Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee award due to vague grounds and inadmissible evidence assessment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a lawyer fee award decision made by the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and misapplied substantive law regarding the fee structure. The court rejected these claims as inadmissible because they failed to cite specific legal provisions and merely challenged the court's discretionary evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence without citing specific substantive law provisions or explaining the legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1516 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:
Ε. Θ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματία Τζουτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.06.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3494/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 21.12.2018 (γενικός αριθμός καταθέσεως 11824/21-12-2018 και ειδικός αριθμός κατάθεσης 975/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για αμοιβές δικηγόρων (άρθρο 614 παρ.5 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την έναρξη ισχύος από 01.01.2016 του ν.4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23-7-2015, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 αυτού) με αριθ. 3494/11-7-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε την από 06.07.2016 (με αριθμό καταθέσεως 3123/2016) έφεση του εκκαλούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης με αριθμό 220/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη με αριθμό 220/215 απόφαση, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 12.06.2014 (αρ. κατ. 67977/158/2014) αγωγή της αναιρεσίβλητης δικηγόρου για αξιώσεις της από σύμβαση έμμισθης εντολής νομικής συμβούλου με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος Αθηνών Ε. Θ. με από 12.06.2014 ένδικο αγωγή ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ότι προσελήφθη την 25.04.2005 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.» δια να παρέχει εις αυτή τις νομικές υπηρεσίας της, όπως αυτές περιγράφονται και εξειδικεύονται στην αγωγή, με πάγια μηνιαία αντιμισθία.
Ότι η ανωτέρω έγγραφος συμφωνία, με την συναίνεση των συμβληθέντων διαδίκων, ανανεώνετο πριν τη λήξη κάθε σύμβασης με την υπογραφή της επόμενης και αναπροσαρμόζετο αντιστοίχως η καταβαλλομένη μηνιαία αντιμισθία, έως και την 30.06.2010, που έληξε η τελευταία σύμβαση, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στην αγωγή.
Ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμφωνίες εχαρακτηρίσθησαν από την εναγομένη ως συμβάσεις αναθέσεως εξώδικου έργου και η εναγομένη την 01.07.2010 έπαυσε μονομερώς να αποδέχεται τις ως άνω νομικές υπηρεσίας της ενάγουσας.
Ότι οι ανωτέρω συμφωνίες στην πραγματικότητα αποτελούν μια ενιαία σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου και η εναγομένη προέβη στην ανωτέρω καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως χωρίς να καταβάλει στην ενάγουσα την οφειλόμενη εις αυτήν από τον Κώδικα περί Δικηγόρων χρηματική αποζημίωση.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τα κάτωθι επί μέρους χρηματικά ποσά και συνολικώς, το χρηματικό ποσόν των 226.355,65 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ένδικο αγωγή και συγκεκριμένα: (α) ποσό 25.000 ευρώ ως αποζημίωσή της μετά την καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως, (β) ποσόν 9.800 ευρώ δια μη καταβληθέντα και δικαιούμενα επιδόματα κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή κατά το αναφερόμενο εις αυτή χρονικό διάστημα για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες της, (γ) ποσόν 6.555,65 ευρώ για οφειλόμενες από την εναγομένη ασφαλιστικές εισφορές της ενάγουσας στα Ταμεία Νομικών, Πρόνοιας και Τ.Ε.Α.Δ., (δ) ποσόν 145.000 ευρώ για την συμφωνηθείσα μηνιαία αντιμισθία της από της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής μέχρι της πλήρους καταβολής της ανωτέρω αποζημιώσεως και το αργότερο μέχρι 30.04.2015 (πιθανή ημεροχρονολογία συζητήσεως της ενδίκου αγωγής), καθώς και ποσό 20.000 ευρώ για τα δικαιούμενα επιδόματα για το αυτό ως άνω χρονικό διάστημά και (ε) ποσό 20.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, εκ της οποίας προσεβλήθη παρανόμως η προσωπικότητα της.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 220/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη με επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα διότι, δεν αποδείχθηκε η έμμισθη εντολή αορίστου χρόνου, ενώ έγινε δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος και ο προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρο 281 Α.Κ.) και διότι δεν αποδείχθηκε περαιτέρω η παράνομος προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας.
Κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 06.07.2016 (με αριθμό κατάθεσης 3123/2016) έφεσή της, με την οποία παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3494/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 220/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ’ ουσία κατά αναφερόμενα σε αυτή ποσά.
[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Επίσης ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 227/2011).
Εξάλλου το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ) και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον υπόχρεο, συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται (πλέον) να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων των άρθρου 281ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του ή την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη η πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν` ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια, συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (επαχθείς) απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτήν η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 178/2020, ΑΠ 308/2020).
Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που έχει έντονο τον χαρακτήρα Δηµοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (άρθρα 63, 63Α ν.δ. 3026/1954), εφόσον αυτή η αξίωση του δικηγόρου απορρέει από δικαίωμα με έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως (ΟλΑΠ 33-34/2005, ΟλΑΠ 19/1998).
Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν αναιρεί το δικαίωμα και την αξίωση, που απορρέει από αυτό. Αποκλείει, όμως, την ικανοποίησή του (ΑΠ 472/2020).
[IV] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου) η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται για εσφαλμένη μη εφαρμογή από το Εφετείο του άρθρου 281 ΑΚ και για μη λήψη υπόψη του νόμιμα προβαλλόμενου ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης της ενάγουσας- εκκαλούσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η εν λόγω ένσταση της εναγομένης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ’ ουσία βάσιμη, απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως νομικά αβάσιμη με το ακόλουθο σκεπτικό:
«| Εν προκειμένω, η εκκαλούσα-ενάγουσα δια του πρώτου λόγου της υπό κρίσιν εφέσεως βάλλει κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως ισχυριζομένη ότι εσφαλμένως εγένετο δεκτός υπ'αυτής (εκκαλουμένης) ως νόμω και ουσία βάσιμος ο προβληθείς δια των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεων της εφεσιβλήτου - εναγομένης ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου αγωγικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).Δια δε την βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού η εναγομένη εξέθεσε στας πρωτοδίκους προτάσεις της ότι, η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμα της δια την διεκδίκηση των αιτουμένων με την ένδικο αγωγή αξιώσεών της λόγω της επι μακρόν χρόνον αδρανείας της να ασκήση αυτό εν συνδυασμώ προς την προηγηθείσα συμπεριφορά της, συνισταμένη εις ότι ουδέποτε διεμαρτυρήθη στα αρμόδια όργανα της εναγόμενης δια την εργασιακήν της σύμβαση, ούτε επεφυλάχθη δια την άσκηση των επικαλουμένων ενδίκων δικαιωμάτων της .Τα ως άνω επικαλούμενα υπό της εναγομένης πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν δια να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της εναγούσης αντίθετη στας περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθώς δεν γίνεται επίκλησις, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, της συνδρομής ιδιαιτέρων περιστάσεων,η επίκλησις δε και μόνο της επί μακρόν χρόνον αδράνειας της εναγούσης εν συνδυασμω προς την επικαλουμενη έλλειψιν διαμαρτυρίας αυτής δια την εργασιακήν της σύμβαση δεν αρκεί δια να καταστήση καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εδέχθη τον ανωτέρω ισχυρισμό ως νόμω και ουσία βάσιμο, εσφαλμένως τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και συνεπώς, δέον όπως γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως και ως κατ' ουσίαν βάσιμος|».
Υπό τις ως άνω παραδοχές, με το να λάβει δηλαδή υπόψη του και στη συνέχεια να απορρίψει ως μη νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού τα επικαλούμενα από την εναγομένη -εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο το Εφετείο δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή του, από δε την απόφαση προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες.(ΑΠ 227/2011) .
[V] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», όπως ισχύουν, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τέτοια υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικα γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: (1) Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και (2) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα άρθρα 9 Ν. 1232/1982, 9 παρ. 6 Ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, μεταξύ των οποίων και η αρχικά εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.», που λειτουργούσε υπό την μορφή ανωνύμου εταιρίας, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10.10.1989, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άνω Ν. 1868/1989, χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες.
Εξαίρεση, όμως, ισχύει για τους νομικούς συμβούλους, δηλαδή τους δικηγόρους, οι οποίοι, άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και τον χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με την δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ` αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεως.
Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, οι δικηγόροι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 (ΑΠ 1372/2017, ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 1619/2011, ΑΠ 229/2004).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:
«| Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤΑΔ) Α.Ε.» αποτελεί νομικό πρόσωπό του δημοσίου τομέως, ιδρύθηκε το έτος 1998 δια του νόμου 2636/1998 (ΦΕΚ Α’ 198), αρχικώς υπό την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ»), το δε έτος 2000 μετωνομάσθη δια του νόμου 2837/2000 (ΦΕΚ Α' 178) εις «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρεία» και εν συνεχεία, το έτος 2004 δια του νόμου 3270/2004 (ΦΕΚ Α' 187) εις «Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης (ΕΤΑ) Ανώνυμη Εταιρεία». Ακολούθως, το έτος 2011 μετωνομάσθη, συμφώνως προς το άρθρο 47 του νόμου 3943/2011(ΦΕΚ Α' «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α .E.», τον δε μήνα Δεκέμβριο του αυτού έτους (2011) υπήρξε η καθολική διάδοχος της εταιρείας υπό την επωνυμία «ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ) Α.Ε.» -της τελευταίας συγχωνευθείσης δι’ απορροφήσεως- δυνάμει των διατάξεων του νόμου 4002/2011 εν συνδυασμώ προς την Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 K.Y.A. (ΦΕΚ Β’ 277/2-12-2011) λαμβάνοντας την ως άνω επωνυμία (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ).
