το κονδύλιο της θετικής ζημίας καθώς και της ηθικής βλάβης, αφού το τελευταίο τούτο, συνέχεται αναγκαστικά με την υπαιτιότητα, τα οποία και έπρεπε να ερευνήσει εκ νέου το δικαστήριο της παραπομπής.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστήριο της ουσίας, από οπουδήποτε, άρα και από άκυρα και παράτυπα έγγραφα, εφόσον είναι παραδεκτή η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ). Πρέπει, όμως, η γνησιότητα του εγγράφου, που αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου, από το οποίο το δικαστήριο συνάγει τα συμπεράσματά του, να είναι αποδεδειγμένη και όχι αμφισβητούμενη.

Αν αμφισβητείται είναι ανάγκη να αποδεικνύεται. Κατά δε το άρθρο 457 §2 ΚΠολΔ "εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο". Κατά την έννοια αυτής της διατάξεως ως "αμέσως" γενόμενη καταφατική ή αρνητική δήλωση περί της γνησιότητας νοείται αυτή που έγινε στη συζήτηση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο και η έλλειψη της δηλώσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η γνησιότητα αναγνωρίστηκε σιωπηρά και είναι περιττό να διαταχθούν αποδείξεις περί αυτής.

Εν όψει τούτων, η κατά τη μεταγενέστερη συζήτηση αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 310/1996), ενώ κατά την παρ. 3 της ΚΠολΔ 457, αν αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του εγγράφου ως πλαστού.

Εξ άλλου, αν ο εκδότης του εγγράφου ισχυρισθεί ότι η χρονολογία του εγγράφου είναι αναληθής φέρει το βάρος αποδείξεως, διότι και η χρονολογία αποτελεί περιεχόμενο του εγγράφου καλυπτόμενο από την ουσιαστική δύναμη του άρθρου 445 ΚΠολΔ (ΑΠ1754/2007). Αν όμως από τον αντίδικο του διαδίκου που προσκόμισε ιδιωτικό έγγραφο αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, ως υπογεγραμμένου από πρόσωπο άλλο από τον φερόμενο ως εκδότη του εγγράφου, ο δικαστής δεν επιτρέπεται να το εκτιμήσει μόνο ή με άλλες αποδείξεις προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του για το κατ` ουσία βάσιμο της αγωγής ή των προβληθεισών κατ` αυτής ενστάσεων, αν προηγουμένως δεν κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί μη γνησιότητας του εγγράφου ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά νόμιμη δικονομική ένσταση (άρθρο 457 ΚΠολΔ) τουτέστιν πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η μη λήψη υπόψη του οποίου επάγεται την αναίρεση της απόφασης κατά το άρθρο 559 αρ. 8β` ΚΠολΔ.

Εξάλλου, αν ο ισχυρισμός αυτός απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θα πρέπει, για να ληφθεί υπόψη, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομοτύπως ενώπιον του υπό τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ, είτε με την έφεση, εφόσον ο εκκαλών είναι εκείνος που αμφισβητεί τη γνησιότητα, είτε με τις προτάσεις αν ο τελευταίος είναι εφεσίβλητος.

Περαιτέρω δε αν, κατά παράβαση των διαληφθεισών διατάξεων περί δικαστικών τεκμηρίων, λάβει υπόψη του το έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του αριθ. 11α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει αν περιλαμβάνεται στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1974/2008).

Τέλος για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι η γνησιότητα του εγγράφου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, αμφισβητήθηκε κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα. Σε περίπτωση δε, που ο ισχυρισμός του αυτός, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο ( κατ' ορθή αρίθμηση) σκέλος του, αποδίδει η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι κατέβαλαν, μεταξύ άλλων, στον εργολάβο Κ.

Φ. στις 28-3-2012 το ποσό των 700.000 δρχ. προς απόδειξη δε της καταβολής αυτής επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν απόδειξη χωρίς ημερομηνία, την οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ότι η ίδια, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις της αμφισβήτησε το χρόνο έκδοσης της απόδειξης αυτής, ενώ ο Κ.

Φ. με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμφισβήτησε τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής του στην απόδειξη αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η αναιρεσείουσα, δεν ισχυρίζεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη της απόδειξης, επαναφέρθηκε νομοτύπως, κατά ως άνω διαλαμβανόμενα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης αλλά και των προτάσεων της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η εκ μέρους της αμφισβήτηση της ημερομηνίας έκδοσης προβλήθηκε στο Εφετείο.

4) Κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1298/2008).

Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 510/ 2010, 2185/2009, 115/2007).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. .

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2008 και 14/2005). Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 498/1978).

Και τούτο διότι, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του.

απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (1444/2010). Με τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του (αιτιάσεις 1η και 6η), της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις του αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες δικαστικές ομολογίες των αναιρεσίβλητων στην αγωγή και στις προτάσεις τους από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι οι σε βάρος τους άδικες πράξεις των εναγομένων έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο των γενομένων προς αυτούς καταβολών και συνακόλουθα της εξαπάτησης αυτών.

Ειδικότερα φέρονται οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι με τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα να δηλώνουν ότι "...Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1992, σε συζήτηση που έγινε σε φιλικό μας σπίτι, στην οποία παρευρίσκετο και κατασκευαστής - μηχανικός, αναφερθήκαμε στην οικοδομή που κτίζαμε και στο κόστος αυτής, το οποίο, παρά τον προϋπολογισμό μας έμοιαζε πλέον ανέλεγκτο και πάντως απαγορευτικό για την ολοκλήρωση του έργου.

Μας παρετηρήθη ότι το κόστος "φαίνονταν" τουλάχιστον υπερβολικό για τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες και μάλλον ασυνήθιστο για την αγορά. Το γεγονός αυτό μας ενέβαλε σε σκέψεις και ζητήσαμε από τους επιβλέποντες καθώς και από τον εργολάβο να μας προσκομίσουν εγγράφως τις πιστοποιήσεις των εργασιών ...

και γενικά λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις δαπάνες στις οποίες είχαμε υποβληθεί μέχρι τότε. Μετά από αρκετές ημέρες και λόγω των φορτικών πλέον οχλήσεών μας, μας παρέδωσαν μία πρόχειρη έγγραφη κατάσταση των εργασιών που είχαν εκτελεστεί. Όταν παραβάλαμε την κατάσταση αυτή με την σύμβαση διαπιστώσαμε και εμείς, παρά την απειρία μας, ότι και οι τρεις εναγόμενοι τουλάχιστον μας εξεμεταλλεύοντο ..." και "...

