Legislator Case Law & Legislation
1516/2017 AI generated

1516/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1516/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1516/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
insurance of third party policyholder breach of loyalty duty insurer consignor bearer share
AI generated
1451/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2001 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 13/3/2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της "ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Α.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28426/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1052/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2007 αίτησή του.
1669/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1491/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία 1,2,3 και 4 εκ των αναιρεσιβλήτων και την από 27 Σεπτεμβρίου 2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – αγωγή της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3440/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3380/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2005 αίτησή του.
1689/2018
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
587/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1516 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1516/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων που εδρεύει στη ..., με την επωνυμία "....", εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) J. O. (Ζ. Ο.) του M. T., 2) B. O. (Μ. Ο.) του G. και 3) M. T. (Μ. Τ.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Λεχωβίτη, 4) Γ. Τ. του Γ. και 5) Α. συζύγου Γ. Τ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2009 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων, την από 17-8-2009 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης των ήδη 4ου και 5ης αναιρεσιβλήτων και την από 7-4-2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2015 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις .../23-6-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης Χ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτής, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-3-2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (Γ. Τ. και Α. Τ., αντίστοιχα). Επομένως, αφού κατά την εν λόγω δικάσιμο, οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ100/2015,1610/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ...1-3-1999 Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β 444/26-4-1999 "

Έγκριση Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20"περί ταχυπλόων(ταχυκινήτων)σκαφών και λοιπών θαλάσσιων μέσων αναψυχής", και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 4παρ.3β και 7παρ.17 αυτής, "Η κυκλοφορία του ταχύπλοου σκάφους, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, απαγορεύεται :....

σε απόσταση μικρότερη των διακοσίων (200) μέτρων από το συνηθισμένο σημείο στο οποίο φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι στις θαλάσσιες περιοχές που δεν επισημαίνονται με πλωτούς σημαντήρες" (4 παρ.3β (γ) και "Η διενέργεια (έλξη) θαλάσσιου αλεξίπτωτου απαγορεύεται σε απόσταση μικρότερη των διακοσίων (200) μέτρων από το συνηθισμένο σημείο στο οποίο φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι στις θαλάσσιες περιοχές που δεν επισημαίνονται με πλωτούς σημαντήρες (7 παρ.17)." Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 609/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.ΑΠ 15/2006, 1/1999).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 467/2013, 495/2013, 179/2013). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενού με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ’ ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ255/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, που αφορά την από 20-2-2009 κύρια αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (J. O., B. O. και M. T.) κατά των προαναφερθέντων τέταρτου και πέμπτης αυτών, υπέρ των οποίων η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, Γ.

Τ. και Α. συζ. Γ. Τ. (ήδη τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων) διατηρούν επιχειρήσεις θαλασσίων μέσων αναψυχής στην αμμώδη παραλία του Ρεθύμνου (θαλάσσια περιοχή ...), το καλοκαίρι δε του 2005, διενεργούσαν μεταξύ άλλων, με τα σκάφη των επιχειρήσεων τους και έλξεις παραθεριστών με θαλάσσια αλεξίπτωτα. Δυνάμει της υπ’ .../2004 αδείας του Λιμεναρχείου Ρεθύμνου ανανεωθείσης με το υπ’ αριθ.

πρωτ.... /10/05 έγγραφο της άνω υπηρεσίας, χορηγήθηκε στην 2η εναγομένη μέχρι 31-12-2006 άδεια εκμίσθωσης θαλάσσιων μέσων αναψυχής στον παραχωρούμενο επί του αιγιαλού χώρο, πλάτους 30 μέτρων και επιφανείας 500 τ.μ. δυτικά του δυτικού ορίου του ξενοδοχείου "...". Ωστόσο, οι άνω έλξεις διενεργούνταν παράνομα από την αμμώδη παραλία του Ρεθύμνου, και δη, με εκκίνηση από τα σημεία όπου αναπτύσσονταν χωρικά οι επιχειρήσεις τους και ότι όπως προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία (αρθρ. 7 παρ. 18, 28 της ΥΑ 313/1999 Γενικός Κανονισμός Λιμένα, αρθρ. 20 ΦΕΚ Β 444/1999, όπως ισχύει) από πλωτή εξέδρα που θα έπρεπε να έχει τοποθετηθεί πλησίον της ακτής ειδικά για αυτόν τον σκοπό, καθόσον τα σκάφη των εκκαλούντων δεν διέθεταν ενσωματωμένη εξέδρα και βίντσι (σύμφωνα με τις άνω διατάξεις).

