Legislator Case Law & Legislation
1516/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on building permit legality and planning violations.

Case Number 1516/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Second Instance Court's decision regarding a building permit. The plaintiffs argued that the lower court failed to establish liability for the defendants' actions and provided insufficient reasoning regarding planning violations. The court ruled that the lower court's findings on the legality of the construction and the absence of fault were legally sound and did not require further elaboration.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 para. 4 C.Pol.D.; Art. 559 no. 19 C.Pol.D.; Art. 561 para. 1 C.Pol.D.; Art. 176 C.Pol.D.; Art. 183 C.Pol.D.: Decisions of the Supreme Court bind lower courts on legal issues; appeals must be rejected if the lower court's reasoning on liability and legality is sufficient and no extraordinary circumstances exist.

Keywords

AI generated
building permit legality planning violations liability establishment supreme court binding insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 4 C.Pol.D.
Art. 559 no. 19 C.Pol.D.
Art. 561 para. 1 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1516 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Τ. του Γ. και 2. Α. συζ. Θ. Τ., το γένος Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και Κωνσταντίνο Πήττα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. & Ι. Π. Ο.Ε" πρώην "Α. & Β. Π. Ο.Ε", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Β. Π., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου εταίρου της παραπάνω εταιρείας, 3. Α. Π., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως ομόρρυθμου εταίρου της παραπάνω εταιρείας και 4. Ι. Π., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστού της παραπάνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Καράκωστα και Ιωάννη Θεοδωρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3082/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5316/2005 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1910/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί την 5316/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6909/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 30 Απριλίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 29 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6909/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. Ως νομικά δε ζητήματα θεωρούνται τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 698/2012, 411/2010, 1504,2008). Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική. Αν όμως το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς τα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο της ίδιας δίκης νομικά ζητήματα, τότε υποπίπτει στην από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τ' ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 1.12.1999 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. .../26.7.1996 οικοδομικής αδείας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής ανήγειραν σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους τριώροφη οικοδομή, η ανέγερση τμήματος του τρίτου ορόφου της οποίας κατέστη δυνατή με τη μεταφορά συντελεστή δομήσεως δυνάμει της υπ' αριθ. 7758/17 10/1996 αποφάσεως του Διευθυντού της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής.

Ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής του τρίτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, η οποία ευρίσκεται έμπροσθεν της ιδικής τους ιδιόκτητης διώροφης κατοικίας, κατόπιν αιτήσεώς των (εναγόντων) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 270/1997 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ανεστάλη προσωρινώς η εκτέλεση των άνω υπ' αριθ. 7758/1710/1996 αποφάσεως για τη μεταφορά συντελεστή, καθώς και η εκτέλεση της υπ' αριθ. .../1996 οικοδομικής αδείας, στη συνέχεια δε οριστικά με την υπ' αριθ. 778/1997 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου λόγω επιβαρύνσεως του οικιστικού περιβάλλοντος και στερήσεως της θέας ηλιασμού και αερισμού της κατοικίας των εναγόντων.

Ότι παρά την κοινοποίηση των αποφάσεων αυτών στους εναγόμενους δεν διέκοψαν αυτοί, όπως όφειλαν, τις εργασίες αποπερατώσεως του τρίτου ορόφου της παραπάνω οικοδομής τους, αλλά αντίθετα ενεργούντες δολίως ολοκλήρωσαν αυτόν σε συντομότατο χρονικό διάστημα, καίτοι μεταγενέστερα και με την υπ' αριθ. 1575/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι προαναφερθείσες διοικητικές πράξεις.

