Legislator Case Law & Legislation
1516/2012 AI generated

1516/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1516/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1516/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Keywords

AI generated
vendor's statutory lien ownerless property tenant acquisition of possession property ownership vehicle keeper
AI generated
1196/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1470/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 21-11-1995 αγωγή β) την από 10-10-1996 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) με την από 2-5-1996 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.925/1998 προδικαστική, 2415/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3206/2004 προδικαστική, 7496/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 3206/2004 και 7496/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2007 αίτησή τους και με τους από 28-3-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
1429/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
108/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
373/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1516 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Δ. συζ. Φ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Ν. Κ. του Φ. και 2. Φ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Λυμπεράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4330/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 737/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 24-6-2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 17-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από την 2016Δ/16-1-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την παρά πόδας αυτής από 16-1-2012 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας και την από 16-1-2012 βεβαίωση του εν λόγω δικαστικού επιμελητή περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24-6-2011 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς την αναιρεσείουσα, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παραπάνω δικάσιμο της 4ης-4-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τελευταία. Όμως η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).

2.- Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία.

Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η Χ. χήρα Ι. Π., που πέθανε στις 5-6-1975, δυνάμει της υπ' αριθ. .../31-5-1975 δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Οικονόμου και δημοσιεύθηκε με τα 1356/1975 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμο της την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβανόταν και το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 310 τ.μ, που βρίσκεται στην κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου Αττικής, μετά των παλαιών κτισμάτων που υπήρχαν σ' αυτό. Η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομία της ανωτέρω με την 26625/1976 πράξη αποδοχής της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγινε συγκυρία του πιο πάνω ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο επί του παραπάνω ακινήτου περιήλθε στην ως άνω διαθέτιδα από κληρονομία του συζύγου της Ι. Π., που πέθανε στις 18-7-1970 και στον τελευταίο περιήλθε από αγορά από τον Δ. Ρ., δυνάμει του .../1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαυρίου Σπυρίδωνος Καβάτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίδικο είναι τμήμα του ως άνω ακινήτου, επιφάνειας κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς 203,39 τ.μ., στην πραγματικότητα 175 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με πεζοδρόμιο και πέραν αυτού με ασφαλτοστρωμένη οδό του οικισμού, ανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησία της ενάγουσας, το οποίο ήδη κατέχει η Κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου, η οποία έχει κατασκευάσει σ' αυτό παιδική χαρά, νότια με ασφαλτοστρωμένη οδό και δυτικά με πεζοδρόμιο και πέραν αυτού με ασφαλτοστρωμένη οδό.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται, ότι, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, από την περιέλευση σ' αυτήν του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και μέχρι το 2004, άσκησε, επί του επίδικου ακινήτου τις επικαλούμενες στην αγωγή της πράξεις νομής, ήτοι ότι το επέβλεπε μαζί με το υπόλοιπο ακίνητο της, συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα και το επισκεπτόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος από τους εναγόμενους και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος διατηρούσε ταβέρνα απέναντι από το επίδικο ακίνητο, εκμεταλλευόμενος την έλλειψη επίβλεψής του, κατά το έτος 1983 κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, στο οποίο υπήρχε παλαιό μικρό κτίσμα 25 τ.μ περίπου, του οποίου δεν του είχε μεταβιβαστεί η νομή του από το σύζυγο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και από τη δικαιοπάροχό της κατά το έτος 1968, όπως αυτός, αβάσιμα, ισχυρίζεται.

Έκτοτε ο εναγόμενος μέχρι και το έτος 2004, ασκούσε επ' αυτού συνεχώς με διάνοια κυρίου τις πράξεις νομής, που οι εναγόμενοι είχαν επικαλεστεί με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας (και επικαλούνται και με τις παρούσες προτάσεις). Ειδικότερα από το έτος 1983, αφού περιέφραξε το επίδικο ακίνητο με πασσάλους και καλάμια, αφήνοντας είσοδο για την προσπέλαση του σ' αυτό, πλην της νότιας πλευράς, όπου υπήρχε μάνδρα, φύτευσε σ' αυτό δένδρα, ήτοι ένα ελαιόδεντρο, μία λεύκα και ακακίες και χρησιμοποιούσε έκτοτε τόσο τον ακάλυπτο χώρο του επιδίκου, όσο και το μικρό κτίσμα για την τοποθέτηση στον ακάλυπτο χώρο τραπεζιών και καρεκλών, για την εξυπηρέτηση των πελατών του και για την αποθήκευση πραγμάτων του στο κτίσμα, το οποίο και συντηρούσε.

Επίσης, κατά το έτος 1985 επισκεύασε την παλαιά μάνδρα που υπήρχε στη νότια πλευρά του επιδίκου, η οποία είχε αποσαθρωθεί και υπήρχε κίνδυνος να καταρρεύσει, ενώ περί το έτος 1990 κατασκεύασε στη δυτική πλευρά του πέτρινο μαντρότοιχο. Κατά το έτος 1994 υπέβαλε στην κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου την από 31-5-1994 υπεύθυνη δήλωση για μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, με την οποία δήλωσε ότι είναι ιδιοκτήτης του επιδίκου, για τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας.

Κατά το ίδιο έτος, η παλαιά οικία που βρισκόταν επί του μη καταληφθέντος τμήματος του μείζονος ακινήτου, επί της οποίας κατοικούσαν ο σύζυγος της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και η δικαιοπάροχός της, μέχρι του θανάτου τους, επειδή είχε ερειπωθεί και υπήρχε κίνδυνος να καταρρεύσει, κατεδαφίστηκε με μέριμνα του Προέδρου τότε της Κοινότητας Αγίου Κωνσταντίνου και μάρτυρος των εναγομένων Ν.

