Supreme Court annulled Corinthian Court ruling for exceeding authority by including rejected debt charges in trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a ruling by the Corinthian Court of Summary Jurisdiction regarding a debt dispute. The lower court improperly included charges for debts previously rejected by the Court of Appeal in its referral to the defendant. The Court held that the lower court exceeded its authority by attempting to prosecute matters not transferred to it, violating procedural rules on jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 483 §3 and 484 §1, item στ of the Code of Criminal Procedure; A ruling by a Summary Jurisdiction Court is void if it exceeds its authority by prosecuting charges not transferred to it by the Court of Appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1515 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1515/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.113/2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου. Με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Θ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 37/22-8-2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2019.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Μπρακουμάτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κων. Δασούλα, με αριθμό 170/22-8-2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγουμε στο Δικαστήριο Σας, (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αρ. 37/22-8-2019 αίτηση αναίρεσής μας κατά του υπ' αρ. 113/16-7-2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου και εκθέτουμε τα ακόλουθα. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και εξ ολοκλήρου αναφερόμεθα. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσής μας πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αρ. 37/2019 αίτηση αναίρεσής μας και να αναιρεθεί το υπ' αρ. 113/16-7-2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Κων. Δασούλας".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 483§3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 483 §2 εδ.α ίδιου Κώδικα, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 § 1 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή όταν παρέλειψε να αποφανθεί για ζήτημα που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).
Υπέρβαση εξουσίας που εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αποφάνθηκε για ζήτημα που δεν είχε τη σχετική εξουσία από το νόμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 307, 310 και 318 ΚΠΔ, ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή παρέπεμψε σε δίκη για έγκληµα για τον οποίο δεν υποβλήθηκε νόµιµα η απαιτούµενη για την ποινική δίωξη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 53), ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 56).
Επομένως, η υπ' αριθμόν 37/2019 αίτηση αναίρεσης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του υπ' αριθμ.113/16-7-2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, ο κατηγορούμενος Γ. Κ. του Θ. κάτοικος ..., για να δικασθεί για την πράξη της μη καταβολής στο Δημόσιο χρεών που υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, την οποίαν φέρεται ότι τέλεσε στην ….
στις 30-10-2014 και με την οποία πλήττεται το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, για υπέρβαση εξουσίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 §1, στοιχ. στ' του ΚΠΔ, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 322 §§1 και 2 του ισχύσαντος µέχρι την 30-6-2019 ΚΠΔ, (άρθρο 589 § 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που θεσπίστηκε με το Ν.4620/2019):1) Ο κατηγορούµενος που κλητεύθηκε απευθείας µε κλητήριο θέσπισµα στο ακροατήριο του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου έχει δικαίωµα, αφού ενηµερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρµόδιο Εισαγγελέα Εφετών µέσα σε δέκα (10) ηµέρες από την επίδοση του κλητήριου θεσπίσµατος, προθεσµία που δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης.
Γι' αυτήν την προσφυγή συντάσσεται έκθεση ενώπιον του Γραµµατέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή του Γραµµατέα του Ειρηνοδικείου της διαµονής του, ο οποίος έχει υποχρέωση να το αναφέρει τηλεγραφικά στον Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών υποβάλλοντας ταυτόχρονα την έκθεση που συντάχθηκε σχετικά. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει υπέρ του Δηµοσίου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
Το ύψος του ποσού αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον Εισαγγελέα Εφετών. Σε περίπτωση που ο Εισαγγελέας Εφετών κάνει δεκτή την προσφυγή διατάσσει και την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.
Σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται από περισσότερους κατηγορούμενους, κατατίθεται µόνο ένα παράβολο.2.Ο Εισαγγελέας Εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει µέσα σε δέκα (10) ηµέρες από τότε που θα φτάσει σ' αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συµπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε, µετά την ολοκλήρωση της οποίας, ο Εισαγγελέας Εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συµβούλιο.
Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κυρίας ανάκρισης, µετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρµόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 §3 ΚΠΔ, χωρίς να επιτρέπεται όµως, νέα προσφυγή. Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούµενο, σύµφωνα µε τα άρθρα 155 επ. ΚΠΔ. Αν από την επίδοση έως τη δικάσιµο που ορίστηκε αρχικά µεσολαβεί τουλάχιστον το µισό της προθεσµίας που χρειάζεται για την κλήτευση, ο κατηγορούµενος έχει υποχρέωση να εµφανιστεί σ' αυτήν για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση".
Αλλά και με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 322 §§1 και 3 του ισχύοντος, κατά τα προαναφερόμενα, από 1-7-2019 ΚΠΔ, ορίσθηκαν τα ακόλουθα :1).Ο κατηγορούµενος που κλητεύθηκε απευθείας µε κλητήριο θέσπισµα στο ακροατήριο του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου έχει δικαίωµα, είτε αυτοπροσώπως είτε µέσω αντιπροσώπου, να προσφύγει στον αρµόδιο Εισαγγελέα Εφετών µέσα σε δέκα(10) ηµέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσµατος. (3) Ο Εισαγγελέας των Εφετών µπορεί:
α) να απορρίψει την προσφυγή, β)να κάνει δεκτή την προσφυγή, οπότε διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συµβούλιο, γ) να προβεί σε µία από τις παραπάνω ενέργειες, αφού προηγουµένως διατάξει προανάκριση για τη συµπλήρωση του αποδεικτικού υλικού µε τη διενέργεια συγκεκριµένων ανακριτικών πράξεων.
Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούµενο, σύµφωνα µε τα άρθρα 155 κ.ε. Αν από την επίδοση έως τη δικάσιµο που ορίστηκε αρχικά µεσολαβεί τουλάχιστον το µισό της προθεσµίας που χρειάζεται για την κλήτευση, ο κατηγορούµενος έχει υποχρέωση να εµφανιστεί σε αυτήν για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση.
Έτσι, από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων µε εκείνες του άρθρου 320 του ίδιου ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσµατος αποτελεί ειδικό ένδικο µέσο που έχει σκοπό την ανατροπή της παραποµπής στο ακροατήριο και για το οποίο αποφαίνεται ο Εισαγγελέας που είναι ιεραρχικά ανώτερος από τον Εισαγγελέα που παρέπεµψε τον κατηγορού-µενο απ' ευθείας, µε κλητήριο θέσπισµα, στο ακροατήριο του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου ότι ο Εισαγγελέας Εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή αντίθετα δέχεται αυτή και διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συµβούλιο, κατά τη διάταξη του άρθρου 245§2 ΚΠΔ οπότε, στην τελευταία περίπτωση, το Δικαστικό Συµβούλιο κρίνει για την υπόθεση, δηλαδή, σχετικά με την κατηγορία, η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι για την προσφυγή και το τυχόν παραπεµπτικό βούλευµα που θα εκδοθεί δεν επικυρώνει την αρχική παραποµπή διά της απ' ευθείας κλήσεως, αφού αυτή έχει ήδη ανατραπεί µε τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής και με την εισαγωγή της υπόθεσης (κατηγορίας) στο Δικαστικό Συµβούλιο.
Περαιτέρω, κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα µε αίτηση του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαµβάνει ως µία πράξη τη µη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα µε το ύψος και την προέλευση του κάθε επί µέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της µη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή, για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες µε ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον ότι τα µη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και µόνο έγκληµα, της µη καταβολής του αθροίσµατος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συµπλήρωση τετραµήνου από το χρόνο καταβολής αυτών.
Με τη ρύθµιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δηµόσιο αποκτά τη µορφή ενός εν δυνάµει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήµατος, αφού ενδέχεται πλέον να θεµελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το µη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο των 100.000 ευρώ, ή µετά από επανειληµµένη µη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανώτερου των 100.000 ευρώ, χωρίς όµως την συνδροµή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελµα τέλεσης στη νοµοτυπική µορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήµατα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκληµα.