Ότι εξ αιτίας της κατά τα άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίοι αγνόησαν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποπεράτωσαν το τμήμα του τρίτου ορόφου της οικοδομής τους (η κάλυψη του οποίου είχε αρχικά επιτραπεί με την μεταφορά συντελεστή δομήσεως) με σκοπό να καταστεί αδύνατη η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση με κατεδάφισή του παρά την ακύρωση της οικοδομικής άδειας, υπέστησαν οι ενάγοντες ζημία από τη μείωση της αξίας του ακινήτου τους λόγω στερήσεως της θέας, του απαραίτητου αερισμού και ηλιασμού του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο να τους καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 62.250.000 δραχμών και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία το ποσό των 30.000.000 δραχμών νομιμοτόκως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3082/2004 οριστική του απόφαση, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εναγόμενους, να καταβάλουν σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 52.500 ευρώ προς αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας και το ποσό των 6.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, την από 6-9-2004, έφεσή τους οι ηττηθέντες εναγόμενοι ζητώντας την εξαφάνισή της και απόρριψη της αγωγής. κατά της ίδιας απόφασης άσκησαν αντέφεση οι ενάγοντες, παραπονούμενοι για την εν μέρει παραδοχή της αγωγής τους. Επί των ενδίκων μέσων αυτών, εκδόθηκε η 5316/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού 1) απορρίφθηκε η αντέφεση, και 2) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, στη συνέχεια έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή, κατά το ποσό των 45.500 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και το ποσό των 6.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι ηττηθέντες εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), άσκησαν την από 5-2-2005 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1910/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου, των πιο κάτω αναφερομένων διατάξεων. Στη συνέχεια αναίρεσε στο σύνολό της την απόφαση και παρέπεμψε, προς περαιτέρω έρευνα τη διαφορά στο ίδιο δικαστήριο.

Ειδικότερα η απόφαση αυτή, όσον αφορά το νομικό ζήτημα και τους εφαρμοστέους, στην ένδικη διαφορά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου δέχτηκε τα εξής: "Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Στην έννοια της υπαιτιότητος περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην υπό του δράστου βούληση του κυρίως επιδιωκομένου δια της πράξεως αποτελέσματος, αλλά και στην υπ' αυτού αποδοχή όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της εννόμου τάξεως, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Τέτοια παράνομη συμπεριφορά, συνιστά και η μη συμμόρφωση του διοικούμενου σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Τμήματος Αναστολών αυτού, δια του οποίου επιτάσσεται η αποχή από ορισμένες, ενέργειες, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως περί του κύρους εκτελεστής διοικητικής πράξεως (πρβλ.

Ολ.ΣτΕ 1820/1989). Ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (Ολ.ΑΠ 28/93). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η δε υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 9§8 του Ν. 1512/1985 (Α4) ορίζεται ότι, "Με απόφαση του Νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο την φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλειά της κατασκευής, ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως.

Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του Νομού". Στις διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παρ, 1 του άρθρου 15 του Ν, 1337/1983, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 8§7 του Ν. 1512/1985, ορίζεται, ότι "Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης.

Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του Νομάρχη με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού, το οποίο λαμβάνει υπόψη και τις περιπτώσεις α, β, και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του νόμου αυτού".

Στις διατάξεις του άρθρου 23§1 εδ. α' του Ν. 1577/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την §1 του άρθρου 20 του Ν. 2831/200 (Α 140) ορίζεται ότι, "Κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο αν έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια και σύμφωνα με τους όρους της ή έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση κατά τις διατάξεις του α.ν. 410/1968 ή αν έχει χορηγηθεί γι' αυτά νόμιμη άδεια ή νόμιμη αναθεώρηση άδειας κατά τις διατάξεις είτε της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, είτε της παρ. 3 του άρθρου 22 ή αν είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει ή αν έχει αναγερθεί πριν από την ισχύ του βασιλικού διατάγματος της 9.8.1955".

Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 16 και 17§ 14 του Ν. 1337/1983 προκύπτει ότι είναι δυνατή η νομιμοποίηση κτίσματος, και η εξαίρεση από την κατεδάφισή του, ανεγερθέντος με βάση χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, μεταγενεστέρως, όμως, ανακληθείσα ή ακυρωθείσα, ανεξάρτητα από το στάδιο των επί μέρους εργασιών, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάκληση ή ακύρωση δεν οφείλεται σε υποβολή από τον ιδιοκτήτη ανακριβών στοιχείων ή ανακριβών αποτυπώσεων της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως.