Στις 19-8-2005 ο εκκαλών (ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων) χειριζόμενος το ταχύπλοο σκάφος "... με στοιχεία ..., λευκού χρώματος με γαλάζιο υφαλόχρωμα και μια μπλε ρίγα στο πάνω μέρος του σκάφους του, ιδιοκτησίας της εκκαλούσας - συζύγου του(ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) η οποία συνεπέβαινε σ’ αυτό, διενεργούσε με το σκάφος αυτό, έλξεις παραθεριστών με θαλάσσια αλεξίπτωτα από την ακτή.

Περί ώρα 16:30, ο εκκαλών (χειριστής του άνω σκάφους), πραγματοποιώντας έλξη παραθεριστή με θαλάσσιο αλεξίπτωτο από την ακτή, από την επιχείρηση της συζύγου του που βρίσκεται πρώτη προς τα δυτικά και δίπλα από την ακτή, έμπροσθεν του ξενοδοχείου "...", κινήθηκε αρχικά με κατεύθυνση από νότια προς βόρεια και στη συνέχεια, και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 180 μέτρων από την ακτή, προς βορειοανατολικά, σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από το συνηθισμένο σημείο όπου μπορούν να φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι.

Το σημείο δε αυτό, στην άνω θαλάσσια περιοχή έφθανε στα 100 μέτρα από την ακτή. Εξάλλου, στην συγκεκριμένη επιχείρηση της εκκαλούσας, είχε δημιουργηθεί από τους εκκαλούντες, θαλάσσιος διάδρομος για την κίνηση των σκαφών - για έλξη αλεξίπτωτου - θαλάσσιου σκι- ελκήθρου - δακτυλιδιών - από την ακτή προς τη θάλασσα, έχοντας αυτοί τοποθετήσει ένα πορτοκαλί μπαλόνι σε απόσταση 180 μέτρων από την ακτή και στην συνέχεια του, σε απόσταση 40 μ.

από το πορτοκαλί μπαλόνι, είχαν τοποθετήσει άλλο μπαλόνι-κίτρινου χρώματος, το οποίο δηλ. βρισκόταν σε απόσταση 220 μ. από την ακτή (όπως εμφαίνεται στο σχετικό σχεδιάγραμμα της θαλάσσιας περιοχής, που συντάχθηκε από τα λιμενικά όργανα). Τα άνω μπαλόνια, τοποθετούνταν κάθε φορά από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των δικών τους επιχειρηματικών σκοπών, και οπωσδήποτε δεν θεωρούνται ως πλωτοί σημαντήρες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 περ.

β, 7 παρ. 17 και 26 της ΥΑ 313/1999 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα, άρθρο 20, κατά τις οποίες "οι υπεύθυνοι λουτρικών εγκαταστάσεων είναι υποχρεωμένοι να επισημαίνουν τα όρια μέχρι τα οποία φθάνουν συνήθως κολυμπώντας οι λουόμενοι, με την τοποθέτηση, κατά τις υποδείξεις της Λιμενικής αρχής, σειράς ευδιάκριτων πλωτών σημαντήρων χρώματος κίτρινου, σχήματος σφαιρικού".Το ότι στην άνω θαλάσσια περιοχή, δεν υπήρχαν (νομίμως) πλωτοί σημαντήρες, παρά μόνο τα μπαλόνια που τοποθέτησαν οι εκκαλούντες, προκύπτει σαφώς από την από 25-08-2005 κατάθεση στον ανακριτή, του λιμενικού Ξ.

Σ.. Χειριζόμενος, λοιπόν, ο εκκαλών το σκάφος "..., κινούμενος, βορειοανατολικά του πιο πάνω θαλάσσιου διαδρόμου που είχε δημιουργηθεί από τους εκκαλούντες, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, σε απόσταση μικρότερη των τριακοσίων (300) μέτρων από την ακτή (100 μέτρα το συνηθισμένο σημείο όπου έφθαναν οι λουόμενοι κολυμπώντας + 200 μέτρα η απόσταση από το σημείο αυτό μέχρι του σημείου που δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία ταχύπλοου σκάφους, κατ’ άρθρο 4 παρ. 3 περ.