Ο ισχυρισμός της αντιδίκου ότι δεν ζητήσαμε επιμέτρηση κατά το στάδιο της κατασκευής, που τα θεμέλια ήταν ανοικτά, αλλά αντίθετα θυμηθήκαμε να δημιουργήσουμε πρόβλημα πολύ αργότερα, στο τελικό στάδιο κατασκευής του Β' ορόφου, που τα θεμέλια ήταν απολύτως κλειστά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά την ουσία, δεδομένου ότι εμείς κατά το στάδιο της κατασκευής δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα σχετικά με την ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος, πρώτη δε φορά καταλάβαμε ότι υπήρχε πρόβλημα στα τέλη Φεβρουαρίου 1992.

Συγκεκριμένα, όπως πλήρως αποδείχθηκε περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1992, σε συζήτηση που έγινε σε φιλικό μας σπίτι στην οποία παρευρίσκετο και ο κατασκευαστής-μηχανικός Δ. Κ., αναφερθήκαμε στην οικοδομή που κτίζαμε και στο κόστος αυτής, το οποίο, παρά τον προϋπολογισμό μας έμοιαζε πλέον ανέλεγκτο και πάντως απαγορευτικό για την ολοκλήρωση του έργου και μας παρετηρήθη ότι το κόστος φαινόταν τουλάχιστον υπερβολικό για τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες και μάλλον ασυνήθιστο στην αγορά, γεγονός που μας έβαλε σε σκέψεις, γι' αυτό ζητήσαμε να γίνουν τότε πρώτη φορά οι επιμετρήσεις".

Από τα ως άνω εκτιθέμενα δεν συνάγεται ομολογία των αναιρεσειόντων, υπό την προεκτεθείσα έννοια, με πρόθεση αυτών, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Τούτο διότι οι τελευταίοι δεν ισχυρίζονται ότι εξαπατήθηκαν το πρώτον, μετά τις καταβολές προς αντιδίκους τους, έτσι ώστε οι ψευδείς παραστάσεις των τελευταίων να μη συνδέονται αιτιωδώς με αυτές (καταβολές), όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Αντιθέτως, από την επισκόπηση του συνόλου του περιεχομένου της αγωγής και των προτάσεων τους, συνάγεται ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), υποστήριζαν ότι οι ψευδείς παραστάσεις των αντιδίκων τους δεν έλαβαν χώρα το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά και προηγουμένως. Με τα ως άνω δε υποστηριζόμενα διευκρίνιζαν ότι τούτο αντιλήφθηκαν το Φεβρουάριο 1992.

Κατά συνέπεια, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ( 4ος πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις, 2η,3η,4η και 5η), αλλά και τον 3ο λόγο, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς, έγγραφα και εξώδικες ομολογίες των αντιδίκων της), που αυτή νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη: 1)εξώδικη ομολογία του Δ. Α. ενώπιον του Τριμελούς (ποινικού) Εφετείου Αθηνών, 2) εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων σε εξώδικη δήλωση τους, που κοινοποιήθηκε την 8η Απριλίου 1992 στον Β. Α., με την οποία κατήγγειλαν τη σύμβαση έργου, 3) εξώδικη ομολογία των αναιρεσειόντων που περιέχεται στην αίτηση τους για συντηρητική κατάσχεση, απευθυνόμενη εναντίον της αναιρεσείουσας και του Β.

Α., που κοινοποιήθηκε την 8η Απριλίου 1992, από τις οποίες (εξώδικες ομολογίες), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προέκυπτε ότι μέχρι τον Απρίλιο του 1992, δεν είχε υποβληθεί στους αναιρεσίβλητους έγγραφη επιμέτρηση εκ μέρους του Β. Α. και 4) Την υπ' αριθ. 2589/11.7.1991 οικοδομική άδεια ανέγερσης της ένδικης οικοδομής των αντιδίκων.

Την υπ' αριθμ. 1411/1997 άδεια νομιμοποίησης της pilotis της ένδικης οικοδομής των αντιδίκων. Την υπ' αριθμ. 2128/2001 άδεια νομιμοποίησης εκ των υστέρων, επιφανείας 90,60 τετρ. μέτρων της ένδικης οικοδομής των αντιδίκων, συνοδευόμενη από τις από 25 Νοεμβρίου 2001 και 28 Νοεμβρίου 2001 υπεύθυνες δηλώσεις των αντιδίκων Δ. Α.

και Ι. Π. αντίστοιχα, όπου αναφέρουν πανομοιότυπα: δ)Τα 6175, 6178, 6179, 6184, 6186 και 6190 της 29ης Ιουλίου 1991, 8581, 8583, 8591, 8593, 8603, 8606, 8610, 8615, 8619, 8620, 8629, 8633, 8634, 8636, 8637, 8648, 8655 της 4ης Οκτωβρίου 1991, 9782, 9783, 9788, 9792, 9798, 9801, 9803, 9810, 9812 της 29ης Οκτωβρίου 1991, 10506, 10507, 10513, 10517, 10523, 10525, 10527, 10529, 10533, 10535 της 15ης Νοεμβρίου 1991, 11176, 11182, 11201 της 26ης Νοεμβρίου 1991, 11963, 11964, 11967, 11971, 11983, 11997, 11999, 12000, 12001, 14810 της 20ης Δεκεμβρίου 1991, 12657, 12659 της 14ης Ιανουαρίου 1992,13862, 13865, 13871, 13877, 13882, 13895, 45264, 45272 της 5ης Φεβρουαρίου 1992, 14478, 14488 της 14ης Φεβρουαρίου 1992 δελτία αποστολής έτοιμου σκυροδέματος της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ Α.Ε." με αναγραφόμενο παραλήπτη τον 2° των αντιδίκων Δ.

Α., που αφορούν την ένδικη οικοδομή, και τα αντίστοιχα με αριθμούς 581, 883, 1022, 1122, 1192, 1294, 9381, 1369, 1477 και 9637 δελτία λιανικής πώλησης των συγκεκριμένων ποσοτήτων αυτών. Αποδείξεις πληρωμής για αγορά υλικών και παροχή υπηρεσιών, καθώς τιμολόγια και αποδείξεις λιανικής πώλησης σιδήρου. Από την υπάρχουσα όμως στην απόφαση αυτή, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

5) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του.

Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 15/2010, 200.2012).