Η εξαίρεση από την κατεδάφιση γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχου, κατόπιν συμφώνου γνώμης του Συμβουλίου Χωροταξίας. Οικισμού και Περιβάλλοντος. Κτίρια δε εξαιρεθέντα της κατεδαφίσεως θεωρούνται νομίμως υφιστάμενα". Στη συνέχεια, μετά από έρευνα των υποβληθέντων, με την τελευταία, πιο πάνω, αίτηση λόγων αναιρέσεως, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...

Έτσι, όμως που έκρινε το Εφετείο, ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα: 1) Δέχεται ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως στους αναιρεσείοντες της υπ' αριθ. 270/1997 αποφάσεως του Τμήματος Αναστολών του Συμβουλίου Επικρατείας (19.6.1997) στην επιφάνεια των 179,70 μ2 του τρίτου ορόφου της οικοδομής είχε εκτελεσθεί, με βάση την χορηγηθείσα υπ' αριθ. .../96 οικοδομική άδεια, μέρος των οικοδομικών εργασιών (τουβλοδομή με επικάλυψη της πρώτης στρώσεως του σοβά, χωρίς τα κουφώματα και τα κάγκελα και μέρος της ξύλινης στέγης).

Ότι με την υπ' αριθ. 13736/2692/24.6.03 εγκριτική απόφαση του Νομάρχου η ανωτέρω κατασκευή (αποπερατωμένη) εξηρέθη της κατεδαφίσεως, κριθείσα ως νόμιμη από την εν λόγω, διοικητική αρχή, καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες σκοπίμως συνέχισαν μετά την 19.6.1997 την εκτέλεση των υπολειπομένων εργασιών προς αποπεράτωση του προαναφερομένου κτίσματος, επιτυγχάνοντας έτσι (με την ολοκλήρωση των εργασιών) την εκ των υστέρων νομιμοποίηση και την εξαίρεση από την κατεδάφιση του.

Δεν παραθέτει, όμως, τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών κατά παράβαση των οριζομένων στην ανωτέρω απόφαση του τμήματος Αναστολών του Σ.τ.Ε., και της εξαιρέσεως από την κατεδάφιση με την άνω διοικητική πράξη, η οποία, όμως, εξαίρεση (και νομιμοποίηση) λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω οικοδομικών διατάξεων, θα μπορούσε να γίνει και αν ακόμη το κτίσμα των 179,70 μ2 βρισκόταν στην προπεριγραφείσα ημιτελή κατάσταση (τουβλοποιϊα, επιχρίσματα κ.λ.π.) ικανή, καθευατή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (παρεμπόδιση θέας, ηλιασμού, αερισμού), και δεν είχε πλήρως αποπερατωθεί με την συνέχιση των εργασιών και μετά την 19.6.2007. 2) Με την παραδοχή ότι υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσιβλήτου γιατί προέβησαν στις επίμαχες οικοδομικές εργασίες μέχρι την 19.6.1997 με βάση ακυρωθείσα οικοδομική άδεια, δεχόμενο όμως ότι κατά τον χρόνο εκτελέσεως των αυτή ίσχυε, αξιολόγησε την νομιμότητα της εν λόγω συμπεριφοράς όχι με βάση τα κατά τον χρόνο αυτής υπάρχοντα στοιχεία (ύπαρξη οικοδομικής αδείας) αλλά με βάση την μεταγενεστέρως επελθούσα νομική μεταβολή εκ της ακυρώσεως της άνω οικοδομικής αδείας με απόφαση του Σ.τ.Ε., εχούσης αναδρομική ενέργεια, η οποία, όμως, (άδεια) ως εκτελεστή διοικητική πράξη, μέχρι την ακύρωσή της, ήταν εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας. 3) Προς θεμελίωση του στοιχείου της υπαιτιότητος των οργάνων της αναιρεσειούσης, για το χρονικό διάστημα μέχρι την 19.6.1997, δέχεται το γεγονός ότι γενικώς στον χώρο των ατόμων και επιχειρήσεων, δραστηριοποιουμένων στην κατασκευή των οικοδομών, ήταν γνωστή η αντισυνταγματικότητα του νόμου 2300/95, στοιχείο όμως που δεν επαρκεί για την ύπαρξη υπαιτιότητος, ενώ το βουλητικό και το γνωστικό στοιχείο του δόλου αυτών ως προς την συνέχιση των εργασιών μετά την 19.6.97 περιορίζεται μόνο στην παραβίαση της άνω αποφάσεως, χωρίς να διευκρινίζεται επαρκώς αν τα δύο αυτά στοιχεία επεκτείνονται και στο επελθόν ζημιογόνο για τους αναιρεσιβλήτους αποτέλεσμα (στέρηση θέας, ηλιασμού κ.λ.π.) της ιδιοκτησίας τους.

