Legislator Case Law & Legislation
1517/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where non-appearing defendant's absence and secondary legal grounds are rejected.

Case Number 1517/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellant argued that the defendant failed to appear in court and that the sale was fictitious due to unpaid consideration, but the court ruled these were not independent claims. Furthermore, the court rejected the appeal's challenge to secondary legal grounds as irrelevant since the primary basis for the judgment remained valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242(2), 573(1), 576(2)(a)(c), 1108(a), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 1033 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the contested claim relies on arguments rather than independent assertions, and grounds challenging secondary bases of a judgment are rejected as irrelevant when the primary basis stands.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal non-appearance of defendant fictitious sale secondary legal grounds property ownership transfer irrelevant appeal grounds independent claim requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2)(a)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 1108(a) of the Civil Code
Article 1033 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 3/97
AP 22/2005
AP 1508/2004
AP 164/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1517 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1517/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της α. Απόστολο Κοτζιά Σοφαντζή και β. Μάρκο Βολάκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 65-2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28.5.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 29.12.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 28-5-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης με κλήση προς την αναιρεσίβλητη επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τελευταία. Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσεις η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α και γ του ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 εδ. α ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, αλλά και στοιχείο απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της επί της αγωγής απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος, ειδικότερα δε, όταν πρόκειται για κτήση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση, πρέπει να εκτίθενται τα στοιχεία του άρθρου 1033 ΑΚ, δηλαδή ότι μεταβιβάστηκε σ'αυτόν η κυριότητα του επιδίκου για κάποια νόμιμη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και αφετέρου ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος.

Ειδικότερη ανάλυση του στοιχείου της νόμιμης αιτίας δεν είναι αναγκαία. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 138 του ΑΚ, που ορίζουν ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 369, 513 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, ακινήτου, προκύπτει ότι σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου και της τυχόν ενωμένης με εκείνη συμβάσεως μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά ολόκληρη τη σύμβαση, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 483/2005).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η δε έλλειψη και ενός από τα στοιχεία αυτά καθιστά άκυρη την πώληση. Το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, εάν όμως η συμφωνία που το αφορά έγινε κατά το φαινόμενο μόνο υπάρχει εικονικότης κατά την έννοια του άρθρου 138 § 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητος του πωληθέντος πράγματος τοιαύτης, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης (ΑΠ 1169/2003).

Σε περίπτωση δε που ο δηλών είναι άμεσο αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 623/2006). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, αναφορικά με την ύπαρξη κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα:

Με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπάρτης Δημήτριου Αλικάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα με αγορά από τη μητέρα της ΑΑ ένα ακίνητο (οικόπεδο μετά οικίας), που βρίσκεται στον οικισμό ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πωλήτριας, νότια με ιδιοκτησία ..., ήδη ..., ανατολικά με δημοτική πάροδο και δυτικά με κεντρική οδό ... .

Το παραπάνω ακίνητο μαζί με την υπόλοιπη εδαφική έκταση, εμβαδού 658,80 τ.μ., είχε περιέλθει στην ως άνω πωλήτρια ΑΑ κατά ένα μέρος με αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γυθείου Θεοδώρου Λιακάκου και κατά ένα μέρος με έκτακτη χρησικτησία, λόγω υπερτριακονταετούς νομής αυτής με διάνοια κυρίου.

Κατά τη σύνταξη και υπογραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, την ενάγουσα εκπροσώπησε ο ..., ως ειδικός πληρεξούσιος, καθόσον αυτή είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο ..., όπου εξακολουθεί να κατοικεί μέχρι σήμερα, το σπίτι δε που υπάρχει στο ως άνω οικόπεδο της κατασκευάσθηκε με ενέργειες της μητέρας της ΑΑ, αλλά με χρήματα που της έστελνε εκείνη από τον ... .

Το έτος 1980 η ως άνω μητέρα της ενάγουσας προέβη στη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στην παραπάνω οικοπεδική έκταση της, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γυθείου Θεοδώρου Λιακάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με βάση το συμβόλαιο αυτό η ΑΑ συνέστησε τέσσερις (4) αυτοτελείς, διακεκριμένες και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, οι οποίες θα ανήκαν σε αυτή κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και ειδικότερα αποτέλεσαν χωριστές και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες:

α) ο χώρος που περιγράφεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΜΛΑ στο αναφερόμενο στο ως άνω συμβόλαιο από 15-9-1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., με την επ' αυτού οικία, εμβαδού 288,53 και συνορεύει γύρω-γύρω με υπόλοιπη ιδιοκτησία της κυρίας, ιδιοκτησία κληρονόμων ... και δημοτικό δρόμο, β) ο χώρος που περιγράφεται με τα στοιχεία ΚΛΜΟΚ στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, μετά της επ' αυτού παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 100,12 τ.μ.

