Legislator Case Law & Legislation
1517/2011 AI generated

1517/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1517/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1517/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων, μπορεί όμως η παραβίαση των τελευταίων να θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του ίδιου άρθρου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Μπελεσιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 556/2005 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 548/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 5451/2007 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του ως και το από 1 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται, και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι των δικογράφων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ του Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, τα κατωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, προς απόδειξη του βασικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της οφειλομένης σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο απαιτήσεώς του από τις 72 συναλλαγματικές, βάσει των οποίων του επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 4203/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ποσό των 36.000.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, και συγκεκριμένα: 1) Την από 27-3-2002 απόδειξη, βάσει της οποίας του κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος το ποσό των 4.200 ευρώ, έναντι εξόδων εκτελέσεως, δικαστικής δαπάνης κλπ, για πιθανή εκτέλεση της άνω διαταγής πληρωμής (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και 2) επιταγή ποσού 42.000.000 δραχμών, την οποία μεταβίβασε στον αναιρεσείοντα ο αδελφός του αναιρεσίβλητου (ανακόπτοντος), από την οποία επίσης προκύπτει ότι ο τελευταίος του οφείλει το ποσό που του επιδικάσθηκε με την άνω διαταγή πληρωμής (πρώτος πρόσθετος λόγος).

Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσειόντος ότι είχε εξοφλήσει υποχρεώσεις δανειστών του αναιρεσίβλητου και της εταιρίας του, ποσού 42.710.658 δραχμών, ώστε να του οφείλει ο τελευταίος το ποσό που του επιδικάσθηκε με βάση την άνω διαταγή πληρωμής για συναλλαγματικές αποδοχής του, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική μνεία της πιο πάνω από 27-3-2002 αποδείξεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σε ότι δε αφορά τον άνω λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί μη λήψεως υπόψη της μετ' επικλήσεως προσκομισθείσης ως άνω επιταγής, προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε στο αναιρετήριο, ούτε στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων προσδιορίζεται η επιταγή αυτή κατά τα βασικά της στοιχεία, ήτοι, τον αριθμό, τον εκδότη και την ημερομηνία εκδόσεως αυτής, την τράπεζα και το λογαριασμό εις βάρος του οποίου εκδόθηκε, καθώς και τον χρόνο οπισθογράφησής της σ' αυτόν.

Οι λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων, μπορεί όμως η παραβίαση των τελευταίων να θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του ίδιου άρθρου.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία καθορίζει το βάρος αποδείξεως από τους διαδίκους των πραγματικών γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηρίξουν την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή τους, είναι καθαρώς δικονομική, γιατί δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοιώσεως ή καταργήσεως του ασκούμενου με την αγωγή, ανακοπή, ένσταση κλπ δικαιώματος, αλλά θεσπίζει ποιος από τους διαδίκους έχει το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους της απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης για αποδείξεις, Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, κατά την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 643 παρ. 2, 649 και 654 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 496/2008, ΑΠ 1096/1993, 1046/1999).

Εξάλλου, ο από την ίδια ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται όχι μόνο όταν έγινε εσφαλμένη κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης με έκδοση προδικαστικής απόφασης αλλά και όταν, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, επιρρίφθησαν οι συνέπειες από τη μη απόδειξη πραγματικών περιστατικών στον διάδικο που δεν φέρει το βάρος αυτό, κάτι όμως που δεν συμβαίνει, όταν ο αγωγικός ισχυρισμός αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα, που έχει το βάρος αποδείξεώς του, αποδεικτικά στοιχεία, και όχι διότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά του προβλήθέντος προς αντίκρουση αυτών ισχυρισμού του (ΑΠ 1383/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης με αριθμό 599/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της υπ` αριθ. 4203/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακύρωσε την εν λόγω διαταγή πληρωμής, κριθέντος βασίμου κατ` ουσίαν του πρώτου λόγου ανακοπής του αναιρεσίβλητου, κατά τον οποίο η αιτία για την οποία εκδόθηκαν οι συναλλαγματικές βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεν επακολούθησε, και συγκεκριμένα, ότι ο καθού η ανακοπή δεν λειτούργησε την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ.-Ι.Λ.

Ο.Ε." για μια διετία όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά διέκοψε την λειτουργία της πριν από τη διετία αυτή, καθώς επίσης δεν εξόφλησε τα χρέη αυτής προς τους πιστωτές της, συνολικού ποσού 26.658.953 δραχμών. Απέρριψε δε το Εφετείο την έφεση του αναιρεσείοντος-καθού η ανακοπή, αφού δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν τον άνω λόγο ανακοπής, από τα προσκομισθέντα από τον ανακόπτοντα στοιχεία, και μετά την απόρριψη του προβληθέντος από τον καθού η ανακοπή ισχυρισμού, ότι το ποσό των 48.000.000 δραχμών, που αναφέρεται στο από 24-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου, έλαβε από τον τελευταίο ως δάνειο, που αφορούσε χρήματα που είχε καταβάλει αυτός (αναιρεσείων-καθού η ανακοπή) στους δανειστές-πιστωτές της εταιρείας "ΑΦΟΙ Μ.-Ι.