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του υπ' αριθ. καταθέσεως 51/2007 δικογράφου προσθέτων λόγων και οι από τους ίδιους αριθμούς λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι...". Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, απόφασή του, εκδικάζοντας περαιτέρω την υπόθεση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τους λόγους αναίρεσης τμήμα της, τα εξής: 1) ότι οι εργασίες, που είχαν εκτελεσθεί από τους εναγόμενους στο επίδικο τμήμα του τρίτου ορόφου, είχαν γίνει κατ' αρχήν με νομίμως εκδοθείσα, στις 26-7-1996, άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αρ. 6070/3-12-1996 αποφάσεως της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε., που έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του ν. 2300/1995, για μεταφορά συντελεστή δόμησης, αφού ακόμη δεν είχε ανακληθεί ήταν εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας, μέχρι την ακύρωσή της με την υ' αριθ. 1575/1998 απόφαση του Σ.τ.Ε.

και 2) ότι στην ένδικη διαφορά, είχαν εφαρμογή, οι διατάξεις των τελευταίων εδαφίων του άρθρου 1 παρ. 15 του ν. 1337/1983, όπως προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1512/1985, καθώς και εκείνες του άρθρου 23 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1577/1985, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2831/2000, και συνακόλουθα ότι υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών ήταν δυνατή η νομιμοποίηση του κτίσματος, με την εξαίρεση από την κατεδάφισή του ανεγερθέντος, από τους εναγόμενους με βάση την πιο πάνω χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, μεταγενεστέρως ακυρωθείσα ανεξαρτήτως από το στάδιο των επί μέρους εργασιών.

Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, συμμορφώθηκε, όπως είχε υποχρέωση, προς την 1910/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είναι δεσμευτική, ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα, που περιλαμβάνεται στις κρίσεις του, ότι αφενός μέχρι την έκδοση της 157/1998 αποφάσεως του Σ.τ.Ε., οι από τους εναγόμενους εκτελεσθείσες εργασίες δεν ήταν παράνομες, αφετέρου δε, ότι νομοτύπως εξαιρέθηκε της κατεδαφίσεως, με την ως άνω απόφαση του Νομάρχη, το τμήμα της οικοδομής των αναιρεσίβλητων (το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ήταν παράνομο) και συνακόλουθα ότι νομιμοποιήθηκε, καθόσον κατά το χρόνο ανεγέρσεως του κτίσματος, ίσχυαν και είχαν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες πολεοδομικές διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής.

2. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, με επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εκκρεμούς ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών περί ακυρώσεως της υπ' αριθ. 13736/2692/29-6-2003 αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών με την οποία εξαιρέθηκε της κατεδαφίσεως το κτίσμα των εναγομένων. Οι αιτιάσεις αυτές, είναι απαράδεκτες, διότι ο από τον αριθ. 19 λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε παραβίαση εκ πλαγίου κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών, όπως η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενη αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, επαφίεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστή, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

3. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου - Παπανικολάου που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός οικοπέδου εμβαδού 596,60 τ.μ, το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιοχής Βριλησσίων Αττικής και ειδικότερα στη θέση "..." ή "..." και έχει πρόσοψη στην οδό ...