β’ του άρθρου 20 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα και η διενέργεια θαλάσσιου αλεξίπτωτου, κατ’ άρθρο 7 παρ. 17 του άνω Γενικού Κανονισμού Λιμένα), πλέον δε τούτου, μη ασκώντας τον έλεγχο και την εποπτεία επί του σκάφους που χειριζόταν, ώστε να μπορεί σε κάθε περίπτωση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ώστε να μη γίνει υπαίτιος ατυχήματος σε βάρος λουόμενου (αφού κινούνταν σε απαγορευμένη απόσταση), έχοντας στραμμένη την προσοχή του μόνο στην έλξη του θαλάσσιου αλεξίπτωτου (ο ίδιος ο εκκαλών κατέθεσε απολογούμενος στον ανακριτή στις 22-08-2005 "...η προσοχή μου πάντα είναι στραμμένη στα καθήκοντα μου..."), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον λουόμενο V.

O., που την ώρα εκείνη κολυμπούσε σε ύπτια θέση, με αποτέλεσμα να διέλθει το σκάφος που χειριζόταν πάνω από την εμπρόσθια επιφάνεια του σώματος του άνω λουόμενου, προκαλώντας του σοβαρότατες σωματικές κακώσεις των σπλάχνων του θώρακα και της κοιλίας, που επέφεραν τον άμεσο βίαιο θάνατο του.Τα ανωτέρω, και δη, ότι ο λουόμενος-θύμα, επλήγη θανάσιμα από το σκάφος "..., που οδηγούσε ο εκκαλών, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, προκύπτει με σαφήνεια από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και στα πλαίσια της ποινικής δίκης, ειδικότερα:

Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων O. J. (μητέρα του θύματος), C. E. και S. K. (εξετασθείσες προανακριτικά, αλλά και στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου), κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που επήλθε ο θάνατος του V. O. (από 15:00- 17:00μμ), ειδικότερα από τις 16:30 μμ και μετά, στην θαλάσσια περιοχή που κολυμπούσε το θύμα εκινείτο μόνο το σκάφος "..., και δη ένα άσπρο σκάφος με μπλε γραμμή, όπως οι άνω μάρτυρες το περιέγραψαν, ενώ ένα κίτρινο σκάφος (που ανήκε στον Θ.) το οποίο ανάφερε η μάρτυς C.

E., είχε αποχωρήσει προ 20 λεπτών, δηλ. σε χρόνο που εξακολουθούσε να βλέπει το θύμα να κολυμπά. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Τ. (ανηψιού του εκκαλούντα, τόσο προανακριτικά όσο και στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου), "γύρω στις 16:00 πήγαμε να κάνουμε αλεξίπτωτο, στις 14:30 - 15:00 εγώ με ένα τζετ σκι και ο θείος μου με τη γυναίκα του με το σκάφος "... ...

κάναμε 4 αλεξίπτωτα.... στο διάστημα που κάναμε έλξεις δεν έκανε το κίτρινο σκάφος... Του Θ. (το κίτρινο σκάφος)... είχαν περάσει 20 λεπτά πριν από εμάς.., ενώ, ο ίδιος ως άνω μάρτυς κατέθεσε ότι από 16:00 μέχρι 17:00 μμ δεν είδε άλλο σκάφος να κινείται στην περιοχή-Σύμφωνα, με την από 26-9-2005 πραγματογνωμοσύνη του διπλωματούχου ναυπηγού - μηχανολόγου - μηχανικού επιθεωρητή πλοίων, Μ.

Β., ο οποίος επιθεώρησε έξι (6) ταχύπλοα σκάφη και δη, τα: "...", "... και "...", δεν διαπιστώθηκε σε κανένα από αυτά ανθρώπινα ίχνη, προερχόμενα από τον θανάσιμο τραυματισμό του V. O., όσον δε αφορά στα σκάφη "... και "..." τα σημεία τριβής τα οποία βρέθηκαν επ’ αυτών, υποθετικά, ως απλές ενδείξεις και όχι με αποδείξεις θα μπορούσαν να προέρχονται και από επαφή με ανθρώπινο σώμα, εξετασθείς, ωστόσο ο ίδιος ως άνω ως μάρτυς στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης κατέθεσε ότι "...

στα άλλα τρία σκάφη, στο "..., "..." και "..." βρήκα ευρήματα, αλλά όχι ίχνη σάρκας ... αν παρέμενε το σκάφος στη θέση του και δεν είχε διανύσει πορεία, θα μπορούσαν να εντοπισθούν τα ίχνη σάρκας..". Εξάλλου, σύμφωνα με την από 27-8-2005 γνωμοδότηση πραγματογνωμοσύνης του διπλωματούχου ναυπηγού - μηχανολόγου -μηχανικού, Β.

