Supreme Court dismisses appeal on abuse of right, ruling delay alone insufficient without bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a claim for damages. The appellant argued the lower court erred by considering facts not raised by the airline and failed to address specific defenses. The court held that mere delay does not constitute abuse of right under Article 281 of the Civil Code unless accompanied by bad faith or specific circumstances creating unjustified consequences.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: Mere delay in exercising a right does not constitute abuse unless the delay created a reasonable belief in the creditor that the right would not be exercised, combined with specific conduct rendering the subsequent exercise unconscionable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1516 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1516/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..........................., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ – ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7195/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 27-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου κατά το πρώτο μέρος και τρίτου λόγων και την απόρριψη των άλλων λόγων της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες, διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και συνεπάγεται απλώς δυσμενείς και όχι απαραιτήτως αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Επομένως, δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ο μη νόμιμος ισχυρισμός ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και η νομική ή πραγματική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται, ότι, εάν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρο 262 ΚΠολΔ) αποτελούν, το καθένα χωριστά, «πράγματα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 88/1980, ΑΠ 38/2004). Εντεύθεν ακολουθεί, ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, λαμβάνει υπόψη και περιστατικά επιπλέον εκείνων που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, τα οποία όμως μόνα τους δεν στοιχειοθετούν την ανωτέρω ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση του δικαιώματός του προς λήψη του επιδόματος θέσεως εξ 72.780,56 ευρώ συνολικά, για την παρασχεθείσα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, στην οποία υπηρέτησε σε προσωποπαγή θέση Νομικού Συμβούλου, εργασία, κατά παραδοχή ενστάσεως της τελευταίας για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικώς με την ένσταση αυτή, τα ακόλουθα:
«α. Ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι εμπίπτει στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 7 του Κανονισμού των Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης και συνακόλουθα ως Νομικός της Σύμβουλος, είναι ισότιμος με Γενικό Διευθυντή και επομένως δικαιούται του επίδικου δικαιώματος θέσεως των 400.000 δρχ. μηνιαίως, με το υπ' αριθ. 28/9.10.2003 έγγραφό του προς τον Π.Δ.Σ.
και Δ.Σ. της εναγομένης .............. ζήτησε την αναδρομική χορήγηση του επίμαχου επιδόματος. β. Όπως, έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων δικαιούται του εν λόγω επιδόματος, το δικαίωμά του αυτό στην προκείμενη περίπτωση – κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης (με επίκληση κατάχρηση δικαιώματος) που πρόβαλε πρωτοδίκως ζητώντας την απόρριψη της αγωγής και επαναφέρει και στον παρόντα βαθμό – ασκείται καταχρηστικώς (αποδυνάμωση δικαιώματος) κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνακόλουθα αυτή (αγωγή) κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι:
αα. Από τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος (3.2.1999) μέχρι τη διεκδίκησή του (αρχικώς με το από 9.10.2003 παραπάνω έγγραφο και μεταγενέστερα με την άσκηση της αγωγής, με ημερομηνία καταθέσεως 31.10.2003) έχει παρέλθει ικανός χρόνος αδρανείας. Επιπλέον, ο ενάγων, ο οποίος, καίτοι ως δικηγόρος παρείχε νομικές υπηρεσίες στην εναγόμενη και επομένως ως εκ της θέσεώς του γνώριζε τόσο τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Κανονισμού των Νομικών Υπηρεσιών της τελευταίας περί εξομοιώσεως του Νομικού Συμβούλου με τον Γενικό Διευθυντή όσο και την υπ' αριθ. 735/3.2.1999 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης (από τον εν λόγω χρόνο λήψεώς της) για τη χορήγηση του επίδικου επιδόματος στους Γενικούς Διευθυντές (αφού – κατά τα προεκτεθέντα – παρείχε στη Διοίκηση της εναγομένης νομικές συμβουλές επί όλων των πράξεων, ενεργειών και αποφάσεών της), εν τούτοις επί μακρό χρόνο δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ή όχληση ή αίτηση προς διεκδίκησή του, δημιουργώντας στην αντίδικό του την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το εν λόγω επίδομα, λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη ότι ι) για τις νομικές του υπηρεσίες σ' αυτήν του παρείχε μηνιαία αμοιβή ύψους 6.374,06 ευρώ (ή 2.171.960 δρχ.), σύμφωνα με τις μισθολογικές καταστάσεις του Δεκεμβρίου 2003, ιι) κατά το διάστημα της ως άνω αδρανείας του, ο ενάγων πρόβαλλε διάφορα άλλα αιτήματα σχετικά με την αντιμισθία του, χωρίς όμως να οχλήσει ή να ζητήσει το επίμαχο επίδομα, επιπλέον δε λάμβανε κάθε μήνα ειδικό εκκαθαριστικό Σημείωμα Αποδοχών στο οποίο υπήρχε η έντυπη ειδοποίηση «μέσα σε δύο από σήμερα γνωρίστε μας εγγράφως αν έχετε διαφωνίες με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών σας, διαφορετικά θεωρούμε ότι συμφωνείτε», χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε έγγραφη σχετική παρατήρηση για το επίδικο επίδομα θέσεως.