επί της οποίας φέρει τον αριθμό 28. Επί του οικοπέδου αυτού, το οποίο κείται σε υπερυψωμένο σημείο της περιοχής, οι ενάγοντες ανήγειραν διώροφη οικοδομή με υπόγειο συνολικού εμβαδού 272 τ.μ. δυνάμει της υπ' αριθ. .../1990 οικοδομικής αδείας, όπου και ήδη κατοικούν. Η εν λόγω ιδιοκτησία των εναγόντων συνορεύει νότια με συνεχόμενο οικόπεδο της πρώτης εναγομένης εταιρείας η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή πολυωρόφων οικοδομών και την εμπορία αυτών, της οποίας οι λοιποί εναγόμενοι είναι ομόρρυθμα μέλη.

Η πρώτη εναγομένη προτιθέμενη να κατασκευάσει οικοδομή στο ως άνω οικόπεδο της, το οποίο είναι χαμηλότερο εκείνου των εναγόντων, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 7758/1710/1996 αποφάσεως του Διευθυντή της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Αγίας Παρασκευής της Νομαρχίας Ανατολικής Αθήνας, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε η μεταφορά συντελεστή δομήσεως, κατά τις διατάξεις του ν. 2300/1995 από βαρυνόμενο ακίνητο κυριότητας του Κ.

Μ. που βρίσκεται επί της οδού ..., στο άνω οικόπεδο της (ωφελούμενο), το οποίο έχει πρόσοψη επί της οδού ... . Στη συνέχεια εκδόθηκε στο όνομα της πρώτης εναγομένης η υπ' αριθ. .../26.7.1996 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, δυνάμει της οποίας, συνυπολογιζομένης και της μεταφοράς του συντελεστή, επετράπη σ' αυτήν η ανέγερση επί του ανωτέρω οικοπέδου της τριώροφης οικοδομής με υπόγειο - πυλωτή και δώμα.

Έτσι, η πρώτη εναγομένη, ενεργούσα δια του δευτέρου και τρίτης εναγομένης, άρχισε την ανέγερση της οικοδομής αυτής και περί το μήνα Μάρτιο του 1997 άρχισε και συνέχισε την κατασκευή του τρίτου ορόφου, τμήμα της δομήσιμης επιφάνειας του οποίου από 179,70 τ. μ., επετράπη με την μεταφορά του άνω συντελεστή δομήσεως.

Ενώ δε είχε αρχίσει και συνεχιζόταν η κατασκευή του τρίτου ορόφου, οι ενάγοντες με την από 30.4.1997 αίτησή τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον λόγω στερήσεως της θέας, ηλιασμού και αερισμού της κατοικίας των ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της υπ' αριθμ. 270/1997 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ανεστάλη προσωρινώς η εκτέλεση της άνω υπ' αριθμ. 7758/1710/17.7.1996 αποφάσεως περί της μεταφοράς του συντελεστού δομήσεως, καθώς και της οικοδομικής αδείας κατά το μέρος που αυτή αφορούσε στην κατασκευή του τρίτου ορόφου της οικοδομής με την αιτιολογία ότι εκ της προσθήκης της ως άνω μεταφοράς δομησίμου επιφανείας, ήτοι των 179,70 τετρ.

μέτρων, θα επέλθει επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής και επίσης θα βλαβεί ουσιωδώς η θέα, ο αερισμός και ο φωτισμός της οικίας των εναγόντων. Την απόφαση αυτή οι ενάγοντες επέδωσαν στην πρώτη εναγομένη στις 19.6.1997 (βλ. την υπ' αριθ. 8267/19.6.1997 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), ως και στο Αστυνομικό Τμήμα Βριλησσίων και στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 778/1997 απόφαση της ιδίας Επιτροπής του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία ανεστάλη οριστικώς η εκτέλεση της ίδιας ως άνω υπ' αριθ. 7758/1710/17.7.1996 αποφάσεως και της υπ' αριθ. .../1996 οικοδομικής αδείας, με την αιτιολογία ότι θα επέλθει επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής, και τέλος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1575/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ακύρωσε την προαναφερθείσα απόφαση της μεταφοράς συντελεστού δομήσεως και την άνω άδεια οικοδομής στο σύνολο της με την αιτιολογία ότι η απόφαση περί μεταφοράς του συντελεστού, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση της αδείας οικοδομής, εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του ν. 2300/1995, οι οποίες είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές και δη ως αντιτιθέμενες στο άρθρο 24 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο επιδόσεως στην πρώτη εναγομένη της άνω υπ' αριθ. 270/1997 αποφάσεως της προσωρινής αναστολής (19.6.1997), στον τρίτο όροφο της ανεγειρόμενης από τους εναγόμενους επίδικης οικοδομής ήταν αποπερατωμένη η τουβλοδομή, η επικάλυψη της πρώτης στρώσης του σοβά, τα κάγκελα στους εξώστες και στη στέγη είχαν τοποθετηθεί μόνο τα ξύλα επί των οποίων θα στηριζόταν αυτή, και χωρίς την εκτέλεση εργασιών στους εσωτερικούς χώρους των διαμερισμάτων.