Χ., κατόπιν πρόσκλησης του εκκαλούντα, για να αποφανθεί αν υπήρχε περίπτωση εμπλοκής στο επισυμβάν ατύχημα των σκαφών "... και "...", στα άνω σκάφη δεν υπάρχει ανθρώπινο ίχνος ή ένδειξη που να μαρτυρά πρόσκρουση σε ανθρώπινο σώμα, ενώ, από την ένορκη κατάθεση του ιατροδικαστή, δεν προκύπτει κάποιο στοιχείο όσον αφορά ίχνη από υφαλόχρωμα στις πληγές του θανόντα, τότε αυτό είναι ένα στοιχείο που αποδεικνύει με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν προσέκρουσε στο θύμα κανένα από τα άνω σκάφη, καθώς και τα δύο ήταν υφαλοχρωματισμένα και δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχαν επικαθήσει ίχνη αυτών των χρωμάτων στις πληγές ωστόσο, όμως ο άνω πραγματογνωμων καταλήγει ότι "....αν υπάρχουν ίχνη από υφαλόχρωμα στις πληγές του θανόντα, τότε θα πρέπει να γίνει χημική ανάλυση αυτού, πράγμα που θα βοηθούσε στην διαλεύκανση της υπόθεσης..".Όσον δε αφορά στο σκάφος "...", ιδιοκτησίας του εκκαλούντα, δεν έπλευσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην θαλάσσια περιοχή όπου συνέβη το ατύχημα, καθόσον ο ίδιος ο εκκαλών, απολογούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κατέθεσε ότι "...την ημέρα εκείνη (19-8-2005), έφυγα από το πόστο μου με το "...", για να πάω στο πόστο της συζύγου μου και από εκεί πήραμε το "... ...

οδηγούσα εγώ το "... με συνοδηγό τη γυναίκα μου...", ενώ και από την από 20-8-2005 προανακριτική κατάθεση του C. J. προκύπτει ότι το σκάφος με την ονομασία "..." δεν μετακινήθηκε καθόλου από ώρα 15:30 μέχρι 17:00μμ. Τέλος, σύμφωνα με την κατάθεση του ιατροδικαστή Μ. Μ. - συντάξαντος την από 7-9-2005 ιατροδικαστική έκθεση - τόσο προανακριτικά, όσο και στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, το θύμα πρέπει να χτυπήθηκε από σκάφος με σχετικά μεγάλο βύθισμα (δηλ.

δεν είναι του αφρού).... πρόκειται περί κακώσεων προπέλας, είμαι κατηγορηματικός ..." (στο δε σκάφος "... προεξέχει η προπέλα. Αντίθετα, ουδεμία συνυπαιτιότητα αποδείχθηκε ότι βαρύνει το θύμα, καθόσον αυτός κολυμπούσε σε απόσταση 200 μέτρων από την ακτή, όπου βρέθηκε το πτώμα του (όπως εξάλλου και οι εκκαλούντες συνομολογούν), δεν ήταν δε δυνατόν να κολυμπούσε σε απόσταση μεγαλύτερη των 300 μέτρων από την ακτή, όπως οι εκκαλούντες, αβάσιμα ισχυρίζονται, και να ανευρεθεί το πτώμα του στα 200 μέτρα από την ακτή λόγω θαλασσίων ρευμάτων, καθόσον στην θαλάσσια περιοχή κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, επικρατούσε νηνεμία και το πτώμα ανευρέθη στις 17.00 μ.μ., δηλ.

αμέσως μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του λουόμενου, που έλαβε χώρα μεταξύ 15:00- 17:00 μμ. σύμφωνα με την από 19-8-2005 προανακριτική κατάθεση του ιατροδικαστή Ε. Μ.. Προς τούτο συνηγορεί και το γεγονός, ότι το μαγιό του θύματος βρέθηκε σε κοντινή απόσταση 250 μέτρων από την ακτή (πιθανόν να μεταφέρθηκε από τα ρεύματα, δικαιολογούμενού τούτου, διότι ευρέθη την επόμενη ημέρα).