ββ) Η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για το εν λόγω επίδομα έρχεται σε προφανή αντίθεση με την ευθύτητα που πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές και τα συναλλακτικά ήθη κατά τις αντιλήψεις περί δικαίου του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ανατροπή δε εκ των υστέρων της πραγματικής καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος (περί μη ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος) επιφέρουν επαχθείς και δυσβάστακτες για την εναγομένη οικονομικές συνέπειες (αν υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το διεκδικούμενο εκ μέρους του ποσό των 72.780,56 ευρώ), η οποία – είναι γνωστό τοις πάσι ότι – συνιστά υπερχρεωμένη επιχείρηση, που έχει υποβληθεί από τις εκάστοτε Διοικήσεις της σε διαδοχικά προγράμματα εξυγίανσης με κίνδυνο την πτώχευσή της, με επακόλουθο στην περίπτωση αυτή η άσκηση της κρινόμενης αγωγής από τον ενάγοντα να έχει καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνακόλουθα καταχρηστική και απαγορευμένη».
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεώς της, η αναιρεσίβλητη εταιρία, επαναφέροντας με αυτή την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, δεν είχε επικαλεστεί, για τη στοιχειοθέτησή της, τα ανωτέρω περιστατικά περί επαχθών και δυσβάστακτων συνεπειών για την επιχείρησή της και κινδύνου πτωχεύσεως αυτής εκ της ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.
Σύμφωνα, όμως, με τη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής δεν ήταν απαραίτητο η ικανοποίηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να προκαλεί τις ως άνω δυσβάστακτες για την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης συνέπειες, που θέτουν σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή της, αλλ' αρκεί, όπως επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη και δέχθηκε το Εφετείο, ότι συνεπάγεται την καταβολή στον αναιρεσείοντα μεγάλου χρηματικού ποσού, που συνιστά δυσμενή για το συμφέροντά της συνέπεια.
Με βάση δε τα ως άνω υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πιο πάνω μη επικληθέντα από την αναιρεσίβλητη γεγονότα, η άσκηση της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος κι επομένως είναι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.
Κατά συνέπεια, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι, για τη θεμελίωση της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα ως άνω μη προταθέντα από την ενισταμένη πραγματικά περιστατικά, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού τα επικληθέντα και γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στηρίζουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (281 ΑΚ).
Περαιτέρω, ο ίδιος άνω δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ενώπιόν του προβληθέντα ισχυρισμό, με τον οποίο ο αναιρεσείων αρνήθηκε τη βασιμότητα της ανωτέρω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά, που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτόν, όπως παρατίθενται στο αναιρετήριο, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της εν λόγω ενστάσεως, καθώς και πραγματικά και νομικά επιχειρήματα περί της μη βασιμότητάς της.
Τέλος, δεχόμενο το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα περιστατικά, που δεν είχε επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη, την ως άνω ένσταση αυτής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και υποθετικές αιτιολογίες, δεδομένου ότι το αποδεικτικό της πόρισμα διατυπώνεται με βεβαιότητα και κατά τρόπο αναμφίβολο και μόνο την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος δέχεται υποθετικώς, προκειμένου στη συνέχεια να θεμελιώσει την κρίση του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια και όχι με υποθετικό συλλογισμό.
Επομένως, οι αντίθετοι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, περί μη κηρύξεως απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, δεδομένου ότι η ένσταση αυτή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είχε επαρκή νομική θεμελίωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.9.2005 αίτηση του ........................ για αναίρεση της 7195/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