Λ. Ο.Ε.", πριν από την υπογραφή του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και συγκεκριμένα α) από το Δεκέμβριο του 1996 έως τον Απρίλιο του 1997 δραχμές 37.712.658 και β) από 28-2-1997 έως 30-3-1997, δραχμές 4.998.000, ήτοι συνολικά 42.710.658 δραχμές, το δε υπόλοιπο ποσό αφορούσε τόκους του ποσού αυτού, λόγος για για τον οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.

Ο ισχυρισμός αυτός, δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποδεικνύεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο καθού (αναιρεσείων), ως έχων το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει καμία απόδειξη, ούτε καν τα σώματα των επιταγών που αναφέρονται στα πρόχειρα σημειώματα, με τα ποσά των οποίων ισχυρίζεται ότι εξόφλησε πιστωτές-δανειστές της άνω εταιρίας "ΑΦΟΙ Μ. - Ι.

Λ. Ο.Ε.", και ανέρχονται συνολικά σε 37.712.658 δραχμές, ούτε επίσης τα σώματα των επιταγών που αναφέρονται στα ίδια σημειώματα και ισχυρίζεται ότι με τα ποσά που ενσωματώνονται σ'αυτές εξόφλησε την εταιρία "ΤΗΕΟΣΟΛ", καταβάλοντας σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 4.998.000 δραχμών. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο με τις προρρηθείσες παραδοχές του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι η ένδικη παροχή έγινε για μέλλουσα αιτία που τάχα συμφωνήθηκε μεταξύ τους και ότι αυτή δεν επακολούθησε, καθόσον ο άνω ισχυρισμός του, ότι αφορούσε παρελθούσα αιτία αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ανακοπής) και επομένως δεν βαρυνόταν αυτός (αναιρεσείων) με την απόδειξη.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων ότι παραβιάσθηκε, έχει χαρακτήρα δικονομικό, και, επομένως, δεν υπόκειται σε έλεγχο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση, εάν εκτιμηθεί ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της περ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, εν προκειμένω, η πρωτόδικη υπ' αριθ. 599/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (δεν υπήρξε έτσι υποκειμενικό βάρος απόδειξης), η δε προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5451/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε ύστερα από έφεση και χωρίς να εκδοθεί κατ`εξαίρεση κάποια άλλη απόφαση για συμπλήρωση των αποδείξεων.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, επιρρίφθησαν οι συνέπειες από τη μη απόδειξη πραγματικών περιστατικών στον διάδικο που δεν φέρει το βάρος αυτό, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις προρρηθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, κατά τον οποίο η αιτία για την οποία εκδόθηκαν οι συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δεν επακολούθησε, διότι αποδείχθηκαν από τον ανακόπτοντα, τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν τον λόγο αυτό της ανακοπής, και όχι διότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά του προβληθέντος απ' αυτόν, προς αντίκρουση του άνω λόγου ανακοπής, ισχυρισμού του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υποψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003,12/2000, 3/1997), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβασιμοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν απ' αυτά.

Σε προβολή δε του λόγου αυτού αναιρέσεως νομιμοποιείται ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό, όχι δε και ο αντίδικός του (ΑΠ 572/1984, ΑΠ 881/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τον δεύτρο του δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αιτίας για την οποία εκδόθηκαν οι επίδικες συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη: 1) Ο υποβληθείς με τις προτάσεις του ανακόπτοντος (αναιρεσίβλητου) ισχυρισμός, με τον οποίο υποστηρίζει ότι "είναι αδιανόητο για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του αντιδίκου μου, να δέχεται να σημειώνονται σε απλά χαρτιά, ποσά εκατομμυρίων που δήθεν πλήρωσε για εμένα.

Τέλος έκπληξη μου προκαλεί ο ισχυρισμός ότι στα πρόχειρα αυτά χαρτιά σημειώνονταν χρέη της περιόδου Δεκεμβρίου 1996, Ιανουαρίου 1997, Φεβρουαρίου 1997, Μαρτίου 1997, Απριλίου 1997. Ουδεμία υποχρέωση εμπορική είχα την περίοδο εκείνη αφού η επιχείρησή μου είχε από το Δεκεμβριο 1996 κλείσει" (τρίτος λόγος αναιρέσεως), 2) Ο ισχυρισμός που προέβαλε ο ίδιος με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επενέφερε με την έφεσή του στο Εφετείο, σύμφωνα με τον οποίο " η επιταγή, που του είχε παραδώσει ο αδελφός του αντιδίκου του, δείχνει την απόλυτη καλοπιστία του, καθόσον αν την είχε συμπληρώσει θα είχε εισπράξει τα ένδικα ποσά και δεν θα είχε εμπλακεί στον υπό κρίση αγώνα" (δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων).

Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι απαράδεκτοι και εντεύθεν απορριπτέοι, διότι οι παραπάνω "ισχυρισμοί" του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων προς αντίκρουση του άνω πρώτου λόγου της ανακοπής, πέραν του ότι ο πρώτος των ισυρισμών αυτών κι αν ακόμη συνιστούσε "πράγμα", δεν νομιμοποιείτο η προβολή του από τον αναιρεσείοντα ως λόγου αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους, αφού γίνεται αναφορά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, ακολούθως υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο εξετίμησε πλημμελώς το περιεχόμενό τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του, ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου από τις επίδικες συναλλαγματικές, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2008 αίτηση και τους από 01-12-2008 πρόσθετους λόγους

για αναίρεση της υπ' αριθ. 5441/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίαδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