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε: α) το περιεχόμενο της αποδείξεως καταβολής των 700.000 δρχ, , καθόσον δέχτηκε ότι είχε εκδοθεί στις 28-3-1992, αν και η απόδειξη αυτή δεν αναγραφόταν ημερομηνία έκδοσης και β) του "περιγραφικού τιμολογίου και προσφοράς", προς αναιρεσίβλητους, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο το οποίο περιλάμβανε ρητά πρόβλεψη πληρωμής στον εργολάβο και άλλων πρόσθετων ποσών, πέραν εκείνων που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, το έγγραφο τούτο προέβλεπε: 1) Υποχρέωση των αντιδίκων για καταβολή Φ.Π.Α. μπετόν και σιδήρου (8%) και Φ.Π.Α. "φατούρας" (κατ' αποκοπή εργασιών) 18%, 2) ότι, "ως προς τα ημερομίσθια εάν υπάρξει αύξηση, θα πληρώνεται το 1/2 της αξίας της άνω τιμής", 3)ότι "κάθε εργασία που δεν αναφέρεται στο παραπάνω (περιγραφικό τιμολόγιο) θα εκτελείται μετά από εντολή του επιβλέποντα και κατόπιν καινούργιας συμφωνίας, πάντα μέσα στα πλαίσια της λογικής".

Ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω περιγραφικού τιμολογίου, το οποίο αποτελεί και τη σύμβαση εργολαβίας μεταξύ των αντιδίκων και του Κ. Φ., μετά την αποδοχή του από αυτούς, παραλείποντας να περιλάβει κατά την ανάγνωση του και τους συγκεκριμένους συμφωνημένους όρους του, με συνέπεια να μη συνυπολογίσει, στη συνέχεια, στο κόστος του έργου το Φ.Π.Α., την αύξηση της τιμής του όλου έργου ανάλογα με την, κατά τη διάρκειά του, αύξηση των ημερομισθίων και την αξία των πρόσθετων εργασιών που συμφωνήθηκαν και πραγματοποιήθηκαν κατά την πορεία του έργου, όπως έχουν περιγραφεί παραπάνω (κατασκευής εξωτερικού κλιμακοστασίου, 6 "cour anglais'', απολογιστικών εργασιών - όπως μπαζώματα με χαλίκι, υγρομονώσεις, θερμομονώσεις, καθαρισμοί τοιχίων, αποξηλώσεις και επανακατασκευές λόγω αλλαγής ύψους του υπογείου, δημιουργία 9 φρεατίων στο δάπεδο του υπογείου με αντίστοιχο σύστημα υδραυλικής εγκατάστασης και αποχέτευσης, της αλλαγής του τύπου των πλακών, κατασκευής παραθύρων σε σχήμα Π στο χώρο υποδοχής του Α' και Β' ορόφου, παραθύρου - ζαρντινιέρας στον Α' όροφο, πάγκου στον ημιυπαίθριο του Α' ορόφου, 21 αρχιτεκτονικών προεξοχών υποστυλωμάτων για κάλυψη υδρορροών και άλλων εργασιών στο χώρο του υπογείου).

Ότι με την παραμόρφωση δε αυτή του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) αύξησε εσφαλμένα το σύνολο των καταβολών των αντιδίκων στον εργολάβο Φ. κατά 2.500.000 δραχμές και β) δέχθηκε ότι η προκαταβολή αυτή δόθηκε γενικά για αγορά υλικών (προκειμένου μάλιστα να προληφθεί τυχόν μελλοντική ανατίμησή τους) και όχι των συγκεκριμένων που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ενώ αν είχε αναγνώσει ορθά την παραπάνω προσφορά (σύμβαση), θα δεχόταν ότι και η ουσιώδης αύξηση της τιμής του σκυροδέματος (μπετόν) και η αναβάθμιση της ποιότητάς του και το κόστος των πρόσθετων εργασιών είχαν ουσιώδη επιρροή στην αύξηση της τελικής τιμής του έργου. Ο λόγος αυτός με τις αποδιδόμενες πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τούτο διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, αφενός για το χρόνο καταβολής του ποσού των 700.000 δρχ. αφετέρου δε για το κόστος του έργου και τις αιτίες των καταβολών εκ μέρους των εργοδοτών, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη του, από τους διαδίκους και όχι αποκλειστικά ή κυρίως από τα συγκεκριμένα έγγραφα.

7) Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημιάς, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση τι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "....Περί τον Οκτώβριο του 1990, οι ενάγοντες Ι. Π.-Π. και Δ. Α. ανέθεσαν στη Γ. Λ. αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό, με την οποία συνδέονταν με στενή φιλία τη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με πυλωτή επί ενός οικοπέδου στην ..., στη συμβολή των οδών ...

αρ…και ... αρ…, το οποίο ανήκε σε αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Παράλληλα δε ανέθεσαν σε αυτήν και στο σύζυγο της Β. Α., επίσης στενό φίλο τους, την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης του όλου έργου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 12%, ήτοι 6% για τον καθένα, επί του συνολικού κόστους της υπό ανέγερση οικοδομής.

Συγχρόνως, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους τελευταίους να τους συστήσουν εργολάβο -κατασκευαστή προκειμένου να του αναθέσουν την εκτέλεση του έργου της κατασκευής σκελετού εξ οπλισμένου σκυροδέματος της επίδικης οικοδομής. Το Μάρτιο του 1991 οι άνω εναγόμενοι συνέστησαν στους ενάγοντες τον εργολάβο οικοδομών Κ.

Φ. με τον οποίο είχαν συνεργασθεί και παλαιότερα για την ανέγερση άλλων οικοδομών. Ο εργολάβος αυτός τους υπέβαλε έγγραφη προσφορά με τις τιμές για τις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος που επρόκειτο να εκτελεσθούν στην οικοδομή. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά και τον Απρίλιο του 1991 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε:

α) κατασκευή από τον Κ.Φ. ξυλοτύπων εν γένει, καρφοβελόνες, μεταφορά ξυλείας και σιδηρών καλουπιών, καθαρισμός αυτών μετά το ξεκαλούπωμα και μεταφορά μετά το πέρας των εργασιών, β) προμήθεια και διάστρωση του μπετόν σε οποιοδήποτε ύψος και βάθος, δόνηση του μπετόν και χρήση πρέσας για τη διάστρωση του μπετόν, γ) προμήθεια κατασκευής και τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και όλες τις ειδικές εργασίες π.χ.

σκάλες. Για τις παραπάνω εργασίες ο άνω εργολάβος πρότεινε στους ενάγοντες και αυτοί αποδέχθηκαν τις εξής τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν η αξία των υλικών, οι αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού που αυτός θα χρησιμοποιούσε καθώς και το εργολαβικό του κέρδος: 1) 15.000δρχ. ανά μ3 για το μπετόν καθαριότητας (Β 120), 2) 18.000 δρχ.

ανά μ3, για το γκρο μπετόν με πλέγμα Τ92 (Β 160), 3) 38.000 δρχ. ανά μ3 για το οπλισμένο μπετόν όπως τα σχέδια της μελέτης (Β 225), 4) 3.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις βαθμίδες (σκάλα), 5) 4.000 δρχ. ανά τ.μ. για το στηθαίο 0,50 - 1.00 δρχ. 6) δρχ. 1500 ανά τ.μ για τις φαλτσόπηχες-σκωτίες, 7) 5.000 δρχ. ανά μ2 για το εμφανές μπετόν με κόντρα πλακέ, 8) 40.000 δρχ.

