1517/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1517/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άρα απαγορεύεται η άνιση ρύθμιση των ίσων προσωπικών και πραγματικών καταστάσεων όπως και η ίση μεταχείριση άνισων και ανόμοιων καταστάσεων. Όμως, η αρχή της ισότητας, στην εφαρμογή της, δεν είναι άκαμπτη, αλλά επιδέχεται περιορισμούς, αν αυτοί δεν υπερβαίνουν τα ακραία όρια και τίθενται για λόγους που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.
Full text
Απόφαση 1517 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκε η απόφαση: 206/2010 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ατομικά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμα του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όρια του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμα του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι.
οποίοι, μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι: "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται. απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.99 (ΦΕΚ Α' 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 § 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.
Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24, 117 του Συντάγματος). Έτσι, από τις 30.7.99 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, απαιτείται όχι μόνο όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δηλαδή, με την παρ. 1, καθιερώνεται η αρχή της νομικής ισότητας, η οποία αναφέρεται στον τρόπο της νομικής μεταχείρισης των ατόμων από τα κρατικά που έχουν την υποχρέωση, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους, που θα συνίσταται, είτε σε θέση κανόνος δικαίου, είτε σε εκτέλεση αυτού, να μην προβαίνουν σε διακρίσεις μεταξύ των ατόμων.
Πρόκειται: α) για την αρχή της τυπικής ισότητας, ήτοι την ισότητα απέναντι στο νόμο, που έχει την έννοια πως τα εν γένει όργανα της Διοίκησης αλλά και της δικαστικής λειτουργίας, οφείλουν να εφαρμόζουν ομοιόμορφα, με ίσο τρόπο και χωρίς εξαιρέσεις τον κανόνα δικαίου έναντι εκείνων τους οποίους αφορά και β) για την αρχή της ουσιαστικής ισότητας ή ισότητας του νόμου, που σημαίνει πως το νομοθετικό όργανο κατά την ψήφιση του τυπικού νόμου και η διοίκηση, κατά την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας με βάση νομοθετική εξουσιοδότηση ή ειδική διάταξη του Συντάγματος, οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες δικαίου που θα εισάγουν ίση ρύθμιση για όλους που τελούν υπό τις αυτές ή όμοιες συνθήκες.
Άρα απαγορεύεται η άνιση ρύθμιση των ίσων προσωπικών και πραγματικών καταστάσεων όπως και η ίση μεταχείριση άνισων και ανόμοιων καταστάσεων. Όμως, η αρχή της ισότητας, στην εφαρμογή της, δεν είναι άκαμπτη, αλλά επιδέχεται περιορισμούς, αν αυτοί δεν υπερβαίνουν τα ακραία όρια και τίθενται για λόγους που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.
Έτσι, ο νομοθέτης, τυπικός ή κανονιστικός μπορεί να ρυθμίζει, κατά κανόνα, κατά τρόπο ενιαίο ή διαφορετικό τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, αφού λάβει υπόψη του τις εκάστοτε υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές, τοπικές κλπ. συνήθειες και συνθήκες, πάντοτε όμως με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια.
Αποκλείεται δε, τόσο η έκδηλη και ανεπίδεκτη δικαιολόγησης άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή, καθαρά χαριστικού μέτρου, ή προνομίου που δεν δικαιολογείται είτε με τη μορφή θέσπισης αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή περιορισμού δικαιωμάτων κατ' εξαίρεση, από υφιστάμενου γενικού κανόνος, όσο και η αυθαίρετη εξομοίωση και η με βάση τυπικού ή συμπτωματικού κριτηρίου ενιαία ρύθμιση ανόμοιων καταστάσεων ή αντιμετώπιση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Η τήρηση της παραπάνω αρχής, ελέγχεται από τα δικαστήρια, μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η με ίσους όρους διασφάλιση της αρχής της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου (άρθ. 5 του Συντάγματος). Ειδικότερα, έκφανση της παραπάνω αρχής, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Σ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αποτελεί και η υποχρέωση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων από τους δικονομικούς νόμους που προσδιορίζουν τους όρους άσκησης του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο, πως δεν παραβιάζονται με την προπαρατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 24 του ν. 2732/1999, οι πιο πάνω διατάξεις του Ελληνικού Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Τούτο γιατί, αυτή καθ' εαυτή η θέσπιση της υποβολής της αίτησης θεραπείας, και ο ορισμός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών για την εξέτασή της, δεν δημιουργεί πρόδηλα, αντίθεση στο κράτος δικαίου, ούτε δυσμενείς σε βάρος ιδιωτών, αναφορικά με το Δημόσιο, διακρίσεις, αφού, πρόκειται για θεμιτή διάκριση από μέρους του νομοθέτη, που, απλά στόχο έχει την ευχέρεια συλλογής αποδεικτικού υλικού και στοιχείων, αλλά και την αμεσότητα και αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος, εν γένει.
Άλλωστε, υπέρ της παραπάνω παραδοχής συνηγορεί και το ότι, η μη υποβολή της αίτησης θεραπείας, δεν αποξενώνει τον διεκδικούντα δικαιώματα κυριότητας έναντι του Δημοσίου, απ' αυτά, αλλ' απλά, πλήττει το παραδεκτό της αγωγής, χωρίς να αποκλείει, την ουσιαστική εξέτασή της, αν τηρηθεί η πιο πάνω προδικασία.
Γι' αυτό άλλωστε τίθεται και χρονικό περιθώριο για την εξέτασή της, έτσι ώστε, να μην υπάρξουν χρονοβόρες διαδικασίες ή να αποκλείεται "εν τοις πράγμασι", η δυνατότητα προσφυγής του ενδιαφερόμενου στα οικεία δικαστήρια σε περίπτωση μη απάντησης, για μακρό χρόνο, των αρμοδίων του Δημοσίου.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτη, την ένδικη από 19-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, γιατί δεν τηρήθηκε γι' αυτήν η προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 παρ.1 του α.ν.1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, ανωτέρω προδικασία. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε περί του εναντίου μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
2.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο εκτός από τον παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2011 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 206/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Aπριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