Οι εναγόμενοι και μετά την επίδοση της άνω υπ' αριθ. 270/1997 αποφάσεως της προσωρινής αναστολής της ισχύος της αποφάσεως περί μεταφοράς συντελεστού δομήσεως και της οικοδομικής αδείας αναφορικά με την κατασκευή του τρίτου ορόφου της οικοδομής τους, συνέχισαν τις οικοδομικές εργασίες και ολοκλήρωσαν την κατασκευή του σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι περί το τέλος Ιουλίου του ιδίου έτους (1997).

Μεταγενέστερα οι εναγόμενοι με την από 23.11.1998 αίτησή τους προς το Νομάρχη Αθηνών ζήτησαν την εξαίρεση από την κατεδάφιση της ανεγερθείσας ήδη και κατοικηθείσας πολυωρόφου οικοδομής τους, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 1512/1985. Πράγματι, ο Νομάρχης Αθηνών μετά από γνωμοδότηση του Σ.Χ.Ο.Π.

Τομέα Ανατολικής Αθήνας, με την υπ' αριθ. 13736/2692/2003 απόφασή του ενέκρινε την εξαίρεση από την κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής του τρίτου ορόφου και συγκεκριμένα του εμβαδού του μεταφερθέντος συντελεστού δομήσεως, ήτοι των 179,70 τετρ. μέτρων με την αιτιολογία ότι έχει κατασκευασθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της υπ' αριθ. .../1996 οικοδομικής άδειας, τα 179,70 τετρ.

μέτρα είναι εντός του νομίμου περιγράμματος του ακινήτου, γιατί δεν αντιβαίνουν τους όρους και περιορισμούς δομήσεως της περιοχής σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του ΓΟΚ, το εμβαδόν του οικοπέδου δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό που περιγράφεται στην άδεια οικοδομής και η κατασκευή δεν είναι επικίνδυνη από στατικής απόψεως.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι έσπευσαν να αποπερατώσουν το επίδικο τμήμα του τρίτου ορόφου κατά προτεραιότητα από την υπόλοιπη οικοδομή γεγονός που πράγματι αποδείχθηκε, με σκοπό τη δημιουργία τετελεσμένης καταστάσεως και την παράνομη απολαβή εργολαβικού κέρδους δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική συμπεριφορά για τους ακόλουθους λόγους:

Κατά το χρόνο επιδόσεως της υπ' αριθ. 270/1997 αποφάσεως του Τμήματος Αναστολών του ΣτΕ (19-6-1997), οι εργασίες που είχαν εκτελεσθεί από τους εναγόμενους στο επίδικο τμήμα του τρίτου ορόφου είχαν γίνει κατ' αρχήν με νομίμως εκδοθείσα άδεια στις 26.7.1996 της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6070/3 -12-1996 αποφάσεως της Ολομελείας του ΣτΕ που έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του ν. 2300/1995 για μεταφορά συντελεστή δομήσεως, αφού ακόμη δεν είχε ανακληθεί, ήταν εξοπλισμένη με το τεκμήριο νομιμότητας, μέχρι την ακύρωση της με την υπ' αριθ. 1575/1998 απόφαση του Σ.τ.Ε.

