Legislator Case Law & Legislation
1515/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against absent company while allowing partial appeal against individual defendant.

Case Number 1515/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the hearing inadmissible regarding the absent anonymous company but allowed the appeal against the individual defendant. The court found the company failed to appear despite legal summons, whereas the individual defendant participated and contested interest calculations. Consequently, the court separated the proceedings, dismissed the company's participation, and partially overturned the lower court's decision on interest claims against the individual heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; In cases of default in cassation proceedings, if the absent party fails to expedite the hearing, the discussion is declared inadmissible for all parties, whereas if the absent party expedites it, the discussion proceeds as if they were present.

Keywords

AI generated
cassation appeal default judgment inadmissible hearing separation of proceedings interest calculation legal representation partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 97(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 911(1) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 36/1997
Supreme Court 4/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1515/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του προσωπικά και ως διαχειριστού της κειμένης στη ..., πολυκατοικίας, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λίβα, μόνο για τον εαυτό του προσωπικά και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. (Κ.) χας Γ. Τ., 2) ... και 3) Α. συζ. Π. Τ., ως εχόντων (οι 2ος και 3η) την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους α) Κ. - Ν. Τ. του Π., β) Μ. - Λ. Τ. του Π. και γ) Γ. - Μ. Τ. του Π., όλων κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Μίτζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2073/2010 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1454/2012, του ίδιου Δικαστηρίου και 2366/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο 1ος των αναιρεσειόντων (για τον εαυτό του προσωπικά) και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 36/1997).

Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον, όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση - αίτηση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (Ολ.ΑΠ 4/1994), κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ.

β' ΚΠολΔ). Αν όμως την επισπεύδει ο ομόδικός του ή ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/20-3-2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει στη δίκη, όπως η προκείμενη, με αντικείμενο διαφορά από οροφοκτησία και αποζημίωση μεταξύ των περισσοτέρων συνιδιοκτητών της ίδιας πολυκατοικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση, η από 4-9-2017 και με αριθμό καταθέσεως 6173/2017 αίτηση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παραστάθηκαν μόνον ο πρώτος αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

A.E." δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο πρώτος αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, επικαλείται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης επισπεύδεται μόνον απ' αυτόν, ο οποίος προέβη σε προσδιορισμό της συζήτησής της.

Δεδομένου ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύται ότι και η δεύτερη αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης, ούτε ότι η τελευταία κλητεύθηκε να παραστεί κατ' αυτήν από οποιονδήποτε από τους διαδίκους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την εν λόγω διάδικο (ΑΠ 96/2014), και κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576 § 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη διάδικο αυτή (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός άλλων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3994/2011, παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους, που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.

Μπορεί δηλαδή ο ενάγων, με βάση την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ., να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων.

Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού, που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος. Ειδικότερα, προκειμένου περί αγωγής διαχειριστή πολυκατοικίας, υπαγομένης στο καθεστώς του ν. 3741/1929, κατά συνιδιοκτήτη αυτής, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορισμένο αυτής, να εκτίθενται στο δικόγραφό της, μεταξύ άλλων, τα απαραίτητα για τη νομιμοποίησή του στοιχεία και συγκεκριμένα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή η ιδιότητα του ενάγοντος ως διαχειριστή της οικοδομής, ο τρόπος εκλογής ή διορισμού του, ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό της πολυκατοικίας τρόπος εκλογής διαχειριστή ή σε περίπτωση μη ύπαρξης Κανονισμού ή μη σχετικής πρόβλεψης σ' αυτόν, ότι ο διαχειριστής εκλέγεται σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 3741/1929).

Έτσι, στην περίπτωση που στο δικόγραφο της ως άνω αγωγής αναφέρεται η ιδιότητα του ενάγοντος ως διαχειριστή, χωρίς όμως να προσδιορίζεται περαιτέρω αν απέκτησε την ως άνω ιδιότητά του κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού του, είναι παραδεκτή η συμπλήρωση, με τις προτάσεις του ενάγοντα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι όμως και με την προσθήκη των προτάσεων αυτών που κατατίθενται μετά τη συζήτηση της αγωγής, ότι ο ενάγων διαχειριστής έχει επιλεγεί νομίμως, σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αρχικά εναγομένου Γ.