Με βάση όλα τα προαναφερόμενα, στην περίπτωση παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο για την παραπάνω αναγραφόμενη αξιόποινη πράξη της µη καταβολής χρεών στο Δηµόσιο, στα πλαίσια των διατάξεων του ως άνω άρθρου 322 του ΚΠΔ, που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο Εισαγγελέας Εφετών έχει τη δυνατότητα να δεχθεί την προσφυγή την οποία έχει ασκήσει ο κατηγορούμενος στρεφόμενος κατά του κλητηρίου θεσπίσματος που του έχει επιδοθεί, για ένα επί μέρους χρέος, το οποίο περιλαμβάνεται στον πίνακα χρεών που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα από τον Προιστάμενο της ΔΟΥ και να διατάξει για το επί µέρους αυτό χρέος του πίνακα χρεών την εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συµβούλιο, επειδή κατά την κρίση του, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το επί μέρους χρέος και για τα λοιπά χρέη να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη, κρίνοντας ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και ως εκ τούτου ορθά ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών παρέπεμψε τον προσφεύγοντα στο ακροατήριο.
Στην περίπτωση αυτή της διττής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών υποχρεούται: α) να υποβάλει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την υπόθεση µόνο ως προς το κεφάλαιο της κατηγορίας, που όρισε µε τη διάταξή του, ο Εισαγγελέας Εφετών, δηλαδή, την επί μέρους κατηγορία και β) να εισαγάγει στο ακροατήριο το κεφάλαιο της κατηγορίας για το οποίο ο Εισαγγελέας Εφετών απέρριψε την προσφυγή του κατηγορούμενου.
Στην περίπτωση αυτή παραμένει ισχυρό το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ως προς το κεφάλαιο για το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή και φυσικά δεν αίρονται οι συνέπειες που επήλθαν από την επίδοση αυτού, όπως είναι η αναστολή της παραγραφής. Έτσι, αν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, αγνοώντας την παραπάνω διττή διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών εισαγάγει στο Συμβούλιο την υπόθεση στο σύνολό της, δηλαδή τόσο για το χρέος για το οποίο ο Εισαγγελέας Εφετών έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα, όσο και για τα λοιπά χρέη, για τα οποία έκρινε ότι ορθά παραπέμφθηκε ο προσφεύγων - κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου και το τελευταίο επιληφθεί για το σύνολο της υπόθεσης, τότε υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, αφού τόσο ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών όσο και το αντίστοιχο Συμβούλιο επελήφθησαν του κεφαλαίου της απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να έχουν την εξουσία, καθόσον αυτή ουδέποτε τους μεταβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κορίνθου, µε το υπ' αριθμόν Γ-2016/770/23-9-2016 κλητήριο θέσπισμα παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, Γ.
Κ. του Θ., κάτοικο ..., στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της µη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Κατά το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-11-2016 και με το οποίο ορίστηκε δικάσιμος η 14-2-2017, η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο ως άνω κατηγορούμενος συνίσταται στο ότι: "Στην Κόρινθο, την 30-10-2014, παραβίασε την προθεσμία καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών του προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, από την λήξη της προθεσμίας, καταβολής τους, το συνολικό δε χρέος υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Ειδικότερα, ενώ ως διαχειριστής της εδρευούσης στο ... εταιρείας µε την επωνυμία "...", όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο για λοιπούς φόρους και χρέη, συµ-περιλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του υπ' αριθ. 332/2015 πίνακα χρεών της ΔΟΥ ….., το συνολικό ποσό των ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων τριάντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και ενενήντα λεπτών (1.838.682,90 ευρώ), προερχόμενο από τις αιτίες που αναφέρονται στον κατωτέρω αναλυτικό πίνακα, το οποίο ήταν βεβαιωμένο στη ΔΟΥ ….., εντούτοις δεν το κατέβαλε, παραβιάζοντας τις κάτωθι αναφερόμενες προθεσμίες καταβολής του πέραν των τεσσάρων (4) μηνών ήτοι:
Κατά της, κατά τα προαναφερόμενα, παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, ο ως άνω κατηγορούμενος άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα µε τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 322 του ΚΠΔ, την από 22-11- 2016 προσφυγή του, επί της οποίας ο αρμόδιος προς τούτο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου, αρχικά εξέδωσε την υπ' αριθμόν 8/20-7-2017 διάταξή του, με την οποία παρήγγειλε τη διενέργεια συμπληρωματικής εξέτασης, μετά τη διενέργεια της οποίας εξέδωσε την υπ' αρ. 6/4-3-2019 διάταξή του, με την οποία:
α) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ως άνω προσφυγή, για την πράξη της µη καταβολής του πρώτου χρέους του ανωτέρω πίνακα στο Δημόσιο, την οποία φερόταν ο κατηγορούμενος να έχει τελέσει στην …., στις 30-10-2014, ως προς την επισημανθείσα στον σχετικό πίνακα χρεών µε α/α 1 και µε αριθµό 87.001/30-0-8-2013 βεβαίωση χρέους, όπου αναφέρονται ως αιτίες οι εισφορές και το τέλος επιτηδεύµατος, ποσού ύψους 499 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβάλει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με όσα ορίζονταν στη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011, επειδή κατά την κρίση του, δεν στοιχειοθετείται η αντικειµενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήµατος για το επί µέρους αυτό χρέος και παρήγγειλε την εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συµβούλιο, µόνον όμως, ως προς την αξιόποινη πράξη της µη καταβολής στο Δηµόσιο του ως άνω χρέους και β) απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιµη κατ' ουσίαν ως προς όλα τα λοιπά ως άνω χρέη, κρίνοντας ότι υπάρχουν σε βάρος του ως άνω κατηγορούμενου - προσφεύγοντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής ως προς τα χρέη αυτά και συνεπώς ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κορίνθου ορθά κατόπιν αυτού, παρέπεμψε, µε το νομοτύπως επιδοθέν σ' αυτόν, στις 12-11-2016, υπ' αριθμόν Γ-2016/770/23-9-2016 κλητήριο θέσπισμα τον ως άνω κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριµελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Πλην όμως στη συνέχεια, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κορίνθου εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου, στο σύνολό της, δηλαδή, ως προς όλα τα αναγραφόµενα στον ανωτέρω πίνακα χρέη, ενώ έπρεπε να την εισαγάγει µόνον όσον αφορούσε τη µη καταβολή του πρώτου ως άνω χρέους για το ποσόν των 499 ευρώ, όπως είχε διατάξει ο Εισαγγελέας Εφετών.
Ακολούθως δε, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου, µε το υπ' αριθμ. 113/16-7-2019 βούλευμά του, επελήφθη και αυτό του συνόλου της υπόθεσης και ενώ στο σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος αναφέρεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για το προαναφερόμενο χρέος, του ποσού των 499 ευρώ και ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, για το σύνολο των λοιπών χρεών του, στο διατακτικό περιέχεται μόνον διάταξη παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο για το σύνολο των λοιπών χρεών του, χωρίς δηλαδή, να περιλαμβάνεται απαλλακτική διάταξη για το χρέος των 499 ευρώ.
Με την ενέργειά του αυτή όµως, το ως άνω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου, δηλαδή, με την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο για το σύνολο των ως άνω χρεών του, για τα οποία ο Εισαγγελέας Εφετών είχε απορρίψει την προσφυγή του κατηγορούμενου, για το λόγο ότι κατά την κρίση του, ορθά αυτός παραπέµφθηκε στο ακροατήριο, υπερέβη θετικά την εξουσία του, καθόσον επελήφθη κεφαλαίου της κατηγορίας, η οποία µε την απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών δεν του είχε μεταβιβασθεί, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 484 §1, στοιχ.
στ' του ΚΠΔ.
Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, ο από το άρθρο 484 §1 στοιχ. στ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του υπ' αριθμόν 113/16-7-2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της υπέρβαση εξουσίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί για τον ως άνω λόγο το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμόν 37/2019 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθμόν 113/16-7-2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