Προκύπτει, συνεπώς, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα σε απόσταση 200 μέτρων από την ακτή σε σημείο δηλαδή που δεν επιτρέπεται η διενέργεια (έλξη) θαλάσσιου αλεξίπτωτου, ούτε η κυκλοφορία ταχύπλοου σκάφους απαγορευμένων τούτων σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από το συνηθισμένο σημείο στο οποίο φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι στις θαλάσσιες περιοχές που δεν επισημαίνονται με πλωτούς σημαντήρες, όπως εν προκειμένω, με συνηθισμένο σημείο όπου οι λουόμενοι έφθαναν κολυμπώντας τα 100 μ.

από την ακτή - σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 § 3 β, 7 § 17 της ΥΑ 313/1999 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα, άρθρο 20. Ούτε όμως και το γεγονός ότι στο αίμα του θανόντος, ευρέθη ποσότητα αλκοόλης 0,5 gr. και το ότι αυτός, αν και ήταν βαρήκοος, δεν έφερε ακουστικά βαρηκοΐας κατά την ώρα της κολύμβησης, που ουδεμία βοήθεια θα πρόσφεραν, καθόσον κολυμπούσε σε ύπτια θέση, με τα ώτα εντός της θάλασσας συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, μη αποδειχθέντος οποιουδήποτε αιτιώδους συνδέσμου των άνω γεγονότων με το επελθόν αποτέλεσμα....

καθόσον και στην περίπτωση ακόμα που δεν υπήρχε πρόβλημα βαρηκοΐας του λουσμένου, και πάλι το ατύχημα δεν θα είχε αποφευχθεί - διότι τούτο οφείλεται στην υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εκκαλούντων(ήδη τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) και δη στην κίνηση του σκάφους σε απαγορευμένη περιοχή, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες συνθήκες, όπου ο λουόμενος δεν όφειλε να αναμένει την κίνηση αυτού και ενδεχομένως - να προβεί σε κάποια αντίδραση (νεύμα χειρών, φωνή κ.λπ) προς αποφυγή του ατυχήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο V. O. κατά τον χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ηλικίας 32 ετών και ήταν υγιής, διηύθυνε δε την οικογενειακή επιχείρηση - στούντιο αισθητικής που διατηρούσε η μητέρα του στο Βελιγράδι, όπου εργαζόταν μαζί της και με τον αδελφό του. Συμβίωνε στην ίδια στέγη με τους γονείς του, τον αδελφό του και τον παππού του, με τους οποίους συνδεόταν με ιδιαίτερες σχέσεις στοργής και αγάπης.

Ο πατέρας του δεν άντεξε τον αδόκητο χαμό του και απεβίωσε λίγους μήνες αργότερα από καρδιακή προσβολή. Συνεπεία της θανάτωσης του, οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, ενόψει δε των συνθηκών του ατυχήματος, του στενού δεσμού αγάπης που υπήρχε μεταξύ των εναγόντων και του θανόντος, της ηλικίας αυτού, της συνοίκησης του με τους ενάγοντες, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να επιδικαστούν στους ενάγοντες, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης τους, τα εξής ποσά:

στην ενάγουσα - μητέρα (ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 100.000 ευρώ - στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να παραστεί στο ποινικό Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγουσα, στον ενάγοντα αδελφό του, (ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλητων) το ποσό των 80.000 ευρώ και στον ενάγοντα παππού του, (ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 40.000 ευρώ.".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως απέρριψε την από 25-1-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά το σκέλος της που στρεφόταν κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε κάνει δεκτή την από 20-2-2009 κύρια αγωγή αποζημίωσης των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά των τέταρτου και πέμπτης αυτών,υπέρ των οποίων είχε ασκήσει (η αναιρεσείουσα) πρόσθετη παρέμβαση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, α)ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρον 914.297,298,330β,ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4παρ.3β και 7 παρ.17β της ...1999 της Απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, εφόσον η κίνηση του ταχύπλοου σκάφους σε απόσταση μικρότερη των διακοσίων μέτρων από το συνηθισμένο σημείο στο οποίο φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι στις θαλάσσιες περιοχές που δεν επισημαίνονται με πλωτούς σημαντήρες, σε συνδυασμό με την έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής από τον χειριστή του, ώστε να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον λουόμενο, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πρόσφορη αιτία ,για την από αμέλεια του τελευταίου πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του λουόμενου και β)ορθά επίσης ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η μη απόδειξη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, της ύπαρξης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ποσότητας αλκοόλης του θανόντος λουόμενου ο,5γρ.και του ότι δεν φορούσε ,καίτοι βαρήκοος, τα ακουστικά βαρηκοΐας και της επέλευσης στη συγκεκριμένη περίπτωση του ατυχήματος, δικαιολογούν την μη εφαρμογή αυτής.