Τ., στη δικονομική θέση του οποίου είχαν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, ως αόριστη, ως προς το αγωγικό αίτημά της περί καταβολής σ' αυτόν (ενάγοντα), με την ιδιότητα του διαχειριστή της ευρισκόμενης στη Βάρκιζα Αττικής και επί της οδού ..., από τον εναγόμενο, ιδιοκτήτη της αναφερόμενης σ' αυτή οριζόντιας ιδιοκτησίας της ως άνω πολυκατοικίας και πρώην διαχειριστή της εν λόγω πολυκατοικίας, ποσού 70.000 ευρώ ως ποινικής ρήτρας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και ποσού 300 ευρώ για δαπάνη αποκατάστασης βλάβης που είχε προκαλέσει σε κοινόχρηστη εγκατάσταση, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7, 12, 15, 16, 17 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, ελλείψει αναφοράς στοιχείων, ως προς τη νομιμοποίησή του ως διαχειριστή και συγκεκριμένα αν ο αναιρεσείων έγινε διαχειριστής κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Από το περιεχόμενο των παραδεκτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενων διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα: α) της από 22-12-2008 αγωγής των αναιρεσειόντων, β) των από 27-4-2010 και από 3-5-2010 προτάσεων του εναγομένου και των εναγόντων, αντίστοιχα, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και γ) της από 10-5-2010 προσθήκης-αντίκρουσης των από 3-5-2010 προτάσεων των εναγόντων, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 22/12/2008 (αρ. κατ. 7488/2008) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Ε. Κ. του Κ. και Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... A.E." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1454/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την οποία, όπως ρητά αναφέρει ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε.

Κ. του Κ. στην προμετωπίδα της αγωγής του, άσκησε "δι' εαυτόν ατομικά και (με την ιδιότητά του ως διαχειριστού της κείμενης στην ... πολυκατοικίας" στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγομένου Γ. Τ., στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου αυτού, επισυμβάντος μετά την άσκηση της έφεσης, στις 7/11/2013, υπεισήλθαν ως νόμιμοι κληρονόμοι του οι Κ.

χα Γ. Τ. και Π. Τ. του Γ. και Α. συζ. Π. Τ. το γένος Μ., υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντες την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους, οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη κατ' άρθρο 290 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι αυτοί και ο εναγόμενος ήδη εφεσίβλητος, είναι ιδιοκτήτες των λεπτομερώς αναφερόμενων σ' αυτή (αγωγή) αυτοτελών και ανεξάρτητων ιδιοκτησιών που βρίσκονται στην πολυκατοικία, που ...

και επί της ... η οποία διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της υπ' αρ. 20280/1977 Πράξεως Συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Κρωπίας. Ότι ο εναγόμενος υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή, μέχρι το έτος 2003, της ως άνω πολυώροφης οικοδομής, εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως το έτος 2002, αχρεωστήτως, για δήθεν δαπάνες κοινοχρήστων, από τους συνιδιοκτήτες της άνω οικοδομής το συνολικό ποσό των 4.375,12 €, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή.

Ότι με βάση την αναλογία επί των γενικών δαπανών, που βαρύνει τις ιδιοκτησίες τους, εισέπραξε από τον πρώτο, απ' αυτούς, αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία, το συνολικό ποσό των 449,78 ευρώ και από την δεύτερη το συνολικό ποσό των 451,51 ευρώ, το οποίο οφείλει να τους αποδώσει, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην αγωγή, άλλως από 17/4/2003, που διενεργήθηκε ο έλεγχος των πεπραγμένων του εναγομένου, ως διαχειριστή, άλλως από 24/7/2003, που οχλήθηκε εξωδίκως, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Ότι κατά παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού της πολυκατοικίας προέβη στις αναλυτικά περιγραφόμενες σαράντα (40) αυθαίρετες και παράνομες επεμβάσεις επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των λοιπών συνιδιοκτητών για τις οποίες οφείλει ποινική ρήτρα προς τον διαχειριστή, άλλως προς το Πάγιο Ταμείο της πολυκατοικίας, ίση με το μηνιαίο ελεύθερο μίσθωμα των οριζόντιων ιδιοκτησιών του για κάθε παράβαση του Κανονισμού.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε: Α. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 449,76 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα εταιρία το συνολικό ποσό των 451,51 ευρώ, τα οποία κατέβαλαν στον εναγόμενο, αχρεωστήτως για γενικές δαπάνες κοινοχρήστων, νομιμοτόκως από 17-4-2003, που διενεργήθηκε Έλεγχος των Πεπραγμένων του εναγομένου ως Διαχειριστή και βεβαιώθηκαν οι ως άνω συνολικές υπερχρεώσεις - οφειλές του, άλλως από 24-7-2003, που επιδόθηκε προς αυτόν η εξώδικος δήλωση με την οποία οχλήθηκε για την απόδοσή τους, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Β. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προβεί, με δικές του δαπάνες, στην καθαίρεση, αποξήλωση και απομάκρυνση των αυθαίρετων κατασκευών του στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας και στην αποκατάσταση των φθορών και ζημιών αυτών. Άλλως, να επιτραπεί τούτο στους ενάγοντες με δαπάνες του εναγομένου, με απειλή κατά του τελευταίου, χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης πέντε (5) μηνών για κάθε παράβαση της εκδοθησομένης απόφασης.

