Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds for later fee claims not covered by prior final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding attorney fees. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims about lost earnings and misconduct, while the opposing party contended these were merely factual circumstances supporting a claim of abuse of right. The court ruled that the prior final judgment already established res judicata regarding the specific period and the validity of the engagement contract, meaning the new claim for later fees was not covered by that precedent and could be rejected under the statute of limitations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: A final judgment accepting a claim for attorney fees for a specific period creates res judicata regarding that period and the contract's validity, precluding a subsequent claim for fees in a later period as a new independent action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1516 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1516/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πουλοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32476/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2212/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 14-10-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1160/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2212/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 678/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2007 αίτησή του και τους από 14-4-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 13-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή του συνδεομένου δια συμβάσεως εντολής με πάγια αντιμισθία δικηγόρου για αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εντολής και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ' αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής.
Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο όσον αφορά την αξίωση για επιδίκαση μισθών υπερημερίας μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος. Έτσι, η αξίωση αυτή μπορεί να αποκρουσθεί με την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, έστω και αν αυτή δεν είχε προταθεί στην προηγούμενη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση που έκρινε βάσιμη αξίωση για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας προγενέστερου χρονικού διαστήματος, καθόσον η ένσταση αυτή δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά κάποιο δικαίωμα, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, όχι μόνο δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, λαμβανομένων υπόψη και των συμφερόντων του ιδίου, αλλά αντίθετα χωρεί κατά τρόπο ο οποίος επάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών και σκοπών που διαλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:
Η οργανωτική Επιτροπή του "Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., το καλοκαίρι του έτους 1986, κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης ατύπως, πλην εγκύρως, σύμβαση εντολής με πάγια ετήσια αντιμισθία, προκειμένου να παρέχει εκείνος τις νομικές συμβουλές του.
Το αναιρεσίβλητο περί τα τέλη Ιουνίου 1998 κατήγγειλε δια του νομίμου εκπροσώπου του την ως άνω σύμβαση. Με την υπ' αριθμ. 2052/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση εντολής ήταν άκυρη και απέρριψε τη σχετική προγενέστερη αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εντολής.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1577/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 2120/2002 απόφαση του Εφετείου, που δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής, κρίθηκε ως έγκυρη η πιο πάνω σύμβαση εντολής και ως άκυρη η καταγγελία της επειδή δεν έγινε εγγράφως. Ακόμη επιδικάστηκαν με αυτήν στον αναιρεσείοντα αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 31-12-1998.
Ήδη ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως, ζήτησε αποδοχές υπερημερίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 80690, 88 ευρώ. Το αναιρεσίβλητο προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το εν λόγω χρονικό διάστημα.
Όσον αφορά την ένσταση αυτή, που κρίθηκε ως νόμιμη με την υπ' αριθμ. 1160/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη επί της αυτής υποθέσεως υπ' αριθμ. 2212/2004 απόφαση του Εφετείου, διότι την είχε απορρίψει χωρίς αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχτηκε περαιτέρω και τα εξής:
Με δεδομένο ότι μέχρι την έκδοση της υπ' αριθμ. 1577/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την ισχύ της ένδικης συμβάσεως εντολής, γιατί δεν είχε καταρτισθεί εγγράφως, όπως, άλλωστε, δέχτηκε και η αναιρεθείσα πιο πάνω υπ' αριθμ. 2052/2000 απόφαση του Εφετείου, υπήρχε εύλογη πεποίθηση στο αναιρεσίβλητο ότι δεν υπήρχε σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν απαιτούνταν έγγραφη καταγγελία αυτής, για την έλλειψη της οποίας και κρίθηκε η εν λόγω καταγγελία άκυρη.
Περαιτέρω, η απασχόληση του αναιρεσείοντος, που πρόσφερε τις υπηρεσίες του για χρονικό διάστημα περίπου 12 ετών με αμοιβή σημαντικά κατώτερη από τα νόμιμα όρια, γινόταν δε από προσωπική του ευαισθησία και πρόθεση να συνεισφέρει στον πολιτισμό και όχι για να αποκομίσει κέρδος, ήταν περιορισμένη και μόνο για ένα έως δύο μήνες και συγκεκριμένα για το χρόνο διεξαγωγής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, δηλαδή το μήνα Νοέμβριο κάθε έτους, λόγω ανυπαρξίας διαρκών και σοβαρών νομικών ή δικαστικών υποθέσεων.
