Legislator Case Law & Legislation
1516/2016 AI generated

1516/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1516/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1516/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άλλωστε, θα παρίστατο άτοπο, σε κάθε περίπτωση άσκησης προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξης, το δικαστήριο να οδηγείτο σε αθώωση του προσφεύγοντα κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 {Α.Π. 854/2015, Α.Π. 482/2015, Α.Π. 206/2013, Α.Π. 1197/2011, Α.Π. 1188/2011}.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties customs tax fraud funding of occupational pension schemes social contribution debt public levies dispute obligation to advance costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1516 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Λ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.2446/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 11 Δεκεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση του Κατηγορουμένου, Λ. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2246/2014 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, περιέχουσα ως λόγους της, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ και Ε αντίστοιχα ΚΠΔ). Μαζί με την παραπάνω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθεί και ο παραδεκτά ασκηθείς πρόσθετος λόγος αυτής με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, η απόφαση περιορίζεται σε απλή αντιγραφή του διατακτικού στο σκεπτικό της και χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναστολής προσωρινά των ατομικών διώξεων εναντίον του με την 1611/14-1-2010 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τέλεσης της επίδικης πράξης και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποίησης αυτού με το άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.2 εδ.α’ και 3 του ίδιου, ως άνω, νόμου (Ν. 1882/1990) "2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη... 3.

Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".

Από τις προειρημένες διατάξεις συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος ανώνυμης εταιρείας είναι, εκτός των άλλων, ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος, ο οποίος έχει την ιδιότητα αυτή είτε κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη είτε κατά το χρόνο που αυτά βεβαιώθηκαν, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, εφόσον, όμως, γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που τα συγκεκριμένα πρόσωπα είχαν την ιδιότητα αυτή.

Περαιτέρω με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 επέρχονται τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών και, ειδικότερα: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το 1.000.000 δραχμές (ή 3.000 ευρώ), που ίσχυε προηγουμένως, στα 10.000 ευρώ.

Σύμφωνα με την εκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ., είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος, ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη, που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων 17, 18, 19, 21 παρ. 2 και 23 Ν. 2523/1997, προκύπτει ότι, αντίθετα με όσα ισχύουν και αφορούν στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις των εγκλημάτων περί φοροδιαφυγής (μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος, μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και λοιπών φόρων, καθώς και έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων), όπου η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία συντελείται είτε με την απόρριψη της προσφυγής με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, είτε με την πάροδο άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση (sine qua non) για το παραδεκτό της ποινικής δίωξης, αναφορικά με το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του, δεν προαπαιτείται η, κατά τα άνω, προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η τυχόν δε άσκηση προσφυγής και μάλιστα ακόμη κι αν συνεπεία αυτής έχει χωρήσει αναστολή της καταβολής των χρεών, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος και βέβαια δεν αποτελεί διακωλυτικό λόγο για την άσκηση ποινικής δίωξης ούτε οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσης του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος.

Άλλωστε, θα παρίστατο άτοπο, σε κάθε περίπτωση άσκησης προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξης, το δικαστήριο να οδηγείτο σε αθώωση του προσφεύγοντα κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 {Α.Π. 854/2015, Α.Π. 482/2015, Α.Π. 206/2013, Α.Π. 1197/2011, Α.Π. 1188/2011}.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 ΚΠΔ. {Ολ.

Α.Π 1/2005, Α.Π 786/2015, Α.Π 274/2015, Α.Π 273/2015}. Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρ. 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή.

Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά {Α.Π 854/2015, 1103/2014}.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη με αριθμ. 2446/2014 απόφαση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ότι προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, την 01-05-2011 παραβίασε την, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, το ποσό δε των οποίων συνολικά υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.

Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα του ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", παραβίασε την προθεσμία καταβολής ληξιπρόθεσμου χρέους του προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 428.583,05 ευρώ και το οποίο χρέος είναι βεβαιωμένο στη Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, όπως αναλυτικά εμφανίζεται στον παρακάτω πίνακα χρεών. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β’ Π.Κ., δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια και ειδικότερα, λόγω οικονομικών προβλημάτων, που προήλθαν από τη γενικότερη οικονομική κρίση.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έχουν ανασταλεί προσωρινά οι ατομικές διώξεις εναντίον του με προσωρινή διαταγή πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι με την από 14.1.2010 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανεστάλησαν προσωρινά οι ατομικές διώξεις των πιστωτών και απαγορεύθηκαν τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον αυτού και της εκπροσωπουμένης από αυτόν ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 8.3.2010 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, ενώ την 22.3.2010 εκδόθηκε η με αριθ. 10323/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής για την ως άνω ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ν. 3588/2007 και ανεστάλησαν μέχρι την έκδοση επικυρωτικής απόφασης, κατά το άρθρο 103 του πτωχευτικού κώδικα τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της για την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών, καθώς και η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πλην όμως οι ως άνω διαταγές- διατάξεις δεν αφορούν και την αναστολή διώξεων για το αδίκημα της βεβαίωσης χρεών προς το Δημόσιο, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, κατά τα προεκτεθέντα".

Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, την 01-05-2011 παραβίασε την, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, το ποσό δε των οποίων συνολικά υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.

Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα του ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", παραβίασε την προθεσμία καταβολής ληξιπρόθεσμου χρέους του προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 428.583,05 ευρώ και το οποίο χρέος είναι βεβαιωμένο στη Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, όπως αναλυτικά εμφανίζεται στον παρακάτω πίνακα χρεών.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1 εδ.

α’ , 27 παρ. 1, 53, 83, 84 2β ΠΚ και 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν.3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Το σκεπτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί μεν, εν μέρει επανάληψη του διατακτικού της, ενόψει, όμως, της πληρότητας του τελευταίου, πληρούται, με την επανάληψη του στο ως άνω σκεπτικό, η απαίτηση αιτιολόγησης της απόφασης και, συνεπώς, η επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της είναι αβάσιμη και απορριπτέα {Α.Π 1351/2014}.

Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ.Φ.Α.Ε Θεσσαλονίκης, το ύψος των χρεών, που συνολικά υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ, ανερχόμενα στο ποσό των 428.583,05 ευρώ και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά και συγκεκριμένα (καταβλητέα εφάπαξ και σε δόσεις), το είδος κάθε επί μέρους χρέους (μη απόδοση ΦΠΑ-μη απόδοση φόρου εισοδήματος), ο χρόνος βεβαίωσης των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο (καταστάντα ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004) και δεν είχαν καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η 1-5-2011, ήτοι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με την ανωτέρω πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του, αφού αυτός (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του και προκύπτει από τα περιστατικά, που αναφέρονται σ’ αυτήν, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού.

Ακόμη αναφέρεται και η ιδιότητα με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αυτή του προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Προσθέτως το δικαστήριο με τη δέουσα αιτιολογία και με ορθή ερμηνευτική προσέγγιση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι έχουν ανασταλεί προσωρινά οι ατομικές διώξεις εναντίον του με την 1611/14-1-2010 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ότι δεν αφορούν και την αναστολή διώξεων για το αδίκημα της βεβαίωσης χρεών προς το Δημόσιο που τέλεσε ο κατηγορούμενος (σελ.17 της προσβαλλόμενης).

Η αιτιολογία αυτή κρίνεται επαρκής ακόμη και για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται για παραδεκτά προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Περαιτέρω, η περί παραβιάσεως του άρθρου 25 του Συντάγματος αιτίαση, λόγω καταχρηστικής άσκησης της σε βάρος του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου ποινικής αξίωσης της πολιτείας, δεν συνιστά κάποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, ούτε συναρτάται με κανένα από αυτούς και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις που προβάλλονται με αυτόν και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων που κατατέθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον έχοντα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα Μιχαήλ Μαρμαρινό, δικηγόρο Αθηνών και με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠΔ), άλλως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ) διότι το δικάσαν δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του, δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό .../12-6-2013 έγγραφο με το οποίο η αρμόδια Δ.Ο.Υ γνωστοποιούσε στο δικαστήριο ότι ναι μεν δεν είχε εξοφλήσει ο αναιρεσείων τις οφειλές του, τα ποσά όμως που αναγράφονταν στον επισυναπτόμενο στην αίτηση της ποινικής δίωξης πίνακα χρεών είχαν μειωθεί κατά 39,91 ευρώ και έτσι ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ, δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι έτσι δεν παρέχεται στον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τους λοιπούς διαδίκους η δυνατότητα να ασκήσουν το εκ του άρθρου 358 του αυτού Κώδικα απορρέον δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθούν στην ανάγνωσή του.

Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής {Α.Π 1135/2015}. Στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω έγγραφο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και επομένως καλώς δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή του από κάποιον παράγοντα της δίκης και το δικαστήριο αρνήθηκε την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, ότε και θα ετίθετο θέμα απόλυτης ακυρότητας ή έλλειψης ακρόασης.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός (πρόσθετος) τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί {Α.Π 700/2015}.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2015 αίτηση του κατηγορουμένου, Λ. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2446/2014 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης καθώς και τον πρόσθετο λόγο αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