Από τις ίδιες προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, των οποίων ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους καθίσταται εφικτός.

Είναι εξάλλου σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι ο λουόμενος, συγγενής των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων επλήγη θανάσιμα από το σκάφος "...,που οδηγούσε ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, κατά τη στιγμή που αυτό βρισκόταν σε απόσταση διακοσίων μέτρων από την ακτή. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχεία δ, ββ και γγ κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.

Η αναιρεσείουσα, με αφορμή τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί ύπαρξης διαδρόμου για την κίνηση των σκαφών, ο οποίος είχε δημιουργηθεί από τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, περί μη ύπαρξης εξέδρας πλησίον της ακτής και περί τοποθέτησης από τους ίδιους μπαλονιών που όμως δεν είναι πλωτοί σημαντήρες, με ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχεία, αα, ε1, ε2, ε3 και ε4 κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, αντίστοιχα, για εσφαλμένη ευθεία και εκ πλαγίου εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αλλά και αυτών των άρθρων 2 παρ.2, 21 4 παρ.5, 18, 26, 27 και 28 της ίδιας ως άνω Υπουργικής Απόφασης διότι, αντίστοιχα: 1)εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ήσαν υποχρεωμένοι να τοποθετήσουν πλωτούς σημαντήρες, 2)δεν προσδιορίζει σε ποια απόσταση από την ακτή όφειλαν οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι να έχουν τοποθετήσει την πλωτή εξέδρα, 3)ενώ αρχικά δέχεται ότι οι τελευταίοι δεν είχαν δημιουργήσει θαλάσσιο διάδρομο, στην συνέχεια, αντιφατικά δέχεται ότι είχε δημιουργηθεί τέτοιος διάδρομος, 4)ενώ αρχικά δέχεται ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι ήσαν εκμισθωτές ταχύπλοων μέσων αναψυχής, αντιφατικά στη συνέχεια δέχεται ότι ήταν δική τους υποχρέωση η τοποθέτηση πλωτών σημαντήρων και 5)δεν αναφέρει αν το σκάφος κινήθηκε εντός του θαλασσίου διαδρόμου ή εκτός.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, αφού οι αποδιδόμενες με αυτές πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι αλυσιτελείς, διότι δεν αναφέρονται σε ουσιώδες ζήτημα και δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, αλλά διατυπώθηκαν διηγηματικά και πλεοναστικά κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της μόνης αιτιολογίας που στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα περί αμέλειας του χειριστή του ταχύπλοου σκάφους(τέταρτου των αναιρεσιβλήτων) και η οποία είναι η οδήγηση αυτού σε απαγορευμένη απόσταση και συγκεκριμένα "σε απόσταση 200 μέτρων από την ακτή σε σημείο δηλαδή που δεν επιτρέπεται η διενέργεια(έλξη)θαλάσσιου αλεξίπτωτου, ούτε η κυκλοφορία ταχύπλοου σκάφους".

Εξάλλου, οι ειδικότερες αιτιάσεις υπό στοιχεία ε5, ε6, ε8, ε10 και ε11 του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τις οποίες η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγω ελλείψεων στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την ακριβή θέση που συνέβη το ατύχημα, ως προς τις συνθήκες αυτού, ως προς την πρόκληση του από το συγκεκριμένο ταχύπλοο σκάφος και ως προς την μη απόδειξη του επικαλούμενου συντρέχοντος πταίσματος του λουόμενου, είναι απαράδεκτες, εφόσον αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος σχετικώς αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι σαφές.

Περαιτέρω, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το ατύχημα επήλθε και ο θάνατος του λουόμενου κυμαίνεται από 15:00-17:00, και αυτής, ότι από τις 16:30 μμ και μετά, στην θαλάσσια περιοχή που κολυμπούσε το θύμα εκινείτο μόνο το σκάφος …, ώστε να καθίσταται ασαφές το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου για την ταυτότητα του σκάφους που προκάλεσε τον θανατηφόρο τραυματισμό του λουόμενου.

