1516/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1516/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην τελευταία αυτή περίπτωση της επικλήσεως δηλονότι από τον ανακόπτοντα καταλυτικών ή αποσβεστικών της απαιτήσως του καθ' ού ενστάσεων, ο ίδιος (ανακόπτων) φέρει και το βάρος της αποδείξεως των θεμελιωτικών αυτών πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 404/2003, 183/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 1516 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου, που δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της ανώνυμης εταιρείας στην νέα "ΑΤΤΙCA BANK ΑΕ".
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 3-5-2010 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.: "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής ερεύνης ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες), ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, ήτοι της ουσίας της υποθέσεως (Ολ.Α.Π. 8-10/2005, Α.Π. 1662/2010, 208/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ' ού η ανακοπή, ήδη αναιρεσιβλήτου, εκ συναλλαγματικών, τις οποίες είχε αποδεχθεί η Ε. Τ. (μη διάδικος), προς κάλυψη απαιτήσεως τούτου κατά του συζύγου της από την μεταξύ των εμπορική συνεργασία, την οποία η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, είχε ρητώς αρνηθεί χαρακτηρίζοντάς την εικονική, παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και δεν δικαιολογούν, με βάση τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα της πληττομένης αποφάσεώς του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό του, η προβαλλόμενη δι' αυτού αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου και δη των περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν διατάξεων του ν.δ. 5325/1932 (μη προσδιοριζομένων άλλωστε ειδικότερα) ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υποθέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 559, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιόν από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους εμπίπτει η προβαλλομένη αιτίαση, άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας (Α.Π. 1481/2013). Επομένως ο αυτός ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 και 11 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν, κατά την αναιρεσείουσα, τις, κατ' αριθμό μόνον αναφερόμενες, ως άνω πλημμέλειες, τυγχάνει αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ.2, 933 και 585 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως, πρέπει να περιέχει, πλέον των αναφερομένων στα άρθρα 118 και 120 Κ.Πολ.Δ. στοιχείων κάθε δικογράφου, τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση. Λόγο δε ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η από τον ανακόπτοντα ολικώς ή μερικώς μη καταταχθέντα δανειστή απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της απαιτήσεως του καθ' ού που έχει καταταγεί ή του προνομίου του, οπότε ο τελευταίος βαρύνεται με την επίκληση δια των προτάσεων και (με την απόδειξη) των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου αυτής γεγονότων.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατά τα άνω άρνηση για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, αφού το βάρος της προβολής και αποδείξεως των παραγωγικών γεγονότων της απαιτήσεως της οποίας προσβάλλεται η κατάταξη ή του προνομίου της φέρει ο καθ' ού η ανακοπή (Α.Π. 650/2011, 849/2009, 404/03), τυχόν δε προβολή με την ανακοπή καταλυτικών ή αποσβεστικών της καταταγείσης απαιτήσεως γεγονότων, αποτελούν καθ' υποφοράν απόκρουση των προβαλλομένων με τις προτάσεις του καθ' ού η ανακοπή, θεμελιωτικών της απαιτήσεως του ισχυρισμών και δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής, που επηρεάζει το ορισμένο αυτής (ΑΠ 183/02).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση της επικλήσεως δηλονότι από τον ανακόπτοντα καταλυτικών ή αποσβεστικών της απαιτήσως του καθ' ού ενστάσεων, ο ίδιος (ανακόπτων) φέρει και το βάρος της αποδείξεως των θεμελιωτικών αυτών πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 404/2003, 183/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, για την θεμελίωση της οποίας επικαλείται κατ' ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των τα εξής: "διότι η επικαλούμενη απόφαση ανέτρεψε υποχρέωση απόδειξης της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου ορίζοντας ότι η εικονικότητα της αποδοχής των συναλλαγματικών εκ μέρους της καθής η εκτέλεση Ε. Τ. προς τον σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της ανακόπτουσας Τράπεζάς μας ουδόλως αποδείχθηκε απ' αυτήν ...
Με βάση τα παραπάνω δέχθηκε τόσο την ύπαρξη της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου η οποία ... δεν αποδεικυόταν από κανένα έγγραφο ή παραστατικό ή απόδειξη ή συμφωνητικό όπως βέβαια και την εγγραφείσα με βάση την διαταγή πληρωμής προσημείωση υποθήκης επί των ακινήτων που εκπλειστηριάσθηκαν ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η επίμαχη απαίτηση, που αμφισβητήθηκε από την ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, κρίθηκε βάσιμη, διότι, με βάση τα προσκομισθέντα, από τον έχοντα το βάρος της αποδείξεως καθ' ού η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητο, αποδεικτικά μέσα, η οφειλή της καθ' ής η εκτέλεση Ε.
Τ. προς τον τελευταίο και η βάσει αυτής έκδοση και αποδοχή των τριών συναλλαγματικών ήταν πραγματική και ληξιπρόθεσμη, η δε ένσταση περί εικονικότητος, η οποία προεβλήθη από την ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα δεν απεδείχθη. Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος, που αφορά παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια αποδεικτική δύναμη έχει κατά το νόμο το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ποια διαφορετική τοιαύτη προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο (Α.Π. 307/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αναφερομένων σ' αυτόν δώδεκα (12) εγγράφων, και ειδικότερα διότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως μεν ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται η αποδεικτή δύναμη που φέρεται ότι είχαν κατά νόμον τα έγγραφα, ούτε εκείνη που τους προσέδωσε το Εφετείο, το δε διότι υπό την επίκληση της ως είρηται πλημμελείας πλήττεται η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων τούτων.
Επειδή, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. α-β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παρεβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 1663/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο έλαβε απαραδέκτως υπόψη έγγραφα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητου για πρώτη φορά ενώπιόν του, και δη παραστατικά της επιχειρήσεώς του ως αντιπροσώπου εξαγωγών υπό την εμπορική επωνυμία LINEA TEXTILES, τα ισοζύγια και τους ισολογισμούς της εταιρείας TIME FASHION A.E. και πράξεις αναγκαστικής κατασχέσεως, πλειστηριασμών και εν γένει δικαστικές αποφάσεις εις βάρος της εταιρείας TIME FASHION A.E. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει το απαράδεκτο της προσκομιδής και η λήψη υπόψη από το Εφετείο των αορίστως αναφερομένων ως άνω εγγράφων, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το απαράδεκτο της προσκομιδής των εγγράφων τούτων προεβλήθη από την αναιρεσείουσα στην έκκλητο δίκη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