Οι εναγόμενοι μετά την επίδοση των άνω αποφάσεων περί προσωρινής και εν συνεχεία οριστικής αναστολής της οικοδομικής αδείας δεν συμμορφώθηκαν προς τις διατάξεις των αποφάσεων αυτών, αλλά, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, συνέχισαν και αποπεράτωσαν την κατασκευή του επιδίκου τμήματος, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η ένδικη όμως παράβαση των εν λόγω αποφάσεων του Τμήματος Αναστολών του ΣτΕ, η οποία αποτελεί μεν παράνομη πράξη, δεν συνδέεται αιτιωδώς με πρόθεση των εναγομένων, να επιτύχουν με την εν συνεχεία έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως του Νομάρχου την εξαίρεση του χαρακτηρισθέντος ως αυθαιρέτου τμήματος αυτού (λόγω της εκ των υστέρων ακυρώσεως της αδείας οικοδομής με την προαναφερθείσα απόφαση του Σ.τ.Ε.) από την κατεδάφιση.

Και τούτο διότι, ανεξάρτητα του ότι δεν αποδείχθηκε με πειστικότητα τέτοια σαφής πρόθεση των εναγομένων, σύμφωνα με τις παρατεθείσες στην αρχική σκέψη διατάξεις, η εξαίρεση από την κατεδάφιση και η συνεπεία αυτής νομιμοποίηση του αυθαιρέτου τμήματος του τρίτου ορόφου της οικοδομής των εναγόντων θα μπορούσε να επιτευχθεί, σε οποιοδήποτε στάδιο εργασιών και αν ευρισκόταν αυτό, ακόμη και αν δεν είχε περατωθεί και ήταν σε ημιτελή κατάσταση κατά το χρόνο επιδόσεως των παραπάνω αποφάσεων του ΣτΕ, η οποία (ημιτελής κατάσταση) θα ήταν ικανή και από μόνη της να επιφέρει το επικαλούμενο από τους ενάγοντες ζημιογόνο αποτέλεσμα της εξαιρέσεως από την κατεδάφιση και την ως άνω εκ τούτου παρεμπόδιση της θέας ηλιασμού και αερισμού της κατοικίας τους.

Είναι γεγονός, ότι κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως των εργασιών κατασκευής του επιδίκου τμήματος του τρίτου ορόφου το Μάρτιο του 1997, αλλά και προγενέστερα, και μέχρι την επίδοση της υπ' αριθ. 270/1997 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ (19.6.1997) είχε προηγηθεί η δημοσίευση της υπ' αριθμ. 6070/13.12.1996 αποφάσεως της Ολομελείας του ΣτΕ δυνάμει της οποίας κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ν. 2300/1995 (ως αντιτιθέμενη στο άρθρο 24 του Συντάγματος) με τις οποίες επιτρεπόταν η μεταφορά συντελεστή δομήσεως μεταξύ δύο διαφορετικών περιοχών, γεγονός που είχε ασφαλώς περιέλθει σε γνώση των ατόμων που δραστηριοποιούνται στις επιχειρήσεις κατασκευής οικοδομών, όπως και στα όργανα της πρώτης εναγομένης η οποία επίσης δραστηριοποιείται στο ίδιο αντικείμενο.

Η γνώση όμως αυτή, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας και δη του δόλου των εναγομένων, αφού όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, οι εναγόμενοι για την έκδοση της αδείας ανοικοδομήσεως με τη μεταφορά συντελεστή δομήσεως από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, ακολούθησαν την προβλεπόμενη από τις ισχύουσες τότε σχετικές διατάξεις του ν. 2300/1995 διαδικασία, η οποία (άδεια οικοδομήσεως) μέχρι της ακυρώσεώς της ως εκτελεστή διοικητική πράξη ήταν εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας.