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι Δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, προσελήφθη υπό της εναγομένης και νυν εφεσιβλήτου δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου ... αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου της δια να παρέχη εις αυτό τας νομικάς της υπηρεσίας, συνισταμένας ειδικώτερον (α) στην πραγματοποίηση εξωδίκων πράξεων και ελέγχων και στην υποβολή αιτήσεων εις δικαστικάς και κρατικάς αρχάς, (β) στην σύνταξη εξωδίκων δηλώσεων και απαντήσεων εις εξωδίκους δηλώσεις αντισυμβαλλόμενων και αντιδίκων, (γ) στην μελέτη προτεινομένων συμβάσεων και την παρακολούθηση ήδη υφισταμένων, (δ) στην υποβολή προτάσεων και γνωμοδοτήσεων στην διοίκησιν της εταιρείας δια τον χειρισμό εκκρεμών υποθέσεων της εναγόμενης εταιρείας κατόπιν σχετικής μελέτης των οικείων φακέλων, (ε) στην παροχή νομικής υποστηρίξεως εις επιτροπάς της εναγομένης, (στ) στην παροχή νομικής υποστηρίξεως γενικώς εις διαδικασίας διαπραγματεύσεων δια την σύναψη συμβάσεων, συγγραφή προκηρύξεων.
Η χρονική διάρκεια της ανωτέρω συμφωνίας ωρίσθη από 25.04.2005 έως 24.04.2006, συνεφωνήθη δε ως αμοιβή της εναγούσης πάγια μηνιαία αντιμισθία εκ ποσού 1.500 ευρώ μικτά. Η ανωτέρω συμφωνία ανανεώθη διαδοχικώς δια του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης και συγκεκριμένως ανανεώθη, δια της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου .../9-5-2006 αποφάσεως δια το χρονικό διάστημα από 25.04.2006 έως 24.04.2007, δια της υπ’ αριθμ.
πρωτοκόλλου …/2-4-2007 αποφάσεως δια το χρονικό διάστημα από 25.04.2007 έως 04.07.2007,δια της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου .../31-5-2007 αποφάσεως δια το χρονικό διάστημα από 25.07.2007 έως 31.05.2009 και δια της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου …/10-4-2009 αποφάσεως δια το χρονικό διάστημα από 01.06.2009 ως 30.06.2010. Η δε πάγια αντιμισθία της εναγούσης αναπροσηρμόσθη αντιστοίχως και συγκεκριμένως, από 01.06.2007 έως 31.07.2008 στο μικτό ποσόν των 2.000 ευρώ δια της ανωτέρω υπ’ αριθμ.
πρωτοκόλλου .../31-5-2007 αποφάσεως και από 01.08.2008 έως 30.06.2010 στο μικτό ποσόν των 2.500 ευρώ δια της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου …/8-8-2008 αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, παραμενόντων εν ισχύι όλων των λοιπών όρων της αρχικής συμφωνίας. Επί τη βάσει των ως άνω αποδειχθέντων η ενάγουσα παρέσχε στην εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρεσίας νομικού συμβούλου επί παγία αντιμισθία, απασχολουμένη αποκλειστικώς με την παροχή νομικών γνώσεων και γνωμοδοτήσεων κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντα, χωρίς ποτέ να ασχοληθή κατά την εκπλήρωσή των ως άνω υποχρεώσεων της προς την εντολέα της (εναγομένη) με την δικαστική εκπροσώπησίν του και με τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων της δια της παραστάσεως τής εναγούσης ενώπιων δικαστηρίων - ούτε δε η εναγομένη υποστηρίζει το αντίθετο- και συνεπώς, συμφώνως προς τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψιν της αποφάσεως, αι ανωτέρω συμφωνίαι των διαδίκων, αι οποίαι εχαρακτηρίσθησαν υπο της εναγομένης συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, κρίνονται ως μια ενιαία σύμβασις εμμίσθου εντολής αορίστου χρόνου επί παγία αντιμισθία χωρίς το κύρος της να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισίν της δεν ετηρήθη η προβλεπόμενη υπό του άρθρου 11 του νόμου 1649/1986 (όπως αντικατεστάθη δια του άρθρου 18 του νομού 1868/1989) διαδικασία κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της αποφάσεως.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι η εναγομένη απησχόλησε την ενάγουσα μέχρι της 31.06.2010,οπότε την 01.07.2010 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση και έπαυσε να αποδέχεται τας προρρηθείσας νομικάς υπηρεσίας της εναγούσης, η καταγγελία δε αυτή δεν απεδείχθη ότι εγένετο εγγράφως, πλην όμως η ενάγουσα δεν αμφισβητεί την καταγγελία αυτή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε διαφορετικά δια της εκκαλουμένης αποφάσεως του, δεχθέν ότι η ενάγουσα δεν παρέσχε ως νομικός σύμβουλος τας προαναφερθείσας νομικάς υπηρεσίας στην εναγομένη και συνεπακολούθως, δεν συνεδέετο με αυτήν (εναγομένη) δια συμβάσεως εμμίσθου εντολής και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικο αγωγή, έσφαλε στην εφαρμογή του νομου και στην εκτίμηση των αποδείξεων γενομένου δεκτού ως κατ' ουσίαν βασίμου του σχετικού λόγου της ενδίκου εφέσεως|».