τη φορά η έξτρα χρέωση της πρέσας για ποσότητα σκυροδέματος μικρότερη των 35 μ3, 9) 20.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις ζαρντινιέρες και 10) 1500 δρχ./μ3 για τις εκσκαφές. Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνο στην περίπτωση που θα υπήρχε ανατίμηση των υλικών και μόνο κατά το ποσοστό της ανατίμησης.

Οι ενάγοντες προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενη αύξηση των τιμών στα υλικά, πριν την έναρξη των εργασιών στην οικοδομή, προκατέβαλαν στον άνω εργολάβο το συνολικό ποσόν των 5.500.000 δρχ. Το Φεβρουάριο του 1992 και ενώ υπολειπόταν η κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του 2ου ορόφου της οικοδομής, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων να τους προσκομίσουν εγγράφως τις πιστοποιήσεις των εργασιών που είχαν ήδη εκτελεσθεί και γενικά λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις δαπάνες στις οποίες είχαν υποβληθεί μέχρι τότε.

Είχε προηγηθεί προτροπή του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., μάρτυρα των εναγόντων προς αυτούς, ο οποίος τους πληροφόρησε ότι το ποσόν των 43.000.000 δρχ. περίπου (ήτοι για εργολαβικό αντάλλαγμα 33.719.000 δρχ., για-5 εισφορές στο ΙΚΑ 6.359.565 δρχ. και για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού 3.156.700 δρχ.) που είχαν ήδη αυτοί δαπανήσει, με τμηματικές καταβολές κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, ήταν υπερβολικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα.

Σαφής και πειστική για όλα τα ανωτέρω είναι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος μεταξύ άλλων αυτολεξεί ανέφερε: "μου είπαν ότι μέχρι τότε τους είχε στοιχίσει 43.000.000 δρχ., η αντίδραση μου στο άκουσμα του ποσού αυτού ήταν ότι έμεινα κατάπληκτος, θεώρησα το ποσόν αυτό εξωφρενικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα" και επανέλαβε "το ποσόν αυτό μου φάνηκε όχι απλώς υψηλό και υπερβολικό, αλλά εξωπραγματικό με τα ισχύοντα οικονομικά δεδομένα" (βλ.

σχ. κατάθεση του άνω μάρτυρα στη σελίδα 2 φύλλο 23 της εισηγητικής έκθεσης). Εν τέλει ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις, ο Κ. Φ., περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1992, παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος για κάθε μία από αυτές, το οποίο κόστος ανερχόταν συνολικά στο ποσόν των 32.380.000 δραχμών.

Στο σχετικό κατάλογο επισυναπτόταν και αντίγραφο επιμέτρησης που είχε κάνει ο ίδιος, στην οποία εμφανιζόταν ότι στην οικοδομή είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι 14-2-1992 συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος. Την επιμέτρηση επιβεβαίωσε, στις 20-2-1992, ο επιβλέπων του έργου Β. Α.. Ακολούθως, οι ενάγοντες κατήγγειλαν με την 7-4-1992 εξώδικη πρόσκληση δήλωσή τους, τόσο τη σύμβαση έργου που είχαν συνάψει με τον Κ.

Φ., όσο και τη σύμβαση ανάθεσης της επίβλεψης των εργασιών της οικοδομής στη δεύτερη εναγόμενη και το Β.Α.. Παράλληλα, καθ' υπόδειξη πάλι το Δ. Κ., οι ενάγοντες με αίτηση τους προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε) ζήτησαν να οριστεί πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός, για να διενεργήσει επιμέτρηση των σκυροδεμάτων του σκελετού που εκτέλεσε ο εργολάβος Κ.

Φ. στην άνω οικοδομή τους. Το Τ.Ε.Ε. με το από 9338/14-5-1992 έγγραφο του ανέθεσε στον τοπογράφο-μηχανικό Γ.Π. τη σύνταξη της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος πράγματι συνέταξε την από 24-7-1992 νομίμως προσκομιζόμενη έκθεση του, όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα: 1) ότι στις 19-5-1992 πραγματοποίησε αυτοψία στην οικοδομή παρουσία των ιδιοκτητών του υπεργολάβου Κ.Φ.

του επιβλέποντα Β.Α. και του Πολ. Μηχανικού Ι.Δ., τεχνικού Συμβούλου των ιδιοκτητών. Κατόπιν ενημέρωσης του από τους ενδιαφερομένους σχετικά με το αντικείμενο της διαφωνίας τους, προχώρησε στη λήψη ορισμένων επιμετρητικών στοιχείων για την αναλυτική επιμέτρηση των σκυροδεμάτων, ενώ ζήτησε από αυτούς να προβούν σε αποκάλυψη των θεμελίων της οικοδομής σε δύο σημεία για να καταλήξει στο βάθος της θεμελίωσης της και αναλυτική επιμέτρηση από τον επιβλέποντα Β.Α..

Ότι μετά από μερικές ημέρες έγιναν οι ενδεικτικές εκσκαφές στην οικοδομή από τους ιδιοκτήτες και τον υπεργολάβο και την 22/6/1992 διενήργησε δεύτερη αυτοψία στην οικοδομή, παρουσία μόνον των ιδιοκτητών και του Ι. Δ., αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει και τον υπεργολάβο για την επί τόπου μετάβαση του και για το βάθος της θεμελίωσης, έλαβε δε συμπληρωματικά επιμετρητικά στοιχεία για τα εμφανή σκυροδέματα, τις σκωτίες και τις φαλτσόπηχες της οικοδομής. 2) Ότι μέχρι τη διενέργεια της αυτοψίας είχε κατασκευαστεί το υπόγειο (σε επιφάνεια -σημαντικά μεγαλύτερη σε σχέση με την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη), η πυλωτή, ο Α όροφος εκτός από τις ζαρντινιέρες που ήταν καλουπωμένες και από το Β όροφο είχαν σκυροδετηθεί τα υποστυλώματα και η σκάλα, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα είχαν καλουπωθεί και είχε γίνει η τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού. 3) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος, Β.

Α. παρατηρείτο μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες για παράδειγμα στο σκυρόδεμα υπήρχε διαφορά περίπου 55 μ3 επί έλαττον, 1η επιμέτρηση 559 μ3, 2η επιμέτρηση 505 με και 4) ότι οι απόψεις του Κ.Φ. όσον αφορά τις ποσότητες των σκυροδεμάτων της οικοδομής, συμβάδιζαν με τις ποσότητες που προέκυπταν από την αναλυτική επιμέτρηση του επιβλέποντος Β.Α.