Επίσης δεν είναι αντιφατική η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι την ημέρα του ατυχήματος επικρατούσε νηνεμία, ενώ την επομένη που βρέθηκε το μαγιό του θύματος σε απόσταση 250 από την ακτή "πιθανόν να μεταφέρθηκε από τα ρεύματα δικαιολογούμενού τούτου διότι ευρέθη την επόμενη η μέρα". Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, υπό στοιχεία ε7 και ε9 λόγους κατ’ επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμα.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται( καταρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεση του οι διάδικοι, χωρίς τα ανωτέρω κριτήρια να αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας (ΑΠ 983/2014).

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Ενόψει αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ.1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.1 και19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι α) με την επιδίκαση των προαναφερομένων ποσών σε καθένα από τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης (100.000, 80.000 και 40.000 ευρώ αντίστοιχα) παρεβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού είναι δυσανάλογα μεγαλύτερα αυτών που επιδικάζονται σε ανάλογες περαιώσεις, και β)δεν παρέθεσε στο αποδεικτικό του πόρισμα περιστατικά που να εξειδικεύουν την κοινωνική τους κατάσταση και την οικονομική αυτής και των αντιδίκων της, την ηλικία αυτών και τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και της θλίψης που δοκίμασαν.

Ο λόγος ως προς αμφότερες της αιτιάσεις του είναι αβάσιμος και ειδικότερα, ως προς την υπό στοιχείο α, διότι τα επιδικασθέντα ποσά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι ανώτερα και μάλιστα εμφανώς, των επιδικαζομένων σε ανάλογες περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη των, παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης για τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς δε την υπό στοιχείο β, διότι το Εφετείο δεν χρειαζόταν να εκθέσει τα ανωτέρω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα συγκεκριμένα περιστατικά, για τα οποία το δικαστήριο αποφασίζει με ελεύθερη και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, χωρίς να αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που βάλλει κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ,σε σχέση με την κύρια, από 20-2-2009 αγωγή των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά τους έξοδα (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Σε σχέση, με την παρεμπίπτουσα, από 17-8-2009 αγωγή των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ..../26-5-2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου "πλοίων και σκαφών αναψυχής" της ασφαλιστικής εταιρίας ...

ασφαλιστική (ήδη αναιρεσείουσας), καταρτισθέντος μεταξύ αυτής και της Μ. Α., ιδιοκτήτριας του σκάφους (ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης), η άνω ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε να καλύψει την αστική ευθύνη του ασφαλισμένου για σωματικές βλάβες σε επιβαίνοντες του σκάφους και/ή τρίτους, εξαιτίας ατυχημάτων και για υλικές ζημίες ή απώλειες σε περιουσιακά στοιχεία επιβαινόντων και τρίτων, όπως στο άρθρο 1 των γενικών όρων του άνω ασφαλιστηρίου, αναφέρεται.

Κατά δε το άρθρο 1 των ειδικών όρων του ίδιου συμβολαίου "ασφαλισμένος θεωρείται ο κύριος, ο νομέας και ο κάτοχος των θαλασσίων σκαφών..".Από τα άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο Γ. Τ. (ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων), ο οποίος οδηγούσε το ζημιογόνο σκάφος ήταν κάτοχος αυτού, καθόσον, δεν προέκυψε σχέση πρόστησης αυτού με την ιδιοκτήτρια του-σύζυγό του, Μ.

Α....". Με βάση την παραδοχή αυτή, το Εφετείο απέρριψε τον επαναφερθέντα με την έφεση της ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν ενομιμοποιείτο ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων να την προσεπικαλέσει, διότι, κατ’ αυτή, μοναδική ασφαλισμένη και δικαιούχος του ασφαλίσματος ήταν η σύζυγος του, πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και ως προς αυτόν.

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα, πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 1479/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.4 και 6, 7, 9 παρ.1 του ν.2496/1996, του άρθρου 257 ΚΙΝΔ, 361 και 974 ΑΚ, τις οποίες και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, το Εφετείο κατέληξε στην απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, με την σαφή παραδοχή ότι ως κάτοχος του σκάφους ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τον όρο του σχετικού ασφαλιστηρίου (τον οποίον και δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα), καλύπτεται από την ασφαλιστική μεταξύ τους σύμβαση, με την εσφαλμένη όμως αιτιολογία ότι δεν προέκυψε σχέση πρόστησης αυτού με την σύζυγο του και ιδιοκτήτρια του σκάφους, πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, εκλαμβάνοντας ότι η πράγματι υπάρχουσα μεταξύ τους σχέση πρόστησης (με βάση την οποία άλλωστε η τελευταία ήταν εναγόμενη στην κύρια αγωγή) αποκλείει την ιδιότητα του κατόχου από τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, χειριστή κατά το επίδικο ατύχημα, του σκάφους, κάτι που δεν ισχύει, εφόσον ο προστηθείς από την πέμπτη αναίρεσίβλητη, τέταρτος αναιρεσίβλητος στην οδήγηση του σκάφους και χειριστής αυτού κατά το επίδικο συμβάν, είχε και την φυσική του εξουσία και ήταν κάτοχος αυτού.