Μετά την καταγγελία της προαναφερόμενης συμβάσεως και την εξοικονόμηση του χρόνου απασχολήσεώς του με τις υποθέσεις του αναιρεσιβλήτου, δόθηκε δυνατότητα σ' εκείνον, δικηγόρο Θεσσαλονίκης από το 1968 και ήδη παρ' Αρείω Πάγω, ο οποίος έχει πολυετή επαγγελματική δραστηριότητα και ευρύ πελατειακό κύκλο, εργαζόμενος με συνέπεια και ποιότητα, να απασχοληθεί με δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις εντολέων του από τις οποίες κέρδισε τουλάχιστον ισόποσο με τις αποδοχές υπερημερίας ποσό, που ζητεί με την αγωγή του (ήτοι 80690,88 ευρώ), σε αρνητική δε περίπτωση παρέλειψε ο ίδιος, που διαθέτει τις προαναφερόμενες θετικές προϋποθέσεις και προσόντα, από δική του υπαιτιότητα να εξοικονομήσει το ποσό αυτό.
Ακόμη το αναιρεσίβλητο κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 3.089.000 δραχμών, ως μισθούς υπερημερίας για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 31-12-1998 και στην περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεωθεί να καταβάλει για την ίδια αιτία και το αιτούμενο ποσό των 80690, 88 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, θα προκληθεί σ' αυτό τεράστια, απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημιά.
Καταλήγοντας το Εφετείο δέχτηκε ότι λόγω της προαναφερόμενης πραγματικής καταστάσεως που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την καταγγελία της έμμισθης εντολής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής και της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος που προηγήθηκε της ασκήσεώς της, όχι μόνο δε δικαιολογείται η εν λόγω μεταγενέστερη άσκηση της αγωγής αυτής, αφού ληφθούν υπόψη και τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, αλλά αντίθετα η άσκησή της χωρεί κατά τρόπο που επάγεται επαχθείς επιπτώσεις για το αναιρεσίβλητο, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής περί καταχρηστικής ενστάσεως του δικαιώματος ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, α) ορθώς και όχι παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη υπ' αριθμ. 2120/2002 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου (Εφετείου) ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας μεταγενέστερου, του ήδη τελεσιδίκως κριθέντος, χρονικού διαστήματος, καλύπτον (το εν λόγω δεδικασμένο) και τη μη προβληθείσα κατά την προηγούμενη δίκη καταχρηστική ένσταση της καταχρήσεως δικαιώματος β) δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281 και 656 παρ. 2 ΑΚ και γ) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την παραδοχή της ενστάσεως αυτής, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη εύλογης πεποιθήσεως του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως έμμισθης εντολής ως περιστατικό καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και όχι ως περιστατικό που καταλύει το δικαίωμα αυτού για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, ώστε να εμποδίζεται η έρευνά του από το δεδικασμένο που προκύπτει από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας.
Ακόμη, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι α) ο αναιρεσείων μετά την καταγγελία της προαναφερόμενης συμβάσεως έμμισθης εντολής, είχε τη δυνατότητα να απασχοληθεί με δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις εντολέων του από τις οποίες κέρδισε τουλάχιστον ισόποσο με τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας ποσό και β) σε αρνητική δε περίπτωση παρέλειψε ο ίδιος από δική του υπαιτιότητα να εξοικονομήσει το ποσό αυτό, οι οποίες αποτελούν επιμέρους περιστατικά της επικαλούμενης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και όχι το πραγματικό των αντίστοιχων ενστάσεων, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους καθόσον η δεύτερη παραδοχή αποτελεί επάλληλη της πρώτης.
Επομένως, οι σχετικοί από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με στοιχεία Α', Β', Γ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, όπως συμπληρώνονται από τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους, καθώς και ο έκτος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι από τον αριθμό δε 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι, κατά το μέρος που οι επικαλούμενες με αυτούς ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτοι, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς.
Με τον με στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα με τις ενώπιόν του δικαστηρίου αυτού προτάσεις του ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος, όσον αφορά την επικαλούμενη ζημία που θα υποστεί το αναιρεσίβλητο από την καταβολή του αιτούμενου με την αγωγή ποσού για μισθούς υπερημερίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο εκ του άρθρου 300 ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος αποτελεί ένσταση και κατά συνέπεια είναι αυτοτελής και ουσιώδης όταν με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεως και όχι όταν η επίκληση ζημίας από την πλευρά του εναγομένου γίνεται προς θεμελίωση ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οπότε ο εν λόγω ισχυρισμός του ενάγοντος αποτελεί άρνηση της ενστάσεως αυτής.
Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστους τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου α) ότι κατά το χρόνο που εξοικονόμησε ο αναιρεσείων μετά την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως έμμισθης εντολής κέρδισε από δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις εντολέων του το ισόποσο με τις αιτούμενες με την αγωγή αποδοχές υπερημερίας ποσό και β) ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων αν και είχε τη δυνατότητα, παρέλειψε από δική του υπαιτιότητα να κερδίσει το εν λόγω ποσό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς ως ενστάσεις αλλά ως περιστατικά, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα υπόλοιπα που επικαλέστηκε το αναιρεσίβλητο, θεμελίωναν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 678/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 14-4-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