και συνορεύει με δημοτική οδό και ιδιοκτησία της ΑΑ, γ) ο χώρος που περιγράφεται με τα στοιχεία ΕΖΗΘΝΟΜΕ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 208,77 τ.μ. και συνορεύει γύρω-γύρω με υπόλοιπη ιδιοκτησία ΑΑ, ιδιοκτησία κληρονόμων ... και δημοτική πάροδο και δ) ο χώρος που περιγράφεται με τα στοιχεία ΘΙΚΝΘ, εμβαδού 59,38 τ.μ.

και συνορεύει γύρω-γύρω με υπόλοιπη ιδιοκτησία ΑΑ, δημοτική οδό και ιδιοκτησία Ψ (ενάγουσας). Από τις ιδιοκτησίες αυτές, τις με στοιχεία α και β πώλησε και μεταβίβασε η ΑΑ, κατά την ψιλή κυριότητα, στους γιους της ΒΒ και ΓΓ, αντίστοιχα, με τα υπ' αριθμ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Γυθείου Μερόπης συζ.

Χαραλάμπους Βαρναβίδη, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Τη με στοιχείο γ' ιδιοκτησία πώλησε και μεταβίβασε στην άλλη θυγατέρα της Ψ (εναγομένη) με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γυθείου Θεόδωρου Λιακάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Νοτιοδυτικά και συνεχόμενα του ακινήτου αυτού της εναγομένης εκτείνεται το ως άνω ακίνητο της ενάγουσας.

Και στο οικόπεδο της εναγομένης η Ψ ανήγειρε κατά τα έτη 1984-1986 διώροφη οικοδομή κατ' εντολή και με δαπάνες της εν λόγω θυγατέρας της, η οποία και αυτή είχε εγκατασταθεί στο ..., όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Στην ως άνω υπό στοιχείο δ' ιδιοκτησία, που αποτελεί εδαφική λωρίδα πλάτους 2,50 μ. περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα πλάτους 2,50 μ.

και μήκους 12,00 μ. Το εδαφικό αυτό τμήμα είναι μέρος του οικοπέδου των 237,38 τ.μ. που μεταβιβάσθηκε από τη ΑΑ στην ενάγουσα με το ως άνω υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, η οποία έγινε με νόμιμο τίτλο κυρία αυτού. Το επίδικο αποτελεί τον προς βορρά ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της ενάγουσας και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 12 μ.

με ιδιοκτησία της μητέρας των διαδίκων και τώρα του αδελφού τους ΓΓ, νότια σε μήκος 12 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγουσας, ανατολικά σε πλάτος 2,50 μ. με υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας με στοιχείο δ' και δυτικά σε πλάτος 2,50 μ. με κεντρική οδό ... . Το τμήμα αυτό (επίδικο) αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας και δεν μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, αφού η ενάγουσα δεν συμβλήθηκε στην ως άνω σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας ώστε να τη δεσμεύει.

Στη συνέχει δέχθηκε το Εφετείο ότι στην επίδικη εδαφική έκταση, όπως και στο υπόλοιπο ακίνητο της από την απόκτηση του το έτος 1977 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα ασκούσε είτε αυτοπροσώπως είτε δια της αντιπροσώπου μητέρας της, μέχρι το θάνατο της τελευταίας το έτος 1996, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Ειδικότερα κατά την ανέγερση της οικίας της κατασκεύασε στο επίδικο την εξωτερική κλίμακα που οδηγεί στον ανώγειο όροφο της οικοδομής, χρησιμοποιούσε αυτό ως προαύλιο χώρο της οικίας της καθώς και ως δίοδο για να μεταβαίνει στο υπόγειο της εν λόγω οικίας και στον κήπο αυτής, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα και χωρίς να αμφισβητηθούν τα επ' αυτού δικαιώματα της.