Ζ.. Ειδικώς περί αυτού ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ότι το έτος 1994 πήγε επιτροπή από την Πολεοδομία και είπε ότι ήταν επικίνδυνα τα κτίσματα και πρέπει να τα γκρεμίσουν, ότι ενημέρωσε περί αυτού τον αδελφό του Ι. Π. δηλαδή το σύζυγο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ο οποίος δήλωσε ότι "δεν προβάλλει δικαιώματα επί αυτού", ότι αναζήτησε τον ως άνω κληρονόμο και όχι την ενάγουσα, διότι εκείνη δεν είχε πάει ποτέ στο χωριό και ότι μετά ταύτα σταδιακά το γκρέμισαν.

Η ενάγουσα διαπίστωσε την ως άνω κατάληψη του επιδίκου κατά το έτος 2004 και στις 8-7-2004 επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο την από 27-6-2004 εξώδικη διαμαρτυρία της στην οποία διαλαμβάνεται, ότι κατόπιν παρακλήσεώς του κατά το παρελθόν του είχε επιτρέψει να τοποθετεί τραπέζια επί τμήματος του ακινήτου της, που βρίσκεται απέναντι από την ταβέρνα του, κατά τους θερινούς μήνες, προς εξυπηρέτηση της πελατείας του και ότι αυτός ισχυρίζεται ότι είναι κύριος του επιδίκου.

Διαμαρτύρεται δε για τον εν λόγω ισχυρισμό του και τον καλεί να μην τοποθετεί του λοιπού πράγματα επί του επιδίκου, χωρίς την έγγραφη συναίνεσή της. Στην αγωγή της δε ισχυρίζεται, ότι είχε επιτρέψει στον πρώτο των εναγομένων να τοποθετήσει τραπέζια κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2003, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αποδεικνύονται βάσιμοι.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχεται ότι με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ως άνω δικαίωμα συγκυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου, που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, κατά το έτος 1975, καταλύθηκε από τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος νεμήθηκε το επίδικο από το έτος 1983 έως τις 17-6-2004, με διάνοια κυρίου και έτσι κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Στη συνέχεια αυτός, με το .../17-6-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαυρίου Ελένης Καραγεωργοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στο δεύτερο των εναγομένων και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο την ψιλή κυριότητα του επιδίκου και παρακράτησε ο ίδιος την επικαρπία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και δη ως προς τη βάση της του παραγώγου τρόπου (κληρονομική διαδοχή) κτήσης κυριότητας, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης περί ιδίας κυριότητας των εναγομένων ως βάσιμης και από ουσιαστική άποψη και ως προς τις υπόλοιπες βάσεις της περί κτήσης της κυριότητας με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη) χρησικτησία ως αναπόδεικτη, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαταστάθηκε από την προσβαλλόμενη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα αφενός της μη απόκτησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της συγκυριότητας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου (και) με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο και αφετέρου της κτήσης από τον πρώτο αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ'αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

3.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την σε αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δέχθηκε, ότι τα υπάρχοντα στο επίδικο ακίνητο δένδρα (ένα ελαιόδεντρο, μία λεύκα και ακακίες) φυτεύτηκαν από τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, ενώ "κατά το δίδαγμα της κοινής πείρας και της γεωπονικής επιστήμης" τα δένδρα αυτά δεν ήταν απαραίτητο να είχαν φυτευτεί, αλλά υπήρχε περίπτωση να ήταν αυτοφυή.

Επίσης, το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δέχθηκε ως ηλικία των δένδρων αυτών εκείνη των 25 ετών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττονται τα όσα ανελέγκτως, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε το Εφετείο. Επίσης η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος προέβη στη φύτευση των ως άνω δένδρων, εκτιμώμενη ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (στο αναιρετήριο δεν γίνεται ρητή επίκληση τέτοιου λόγου), είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων (μαρτύρων και εγγράφων).

4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου, ενώ τέτοια ένσταση δεν είχε προβάλλει ο τελευταίος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, που ο Άρειος Πάγου παραδεκτά επισκοπεί, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα από τις προτάσεις των εναγομένων, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι ο πρώτος από αυτούς από το 1968 και μέχρι το 2004 κατείχε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας σ' αυτό τις μνημονευόμενες πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του και έτσι έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός δε αυτός συνιστά κατά το μέρος που πλήττει την βάση της αγωγής που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (κληρονομική διαδοχή) ένσταση, σύμφωνα με όσα ειδικότερα πιο πάνω εκτέθηκαν.

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δε ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια, ενώ ως αίτημα νοείται κάθε αίτημα που εισάγεται με αυτοτελή αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως κατά κανόνα η ένσταση και η αντένσταση, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση, ότι δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου, ενώ τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε, είναι απαράδεκτος, διότι, και αληθές υποτιθέμενο το εν λόγω παράπονο, δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη. Πέραν τούτου ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε προταθεί νομότυπα ένσταση ιδίας κυριότητας εκ μέρους των εναγομένων.

6.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η μόνη, άλλωστε, επί της ουσίας διάταξη της οποίας είναι η απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της, αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα σχετικές με την αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντιμετώπιση των πραγματικών επιχειρημάτων αυτής.

7.- Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι εσφαλμένως θεώρησε περισσότερο αξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων από εκείνες των δικών της μαρτύρων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2008 αίτηση της Δ. Φ. Κ. για αναίρεση της 75/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Aπριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