και ήταν οι εξής: a)Beton καθαριότητας Β120 = 45,00 μ3 β) Beton Β160 (gross beton) = 44,00 μ3 γ) Βεΐοη 225 (σκελετός) -428,50μ3 δ)Εμφανές Beton= 557,66μ2 ε)Φαλτσόπηχες = 563,55τ.μ. στ)Σκωτίες = 194,66τ.μ. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας μετά από προσεκτική μελέτη όλων των προαναφερθέντων στοιχείων και απόψεων προχώρησε στην επιμέτρηση των σκυροδεμάτων της οικοδομής καταλήγοντας στο ακόλουθο συμπέρασμα, αναφορικά δε με τις ποσότητες του σκυροδέματος της θεμελίωσης, ότι εξήχθησαν από τα σχέδια και τις μετρήσεις μετά την αποκάλυψη των θεμελίων από τις δύο ενδεικτικές τομές που έγιναν από τους ενδιαφερομένους σε δύο σημεία του περιγράμματος της οικοδομής, με τη ρητή επισήμανση ότι σε αυτές περιλαμβάνεται και το πρόσθετο τμήμα του υπογείου που δεν προβλεπόταν από τη τεχνική μελέτη.

Ακόμη ανέφερε ότι η επιμέτρηση εκ' μέρους του Β.Α. του παραδόθηκε ύστερα και από εξώδικη πρόσκληση (8-6-92) των ιδιοκτητών. Ειδικότερα σύμφωνα με το πόρισμα αυτό οι ποσότητες είχαν ως εξής: 1) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225 = 344,97μ3 2) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160 =26,25 μ3 3) Σκυρόδεμα άοπλοΒ120 20 μ3 4) Εμφανή σκυρόδεμα =324.00 τ.μ.5) Σκάλες=65τ.μ 6) Σκωτίες =282,20 τ.μ. 7) Φαλτσόπηχες = 706,60 τ.μ. 8) Στηθαία = 40.00τ.μ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και ο διορισθείς με την προαναφερόμενη 9800/1994 προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονας Δ. Μ. , πολιτικός μηχανικός, στη νομίμως με επίκληση από τους διαδίκους προσαγόμενη με αριθμό …/95 από 13-11-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης επισημαίνει ότι, ήλθε σε επαφή με τη δεύτερη εναγόμενη και τον Β.

Α., οι οποίοι τον ενημέρωσαν, παρέλαβε από αυτούς στοιχεία, έγγραφα, σχέδια, διενήργησε αυτοψία και καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα αναφορικά με τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος, με μικρές αποκλίσεις προς τα πάνω σε σχέση με το πόρισμα του μηχανικού Ε. Π.. Ειδικότερα σύμφωνα με την έκθεση αυτή οι ποσότητες του σκυροδέματος είχαν ως εξής: 1) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225 = 362,84 μ3 2)Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160 = 29,21 μ3, 3)Σκυρόδεμα άοπλο Β120 = 20,00 μ3, 4) Εμφανή σκυρόδεμα = 324,00μ2 5)Σκάλες = 65 τεμχ. 6) Σκωτίες = 282,20τ.μ. 7) Φαλτσόπηχες = 706,00τ.μ. 8) Στηθαία = 40,00 μ.μ.

Ο ανωτέρω διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας Δ. Μ. , όπως αναφέρει στην έκθεση του, για τη σύνταξη της, πέραν των μετρήσεων που διενήργησε επί τόπου στην οικοδομή, έλαβε υπόψη του τόσο τα αρχικά σχέδια της οικοδομής, όσο και τα τροποποιημένα, το σχέδιο κατασκευής Cour anglaise και εξωτερικού κλιμακοστασίου, τα δελτία αποστολής ετοίμου σκυροδέματος της εταιρείας ΑΛΦΑ-ΜΠΕΤΟΝ, χρησιμοποίησε και στοιχεία από τις επιμετρήσεις τόσο του Γ.

Π., όσο και του επιβλέποντος Β. Α., καθώς και στοιχεία αξιολόγησης από προσωπική του εκτίμηση βάσει της εμπειρίας του και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής, καθόσον όταν του ανατέθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η οικοδομή είχε ήδη ως επί το πλείστον, αποπερατωθεί από άλλο τόπου αφανείς εργασίες και ποσότητες, όπως πέδιλα, συνδετήρες, δοκοί, βάθος θεμελίωσης, αλλά και εργασίες και ποσότητες που έχουν επικαλυφθεί από επιχρίσματα, επενδύσεις κ.λ.π. (βλ.

σχ.σελ.2 της 579/1995 έκθεση πραγ/νης). Κοινός τόπος αμφοτέρων των ειδικών (πραγματογνώμονα που ορίστηκε από Τ.Ε.Ε. και πραγματογνώμονα που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αποτελεί η διαπίστωση ότι κατά την κατασκευή της οικοδομής των εναγόντων η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε υπολείπεται από την αναφερομένη στην επιμέτρηση του Β.

Α. και Κ. Φ.. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Κ. Φ. και ο επιβλέπων Β Α. με πρόθεση παρουσίασαν στους ιδιοκτήτες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σε αυτούς ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992, είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη.

Στις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με μικρές μεταξύ τους αποκλίσεις οι δύο πραγματογνώμονες δέχονται ότι τα κυβικά όλων των τύπων οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ ολιγότερα από αυτά που ο τρίτος εναγόμενος εμφάνισε στη δική του επιμέτρηση: Ειδικότερα: α) η ποσότητα του Β225 στην επιμέτρηση του Β.

Α. είναι 428 μ3, στην επιμέτρηση του Ε. Π. είναι 344,97 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 362,84 μ3, β) η ποσότητα του Β160 στην επιμέτρηση του Β. Α. ανέρχεται σε 44 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 26,53 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 29,21 μ3, γ) η ποσότητα του Β 120 στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 324 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ Μ.

είναι 324 μ3.

Συνεπώς, ο λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε πως ο Κ. Φ., εργολάβος, σε συνεργασία με τον Β. Α. παρουσίασαν με πρόθεση στους ενάγοντες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί ως εκτελεσθέν, ισχυριζόμενη ότι οι άνω διαφορές σε σχέση με την ποσότητα του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε οφείλονται στις επιπλέον εργασίες που έγιναν στην οικοδομή καθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, ύστερα από εντολή των εναγόντων και αφορούσαν την επέκταση του υπογείου, ενίσχυση της θεμελίωσης και αύξηση του εμβαδού των ορόφων, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος και τούτο διότι αφενός μεν η επικαλούμενη υπέρβαση των τ.μ.