Συνεπώς, μετά από αντικατάσταση κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ της ανωτέρω εσφαλμένης αιτιολογίας, πρέπει (εφόσον δεν δημιουργείται απ’ αυτή δυσμενές δεδικασμένο για την αναιρεσείουσα) να απορριφθεί ο τρίτος με τα στοιχεία δ1 και δ2 λόγος αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 25/2003 και 3/1997).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο, με στοιχείο δ3 λόγο της κρινόμενης αίτησης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, Ι) έλαβε υπόψη, καίτοι δεν προτάθηκαν τους ισχυρισμούς, ότι :α) ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ήταν κάτοχος του ζημιογόνου σκάφους, β)ως χειριστής του ζημιογόνου σκάφους δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και 2)δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκε, ότι ο ίδιο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του λήπτη της ασφάλισης και του δικαιούχου του ασφαλίσματος.

Ο λόγος αυτός, ως προς το με αριθμό 1α μέρος του είναι αβάσιμος ,εφόσον ο ισχυρισμός είχε προταθεί ως εμπεριεχόμενος σ’ αυτόν του προστηθέντος στην οδήγηση του σκάφους και του χειριστή αυτού κατά το επίμαχο ατύχημα, ως προς το με αριθμό 1β μέρος του, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός ως αρνητικός της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τον με αριθμό 2 μέρος του είναι αβάσιμος, εφόσον λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την αμέσως προαναφερόμενη παραδοχή του.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα ή επεξηγηματικές ή ενδοιαστικές εκφράσεις (ΑΠ 852/2015, 1279/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφέρει επίσης ,σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αγωγή και το εξής: "Τέλος, στο αναφερθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο τμήμα Γ αυτού, ορίζεται απαλλαγή του ασφαλιστή για κάθε ζημία 300 ευρώ, νοουμένης ωστόσο της ζημίας, καταρχάς, ως περιουσιακής, μη περιλαμβάνουσας την χρηματική ικανοποίηση (λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), εφόσον τούτο ρητά δεν αναφέρεται".

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε την επαναφερθείσα ενώπιον του με την έφεση της ένσταση της αναιρεσείουσας, περί περιορισμού της ευθύνης της κατά το άνω ποσό των 300 ευρώ. Από την παραδοχή όμως αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχεται εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια της προβλεπόμενης απαλλαγής.

Τούτο συνάγεται κυρίως από το γεγονός ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας αυτής και διαπίστωσης εντεύθεν των βουλήσεων των συμβληθέντων που δηλώθηκαν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, χρησιμοποιεί τις ενδοιαστικές φράσεις, "νοουμένης, κατ’ αρχάς, τούτο ρητά δεν αναφέρεται". Παρά τη διαπίστωση όμως εμμέσως της αμφιβολίας αυτής, παρέλειψε, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση της συμφωνηθείσας απαλλαγής για κάθε ζημία των συμβληθέντων, δηλαδή να ανεύρει τι πραγματικά εννοούσαν οι διάδικοι με τον όρο "κάθε ζημία" να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Παραλείποντας όμως το Εφετείο να προσφύγει στους ανωτέρω κανόνες αφού δεν κάνει μνεία αυτών, παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω κανόνες και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος υπό στοιχείο γ1 λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η υπόθεση μόνο κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της ανωτέρω ένστασης απαλλαγής της αναιρεσείουσας των 300 ευρώ, το οποίο αφορά την από 17-8-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή των τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου σε σχέση με αυτό, και να παραπεμφθεί, κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ’ αυτή παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (αρθρ.178,183ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 51/2015 απόφαση του Εφετείου Κρήτης

Παραπέμπει, κατά τούτο την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2016 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών, με την επωνυμία ... ... για αναίρεση της 51/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