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη ποσά για τις αναφερόμενες ειδικότερα αιτίες.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, και 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, ούτε καμία άλλη διάταξη, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της εναγομένης, τους οποίους εκ των πραγμάτων απέρριψε, αφού, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε στην εναγομένη υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικώς με την παροχή νομικών γνώσεων και γνωμοδοτήσεων κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντα, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί κατά την εκπλήρωσή των ως άνω υποχρεώσεων της προς την εντολέα της (εναγομένη) με την δικαστική εκπροσώπησίν της και με τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων της δια της παραστάσεως της ενάγουσας ενώπιων δικαστηρίων - ούτε δε η εναγομένη υποστηρίζει το αντίθετο- και συνεπώς, συμφώνως προς τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψιν της αποφάσεως, αι ανωτέρω συμφωνίαι των διαδίκων, αι οποίαι εχαρακτηρίσθησαν υπο της εναγομενης συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, κρίνονται ως μια ενιαία σύμβασις εμμίσθου εντολής αορίστου χρόνου επί παγία αντιμισθία χωρίς το κύρος της να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισίν της δεν ετηρήθη η προβλεπόμενη υπό του άρθρου 11 του νόμου 1649/1986 (όπως αντικατεστάθη δια του άρθρου 18 του νομού 1868/1989) διαδικασία.
διαδικασία. Πρέπει, λοιπόν, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του για αιτιάσεις περί παραβίασης των ως άνω διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 1649/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρεσίες νομικής συμβούλου με πάγια μηνιαία αντιμισθία στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, επειδή η τελευταία αφενός διέθετε νομικό σύμβουλο και συγκροτημένη νομική υπηρεσία απαρτιζομένη από δέκα δικηγόρους, αφετέρου στο οργανόγαμμά της δεν προβλέπονταν θέσεις νομικών συμβούλων και συνεπώς δεν μπορούσαν να προσληφθούν νομίμως δικηγόροι ως νομικοί σύμβουλοι. Κατά το μέρος αυτό ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της εκ του αριθμού 1 παρ. 559 πλημμέλειας προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ στην προσβαλλόμενη δεν προσάπτεται από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 παρ.559 ΚΠολΔ για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ως άνω κρίση της.
[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 01.01.2002 μετά την απάλειψη της φράσης «ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά» με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 232/2018, ΑΠ97/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος παρείχε σταθερά, μόνιμα σε καθημερινή βάση υπηρεσίες νομικού συμβούλου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, χωρίς να εξετάσει ότι η παροχή υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης ενάγουσας δεν συνιστά κύρια απασχόληση αλλά δραστηριότητα στα πλαίσια συνήθους δικηγορικής εντολής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του κατά την προσβαλλομένη απόφαση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπό των διαδίκων έγγραφα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατά τα λοιπά υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αρ.10 πλημμέλειας προσβάλλεται απαράδεκτα η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[VIII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας και δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε σε αυτή καθημερινά με έμμισθη εντολή, ενώ είναι πασιφανές ότι η εργασία της μπορούσε να διεκπεραιωθεί επιτυχώς σε διάστημα αντιστοίχων ημερών σε σχέση με τους μήνες που φαίνεται ότι απασχολήθηκε, ούτε τα όσα αναφέρει στην αγωγή της περί καθημερινής της απασχόλησης επαληθεύτηκαν από μάρτυρες, αφού δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες στο ακροατήριο. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[IX] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τον κανόνα αυτό, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους και, σε περίπτωση εφαρμογής περισσοτέρων διατάξεων, πρέπει να μνημονεύεται, χωριστά για καθεμία, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 290/2013).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απασχολούνταν με μηνιαίο μισθό, ενώ το αληθές είναι, όπως ρητά αναφέρεται στις συμβάσεις της, ότι υπήρχε συνολικό ποσό αμοιβής της για το έργο που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, το οποίο κατόπιν αιτήματος της,της καταβαλλόταν τμηματικά κατά μήνα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή καθεμιάς των διατάξεων αυτών. Περαιτέρω υπό την επίκληση της εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται απαράδεκτα η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[X] Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.», για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3494/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