του υπογείου λήφθηκε υπόψη στην επιμέτρηση του πραγματογνώμονα Γ. Π., όπως ρητά αναφέρεται στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αυτός συνέταξε, αφετέρου δε διότι δεν αποδεικνύονται από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία άλλες υπερβάσεις που να δικαιολογούν την τόσο μεγάλη διαφορά στις ποσότητες των προαναφερόμενων τύπων σκυροδέματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον Κ. Φ., ως αμοιβή για τις πιο πάνω εργασίες το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δραχμών και δη 5.500.000 δρχ. ως προκαταβολή, όπως αποδεικνύεται από τη συνημμένη στο ως άνω συμφωνητικό βεβαίωση του τελευταίου, όπου αναφέρεται ότι το ποσόν αυτό δίνεται για την αγορά των ως άνω υλικών, την 18/9/1991 ποσόν 4.819.000 δρχ., την 3/10/1991 ποσόν 1.000.00.0 δρχ., την 11/10/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/10/1991 ποσόν 600.000 δρχ., την 8/11/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/11/1991 ποσόν 2.500.000 δρχ., την 2/11/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 16/12/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 20/12/1991 ποσόν 1.200.000 δρχ., την 10/1/1992 ποσόν 600.000 δρχ., την 31/1/1992 ποσόν 700.000 δρχ., την 11/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 12/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., 14/2/1992 ποσόν 800.000 δρχ., την 16/2/1992 ποσόν 1.000.000 δρχ., την 27/2/1992 ποσόν 900.000 δρχ., την 28/2/1992 ποσόν 1.100.000 δρχ., την 5/3/1992 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 20/3/1992 ποσόν 300.000 δρχ.

και την 28/3/1992 ποσόν 700.000 δρχ. (βλ. σχ. τις προσαγόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες αποδείξεις είσπραξης και κατάθεσης σε λογαριασμούς του Κ. Φ. στην Εμπορική και Εθνική Τράπεζα). Σύμφωνα όμως με το έργο που αποδείχθηκε ότι είχε εκτελεστεί μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης (7/4/1992) και τις τιμές της μονάδος, όπως είχε συμφωνηθεί στο προαναφερόμενο τιμολόγιο-προσφοράς του Κ.

Φ., οι ενάγοντες έπρεπε να του καταβάλουν α) για - οπλισμένο σκυρόδεμα Β225 ποσόν 13.787.920 δρχ. (362,84 μ3Χ 38.000 δρχ.,) β) για οπλισμένο σκυρόδεμα Β160 ποσόν 525.780 (29,21 μ3Χ18.000δρχ.), γ) για σκυρόδεμα άοπλο Β120 ποσόν 300.000 δρχ.(20μ3Χ15.000 δρχ.), δ) για εμφανή σκυροδέματα το ποσόν 1.620.000 δρχ. (324 μ2 Χ 5.000 δρχ.), ε) για σκάλες 195.000 δρχ.(65τεμ.Χ3.000 δρχ.), στ) για σκωτίες ποσόν 423.300 δρχ.(282,20 τ.μ.Χ 1.500 δρχ.), η) για φαλτσόπηχες ποσόν 1.059.000 δρχ.(706τ.μ.Χ 1.500 δρχ.) και ζ) για στηθαία ποσόν 160.000 δρχ.(40 τ.μ.Χ 4.000 δρχ.) ήτοι συνολικά 18.071.000 δρχ.

και συνεπώς του κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 15.648.000 (ήτοι 33.719.000 δρχ.-18.071.000 δρχ.). Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η άνω διαφορά αμοιβής οφείλεται στην αύξηση της τιμής υλικών, για την αγορά των οποίων άλλωστε ο εναγόμενος εργολάβος είχε ήδη λάβει πριν την έναρξη των εργασιών από τους ενάγοντες το ποσόν των 5.500.000 δρχ.

και ο αντίθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε πως οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στο Β. Α. να συντάσσει και να υποβάλλει στο Ι.Κ.Α. τις μηνιαίες καταστάσεις των απασχολουμένων στο έργο εργατοτεχνιτών. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι ενάγοντες κατέβαλαν στο Ι.Κ.Α.

από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Μάρτιο του 1992 συνολικά το ποσόν των 6.359.565 δρχ. για τις από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές. Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφάλισης οικοδομικών και τεχνικών εργασιών κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά :1) τον Οκτώβριο του 1991 ποσό δρχ.659.529 για ΙΚΑ και δρχ.305.294 για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή για 174 ημέρες, 2) τον Νοέμβριο του 1991 ποσόν 687.434 δρχ.

για Ι.Κ.Α και 311.959 δρχ. για ΕΛΔΕΟ που αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά στην οικοδομή 165 ημέρες, 3) το Δεκέμβριο του 1991 ποσόν 1.078.657 δρχ. για Ι.Κ.Α. και 489.500 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά 254 ημέρες, 4) τον Ιανουάριο του 1992 ποσόν 472.674 δρχ.

για Ι.Κ.Α. και 214 000 δρχ για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 14 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά 110 ημέρες, 5) το Φεβρουάριο του 1992 ποσόν 806.522 δρχ. για Ι.Κ.Α. και 366.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 16 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά 187 ημέρες και 6) το Μάρτιο του 1992 ποσόν 665.496 δρχ.

για Ι.Κ.Α. και 302.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 15 εργατών που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή 154 ημέρες, ήτοι κατέβαλαν συνολικά για την πιο πάνω αιτία ποσόν 6.359.565 δρχ., που αντιστοιχεί σε 1044 ημερομίσθια. Σύμφωνα, όμως. με την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Τ.Ε.Ε μηχανικού Ε.

Π. για την κατασκευή κατοικιών παρόμοιας μορφής με την επίδικη, οι ασφαλιστικές εισφορές για την κατασκευή σκυροδεμάτων αναλογούν περίπου 1 ημερομίσθιο για κάθε ένα 1 μ3 σκυροδέματος. Η δραχμική δε εισφορά αντιστοιχεί στο 85% του τεκμαρτού ημερομισθίου το οποίο κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1991 -1992)} ήταν 7.000 δρχ.

και επομένως η εισφορά που έπρεπε να καταβληθεί στο Ι.Κ.Α. και το επικουρικό ταμείο ήταν 0,85 Χ 7,000 δρχ = 6.000 δρχ./ημερομίσθιο. Οι ενάγοντες έπρεπε να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α., με βάση την ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή τους (362,84μ3 Χ6.000 δρχ./ημερομίσθιο) ποσόν 2.178.000 δρχ. και ως εκ τούτου κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 4.181.565 δρχ.