Συνακόλουθα η ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος, αλλά και του μεγαλύτερης εκτάσεως ακινήτου της, και πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία. Η ενάγουσα, που διαμένει μόνιμα στον ... από πολλών ετών και επισκεπτόταν την Ελλάδα και την περιοχή του επιδίκου μια φορά στα τέσσερα χρόνια περίπου, δεν γνώριζε ότι η μητέρα της προέβη στη σύνταξη συμβολαίου συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και ότι σε αυτή είχε συμπεριλάβει το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Αυτή γνώριζε κατά το χρόνο που απέκτησε το ως άνω ακίνητο στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας είναι σοβαρή και ότι η μητέρα της είχε πρόθεση να της πωλήσει και πράγματι της πώλησε ολόκληρο το ως άνω ακίνητο. Δηλαδή, δεν γνώριζε ότι η σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Αλλά και ο αντιπρόσωπος, δια του οποίου αυτή συμβλήθηκε, δεν γνώριζε ότι η σύμβαση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο της αγοράστριας κατά το επίδικο εδαφικό τμήμα. Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τους λόγους της αντέφεσής της, ότι ο επίδικος χώρος συμπεριλήφθηκε στο ως άνω συμβόλαιο της ενάγουσας εικονικά για πολεοδομικούς και μόνο λόγους και ουδέποτε μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα κατά κυριότητα από τη μητέρα τους και ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην συνιδιοκτησία των παιδιών της ΑΑ, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο συστάσεως κάθετης συνιδιοκτησίας, και επομένως αυτή (εναγόμενη) καθώς και οι λοιποί συνιδιοκτήτες είναι συννομείς του επιδίκου χώρου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερόμενη σύμβαση αγοραπωλησίας είναι έγκυρη και έτσι απέρριψε την πρωτοδίκως και με λόγο της αντέφεσης προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της σύμβασης αυτής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με τα πιο πάνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβληθέντων και την απόκτηση της κυριότητας από την ενάγουσα του επίδικου ακινήτου με βάση το ...

συμβόλαιο, εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την απόρριψη της ένστασης αυτής και τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ, την οποία (διάταξη) έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδεικνύεται γνώση της αγοράστριας, ήτοι γνώση και συμφωνία όλων των συμβληθέντων για το ότι η επίμαχη σύμβαση είναι εικονική, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "αναφέρει τίποτα απολύτως εν σχέσει με το συμφωνηθέν τίμημα της αγοραπωλησίας", αφού η αναιρεσείουσα για την επιστήριξη του ισχυρισμού της ότι η σύμβαση αυτή είναι εικονική, είχε προβάλει ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, είναι αλυσιτελής, ενώ περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο ότι δεν δεσμεύει την ενάγουσα η σύμβαση συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας που συνέστησε η μητέρα της με το ...

συμβόλαιο. Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι κατά την αγοραπωλησία του επιδίκου, που έλαβε χώραν με το ..., δεν καταβλήθηκε τίμημα, γεγονός το οποίο αποτελούσε τεκμήριο για τη βασιμότητα του νομίμως προβληθέντος στο δικαστήριο της ουσίας με την αντέφεσή της, ισχυρισμού της ότι η ανωτέρω αγοραπωλησία ήταν εικονική και άρα δεν επήλθε η μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στην αναιρεσίβλητη.

Όμως, ο περί μη καταβολής τιμήματος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλ' επιχείρημα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για τη στήριξη του περί εικονικότητας της αγοραπωλησίας ουσιώδους και αυτοτελούς ισχυρισμού της, τον οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τον απέρριψε κατ' ουσίαν και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, που στηρίζουν περισσότερες βάσεις της αγωγής, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιάς απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις υπόλοιπες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και τούτο διότι η προσβολή τους δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 164/1994).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, κατ' εκτίμηση του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής την οποία δέχθηκε και η οποία στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας (τακτική χρησικτησία).

Ο λόγος αυτός (στρεφόμενος κατά της παραδοχής της βάσης της αγωγής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο) αλυσιτελώς προβάλλεται, επειδή, σύμφωνα και με την προηγηθείσα σκέψη, μετά την ως άνω απόρριψη των λόγων της αναίρεσης, που στρέφονται κατά της παραδοχής της βάσης της αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης, η προσβολή και της επικουρικής βάσης της αγωγής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία) δεν θα έχει επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 65/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