Εξ άλλου, και μετά την 19-6-1997 που παράνομα συνεχίσθηκαν οι εργασίες κατασκευής και ολοκληρώσεως του επιδίκου τμήματος του τρίτου ορόφου, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι με την ενέργεια τους αυτή αποσκοπούσαν κατά τρόπο δόλιο στην δια της εκ των υστέρων νομιμοποιήσεως του με εξαίρεση από την κατεδάφιση, να στερήσουν από τους εναγόμενους τη θέα, τον ηλιασμό και αερισμό της κατοικίας τους.

Η κρίση αυτή ενισχύεται, από το ότι τηρήθηκαν όλοι οι όροι δομήσεως που ίσχυαν στην περιοχή και μάλιστα το κτίριο τοποθετήθηκε πανταχόθεν ελεύθερα στο οικόπεδο, με πραγματοποιηθείσα κάλυψη 34,5% έναντι της μέγιστης επιτρεπομένης 40%, και ύψος το μέγιστο επιτρεπόμενο των 12 μέτρων, και ακόμη τηρήθηκαν οι αποστάσεις από τις όμορες οικοδομές όπως ορίζεται στον ΓΟΚ με ελεύθερο ακάλυπτο χώρο γύρωθεν.

Η τήρηση των ως άνω όρων δομήσεως επιβεβαιώθηκε και από το μάρτυρα πολιτικό μηχανικό των εναγόντων που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επίσης, το υπ' αριθ. 14 οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο ευρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, παρουσιάζει ανωφέρεια με σημαντική κλίση προς βορρά, ώστε οι όπισθεν του ακινήτου της πρώτης εναγομένης όμορες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και αυτή των εναγόντων να ευρίσκονται υψηλότερα τουλάχιστον κατά 4-5 μέτρα, η δε αύξηση της ωφέλιμης επιφάνειας του κτιρίου της πρώτης εναγομένης με τη μεταφορά του συντελεστή δομήσεως δεν οδήγησε σε αύξηση του ύψους και καλύψεως πέρα από τα επιτρεπόμενα όρια και συνεπώς δεν επέφερε ούτε οικιστική επιβάρυνση, ακόμη και μετά την εξαίρεσή του από την κατεδάφιση, όπως κρίθηκε με την ανωτέρω αναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη Αθηνών".

Με βάση τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση των εναγομένων-αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση.

Ειδικότερα έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση, 1) η έλλειψη της παράνομης συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, στην τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτούς πράξεις, οι οποίες, μέχρι την ακύρωση της οικοδομικής αδείας, οπότε και είχε επέλθει η οποιαδήποτε προσβολή των δικαιωμάτων των εναγόντων, δεν ήταν παράνομες, αφού για αυτές είχε εκδοθεί εγκύρως άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, ενώ με τη συνέχιση αυτών, μετά την αναστολή που διέταξε το ΣτΕ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα ζημία, αφού η εξαίρεση από την κατεδάφιση και η νομιμοποίηση του κτίσματος, ήταν δυνατή και πριν την έκδοση των αναφερομένων πιο πάνω αποφάσεων, έστω και αν τούτο (κτίσμα) ήταν ημιτελές. 2) η έλλειψη υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων, καθόσον το στοιχείο της ενδεχόμενης γνώσεως της αντισυνταγματικότητας του ν. 2300/1995, χωρίς και άλλα στοιχεία τη συνδρομή των οποίων, δεν διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας δεν αρκεί για την κατάφαση αυτής (υπαιτιότητας), και 3) για το ότι με τις ενέργειες τους αυτές οι αναιρεσίβλητοι δεν απέβλεπαν στην στέρηση, του αερισμού, ηλιασμού και θέασης της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, αφού η αύξηση της ωφέλιμης επιφάνειας του κτιρίου με την μεταφορά του συντελεστή δόμησης την οποία επεδίωξαν με τις ενέργειές τους, δεν οδήγησε σε αύξηση του ύψους και της καλύψεως πέρα από τα επιτρεπόμενα όρια (12 μέτρων καθ' ύψος και 40% κάλυψη), ούτε και σε οικιστική επιβάρυνση της περιοχής.

Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 επ. ΑΚ, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων στοιχείων για την έλλειψη της υπαιτιότητας και παράνομης συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, ως νομικών εννοιών. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6909/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