ήτοι (6.359.565 δρχ.-2.178.000 δρχ.) Κατά το ποσόν αυτό της διαφοράς ζημιώθηκαν οι ενάγοντες διότι στις καταστάσεις αυτές που υπέβαλε στο Ι.Κ.Α. ο Β. Α. με πρόθεση δήλωνε αναληθώς ως απασχοληθέντες στο έργο εργατοτεχνίτες, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα στην ίδια χρονική περίοδο απασχολούνταν στην οικοδομή του Β.

Κ. στην ..., εργολάβος στην οποία ήταν ο Κ. Φ.. Για τα ανωτέρω, πειστική κρίνεται η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Σ. Π.-Π., ο οποίος επιβεβαίωσε πως οι εισφορές στο Ι.Κ.Α. ήταν υπέρογκες και ότι οι ενάγοντες προσέφυγαν στις υπηρεσίες ιδιωτικού ντεντέκτιβ που ανακάλυψε ότι την ίδια εποχή ο Κ. Φ. έκτιζε δική του κατοικία στη ...

και ότι χρησιμοποιούσε εργάτες που το πρωί ήταν στην οικοδομή των εναγόντων και κατόπιν πήγαιναν στη ... να εργασθούν και ότι τα ένσημά τους και τα εργατικά τα πλήρωναν οι ενάγοντες (βλ. σχ. κατάθεση του άνω μάρτυρα φύλλο 12 σελ.2 και φύλλο 13 της 759/1995 Εισηγητικής Έκθεσης). Με τα δεδομένα αυτά, μεταξύ της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς του Β.

Α. ο οποίος κατά τις εκάστοτε παραπάνω χρονολογίες υποβολής των μηνιαίων καταστάσεων απασχολούμενων εργατοτεχνιτών, δήλωνε προς το ΙΚΑ αναληθή αριθμό εργατικών ημερομισθίων και της επελθούσας στους ενάγοντες ζημίας υπάρχει σαφώς αιτιώδης συνάφεια. Τα αναφερόμενα στην κρινόμενη έφεση ότι ο ρόλος του Β.

Α. στο θέμα των εισφορών ήταν καθαρά διεκπεραιωτικός, καθόσον χωρίς καμία υποχρέωση και αμοιβή ανέλαβε να υποβάλει καταστάσεις στο Τ.Κ.Α, ως εκπρόσωπος των ιδιοκτητών να πληρώνει κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτών με βάση τις καταστάσεις του Κ. Φ. ύστερα από προηγούμενο έλεγχο των ιδιοκτητών και του Σ.

Π., πιστεύοντας, έστω και πεπλανημένα, ότι οι καταστάσεις των ημερομισθίων ήταν πραγματικές και αληθινές τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Και τούτο διότι λόγω της ιδιότητας του πρώτου ως επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος μάλιστα πρωτοδίκως παραδέχθηκε πως τα μεροκάματα που δηλώθηκαν είναι τα αληθινά, όπως τουλάχιστον δειγματοληπτικά επαλήθευσε κατά τη συμφωνία τους με τους αντιδίκους (βλ.σχ.σελ.18 των από 22/9/1994 προτάσεων του Β.

Α. που περιλαμβάνονται στις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας) και προφανώς γνώριζε τον αριθμό των ατόμων που απασχολούνταν πραγματικά ημερησίως στην οικοδομή για το συγκεκριμένο έργο και είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν τα στοιχεία που του έδινε κάθε μήνα ο άνω εργολάβος αναφορικά με τα άτομα που δήθεν είχαν απασχοληθεί στις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή όχι.

Εξάλλου με την 491/1993 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Αγίας Παρασκευής, ομόφωνα έγινε δεκτή η ένσταση των εργοδοτών Δ. Α. και Ι. Π. και ακυρώθηκαν οι πράξεις επιβολής πρόσθετων εισφορών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί στους ενάγοντες επιπλέον εισφορές ύψους 1.903.024 δρχ. δεχόμενη στο σκεπτικό της ότι τα 1044 ημερομίσθια που είχαν ήδη καταβληθεί από αυτούς υπερκάλυπταν τις εργασίες που είχαν ήδη εκτελεσθεί στην επίδικη οικοδομή (βλ.

σχ. την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εκκαλούντες-ενάγοντες 491/1993 απόφαση του άνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.). Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν από κοινού στους δεύτερη εναγομένη και το Β. Α. ως αμοιβή για την επίβλεψη του εν λόγω έργου με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις που εμφάνισε ο τελευταίος και ο Κ.Φ.

το συνολικό ποσόν των 3.156.700 δρχ. και ειδικότερα στις 12/4/1991 ποσόν 550.000 δρχ., στις 27/6/1991 ποσόν 250.000 δρχ., στις 10/7/1991 ποσόν 50.000δρχ., στις 29/8/1991 ποσόν 306.700 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ. και στις 7/3/1992 ποσόν 500.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού αυτού (αμοιβής) έγινε με βάση το συνολικό κόστος της οικοδομής, ήτοι 12% επί του συνολικού κόστους, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α.

Ενόψει δε του ότι το κόστος της οικοδομής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ανερχόταν μέχρι την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους των εναγόντων στο ποσόν των 18.071.000 δρχ., η αμοιβή που έπρεπε να τους καταβληθεί ήταν 2.168.520 δρχ.(18.071.000 Χ 12%) δρχ. και συνεπώς τους κατέβαλαν επί πλέον για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 988.100 δραχμών.

Όμως η ζημιά των εναγόντων για την οποία υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της παραπάνω από 20-2-1992 ψευδούς επιμέτρησης του Β. Α., ανέρχεται στο ποσό των 500.000 δραχμών που καταβλήθηκε μεταγενέστερα (7-3-1992) της εν λόγω ψευδούς καταμέτρησης. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εξαιτίας της αδικοπρακτικής-απατηλής συμπεριφοράς του αρχικού εναγόμενου και δικαιοπάροχου της εκκαλούσας Β.

Α. που τελέστηκε στις 20-2-1992, με την παροχή ψευδών επιμετρικών στοιχείων του εκτελεσθέντος έργου στους εφεσίβλητους εργοδότες, οι τελευταίοι εξ αφορμής της εν λόγω απατηλής συμπεριφοράς παρασύρθηκαν και κατέβαλαν α) στον εργολάβο Κ. Φ. ως εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) επί πλέον για μη εκτελεσθέν έργο 1) στις 27-2-1992 900.000 δρχ, 2) στις 28-2-1992 1.100.000 δρχ, 3) στις 5-3-1992 2.000.000 δρχ, 4) στις 20-3-1992 300.000 δρχ 5) στις 28-3-1992 700.000 δρχ, και β) στους επιβλέποντες μηχανικούς στις 7-3-1992 500.000 δρχ ως αμοιβή για την επίβλεψη του έργου και συνολικά το ποσό των 5.500.000 δραχμών, που αποτελεί τη θετική τους ζημία και συνδέεται αιτιωδώς με τη διαγνωσθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β.

Α. και της προκληθείσας στους ενάγοντες εφεσίβλητους ζημίας. Αντίθετα, ως προς τις προαναφερόμενες καταβολές των εναγόντων που έγιναν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις από 20-2-1992 ίδιες ψευδείς και απατηλές επιμετρήσεις, δεν υφίσταται χρονικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας και των εν λόγω καταβολών και συνεπώς ως προς αυτές δεν στοιχειοθετούνται αποζημιωτικές αξιώσεις των εναγόντων που κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμες....".

Με δεδομένα τα ως άνω αποδειχθέντα δέχτηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα, η οποία μετά το θάνατο του Β. Α. υπεισήλθε στη δικονομική του θέση κατά τη διάρκεια της επιδικίας, ως καθολική εκ διαθήκης κληρονόμος του, να καταβάλει στους ενάγοντες, προς αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας, κατ' ισομοιρία το ποσό των 9.681.565 δραχμών (4.181.565+900.000+ 1.100.000+2.000.000+300.000+700.000+500.000) και ήδη 28.412,52 ευρώ λόγω της τελεσθείσας σε βάρος τους αδικοπραξίας.

Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, όσον αφορά τη θετική ζημία των αναιρεσίβλητων ( για την ηθική βλάβη θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του, νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων 914, 330, 297. 298 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται: Α) ότι εξ αιτίας: 1) των ψευδών παραστάσεων του, στις οποίες προέβη στις 20-2-2012 ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, επιβεβαιώνοντας την ακρίβεια της, από τον εργολάβο Κ. Φ. διενεργηθείσης, επιμέτρησης του μέχρι της 14ης -2-1992 εκτελεσθέντος έργου, αν και γνώριζε ότι αυτή δεν ήταν αληθής και 2) με τις έγγραφες μηνιαίες δηλώσεις του προς το ΙΚΑ, στις οποίες εμφάνιζε εν γνώσει του, μεγαλύτερο αριθμό εργατοτεχνικού προσωπικού από το πράγματι απασχολούμενο, οι ενάγοντες παραπλανήθηκαν και προέβησαν σε καταβολές ποσών για τα οποία δεν ήταν υποχρεωμένοι, με αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας τους.

Β) ότι οι πράξεις αυτές ήταν παράνομες και υπαίτιες και Γ) ότι αυτές (πράξεις), ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το πιο πάνω επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

8) Κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως.

Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά κατά κεφάλαια αυτής, που αφορούν οι λόγοι εφέσεως καθώς και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Ως κεφάλαια δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης πρωτοβαθμίου αποφάσεως, που αποφαίνονται επί των καθ' έκαστον αιτήσεων περί παροχής εννόμου προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα επί των οποίων αποφάνθηκε.

Έτσι η υπαιτιότητα ή η συνυπαιτιότητα στην τέλεση αδικοπραξίας και οι εξ αυτής ζημιές ως και η έκταση τούτων ανήκουν στο αυτό κεφάλαιο, ώστε εκκαλουμένης της αποφάσεως για την υπαιτιότητα και τις αιτιολογίες της, επιτρεπτώς ασκείται αντέφεση για την έκταση των ζημιών. Στις ζημιές περιλαμβάνεται βεβαίως και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά συνέπεια, εφόσον προσβάλλεται απόφαση, με λόγο έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με το να δεχθεί ότι ο εκκαλών είναι υπαίτιος της αποδιδομένης με την αγωγή άδικης πράξης, ως αναγκαίως συνεχόμενο με την υπαιτιότητα, μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κονδύλιο της ηθικής βλάβης που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς ανόρθωση αυτής από την σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία, και δεν απαιτείται, η προβολή ειδικού λόγου έφεσης, προκειμένου να ερευνήσει το κεφαλαίο τούτο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Αν στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν ερευνήσει το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, υποπίπτει στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της σκέψης αυτής.

Στην προκειμένη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, υποχρεώθηκε, ως υπαίτιος της σε βάρος των αναιρεσίβλητων, τελεσθείσης αδικοπραξίας, σε ανόρθωση της θετικής ζημίας τους, καθώς και της ηθικής τους βλάβης.

Με την έφεση, που άσκησε η αναιρεσείουσα, προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση, εκτός των άλλων και διότι εσφαλμένως δέχτηκε ότι ο δικαιοπάροχός της ήταν υπαίτιος για την προκληθείσα στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους ζημίας. Επομένως, με την έφεση αυτή μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα κονδύλια της θετικής ζημίας καθώς και εκείνο της ηθικής βλάβης.

Το δευτεροβάθμιο, όμως δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά το τελευταίο τούτο κονδύλιο, κατά το ενδιαφέρον, το σχετικό λόγο αναιρέσεως, μέρος της, δέχτηκε τα εξής: "... Με τα δεδομένα αυτά η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εκκαλούσα Γ.

Λ. (αναιρεσείουσα), η οποία μετά το θάνατο του Β. Α. υπεισήλθε στη δικονομική του θέση κατά τη διάρκεια της επιδικίας, ως καθολική εκ διαθήκης κληρονόμος του, να καταβάλει στους ενάγοντες κατ' ισομοιρία το ποσό των 9.681.565δραχμών (4.181.565+900.000+1.100.000+ 2.000.000+300.000+700.000+500.000) και ήδη 28.412,52 ευρώ λόγω της τελεσθείσας σε βάρος τους αδικοπραξίας και 5.000 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για το οποίο η εκκαλούμενη δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι όμως που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" λόγο έφεσης, που περιείχε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο τη κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 9 που μνημονεύεται στο αναιρετήριο), είναι βάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.

Ενόψει αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά το κεφάλαιό της που έχει σχέση με την ηθική βλάβη των αναιρεσίβλητων, για το οποίο και είχε παραπεμφθεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στις υπό στοιχείο 2 σκέψεις της παρούσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. 9) Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα έξης:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποιά έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον λοιπόν στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται εν μέρει η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα, μετά από κλήση του επιμελέστερου ων διαδίκων. Τέλος η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πρέπει κατ' άρθρο 178 ΚΠολΔ να κατανεμηθεί ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει την υπ' αριθ. 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τα κεφαλαία της για την ηθική βλάβη των αναιρεσίβλητων.

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Επιβάλει στους αναιρεσίβλητους μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