Γ. Να επιτραπεί στους ενάγοντες η πρόσληψη, με δαπάνες του εναγομένου, διπλωματούχου μηχανικού για την επίβλεψη κάθε σταδίου των εργασιών αποκατάστασης των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στη συμμόρφωσή του με τις υποδείξεις και τις οδηγίες του, άλλως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην πρόσληψη αυτού προς τον ως άνω σκοπό.

Δ. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή στον πρώτο ενάγοντα, ως διαχειριστή, ποσού 300 ευρώ για την δαπάνη αποκατάστασης του συστήματος λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, του οποίου με δικές του παράνομες ενέργειες προκάλεσε την πλήρη αχρήστευση, νομιμοτόκως από 22/4/2004 άλλως από την επίδοση της αγωγής και επικουρικά να καταδικαστεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα ως ιδιοκτήτη του υπό στοιχ.

Β-1 διαμερίσματος το ποσό των 30,84 ευρώ και στην δεύτερη ως ιδιοκτήτρια του υπό στοιχ. Γ-3 το ποσό των 30,96 €, που κατέβαλαν στις 30/8/2004, ως αναλογία επί των κοινοχρήστων δαπανών θερμάνσεως, νομιμοτόκως από 30/6/2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ε. Να παύσει ο εναγόμενος να σταθμεύει στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής των αναφερόμενων στην αγωγή αυτοκινήτων ή οποιουδήποτε άλλου οχήματος, είτε του ίδιου, είτε οποιουδήποτε τρίτου, πέραν της ρητώς ορισμένης με τον Κανονισμό με τα στοιχ.

ε-ζ-η-θ-ε θέσεως στάθμευσης, της οποίας έχει την αποκλειστική χρήση, με απειλή εις βάρος του χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης 5 μηνών σε περίπτωση παράβασης της ως άνω υποχρεώσεώς του και ΣΤ. Να καταδικαστεί ο εναγομένος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, ως διαχειριστή, το συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, άλλως στο Πάγιο Ταμείο της Πολυκατοικίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και τέλος να απειληθεί εις βάρος του εναγομένου χρηματική ποινική 2.000 € και προσωπική κράτηση 5 μηνών για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης.

Ενόψει του ότι ο εναγόμενος, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, με τις από 27-4-2010 προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αμφισβήτησε την ιδιότητα του ενάγοντος ως διαχειριστή της ως άνω πολυκατοικίας, και κατά συνέπεια ως εντολοδόχου των συνιδιοκτητών αυτής, και επί πλέον προέβαλε ένσταση αοριστίας της αγωγής για το λόγο ότι δεν εκτίθενται στην αγωγή τα απαραίτητα για τη νομιμοποίησή του στοιχεία ως διαχειριστή της πολυκατοικίας κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού, ο πρώτος ενάγων με την κατατεθείσα, μετά τη συζήτηση της αγωγής (3-5-2010) ενώπιον του πρωτοβαθμίου από 10-5-2010 προσθήκη - αντίκρουση των κατατεθεισών στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής από 3-5-2010 προτάσεών του, προς απόδειξη της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, την οποία αμφισβήτησε ο εναγόμενος, αλλά και συμπλήρωση της αοριστίας της αγωγής, επικαλέστηκε και προσκόμισε το από 25-9-2008 πρακτικό της (επαναληπτικής) Γενικής Συνέλευση των Συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, με το Θέμα 2ο της οποίας, με τον τίτλο "Εκλογή Διαχειριστή" "αποφασίζεται να παραμείνει Διαχειριστής ο Ε.

Κ. για σύντομο χρονικό διάστημα", ενώ ακόμη δήλωσε ότι παραδεκτά συμπληρώνει με τις προτάσεις του το δικόγραφο της αγωγής, αναφέροντας ότι εκλέχτηκε νόμιμα ως διαχειριστής από τη Γενική Συνέλευση των Συνιδιοκτητών της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, σύμφωνα με τον νόμιμα μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Κορωπίου, στον τόμο 323 με αριθμό 474, Κανονισμό της πολυκατοικίας, την ιδιότητά του δε αυτή έχει αναγνωρίσει και ο εναγόμενος, με την υπογραφή του ως άνω πρακτικού (στην οποία παραστάθηκε η σύζυγός του Κ.

Τ. ως εκπρόσωπός του) και διά της από 9 Νοεμβρίου 2008 έγγραφης δήλωσης, μεταξύ άλλων και της τελευταίας, ενεργούσας ατομικά και στο όνομα και για λογαριασμό του συζύγου της, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά του ενάγοντος, τότε καθού, με αίτημα την παράδοση από τον τελευταίο της διαχείρισης της ως άνω πολυκατοικίας και αναγνώρισε τη νομιμότητα της άσκησης της διαχείρισης απ' αυτόν (ενάγοντα και τότε καθού) για το χρονικό διάστημα από 24-1-2003 μέχρι τη σύνταξη της ως άνω δήλωσης (9 Νοεμβρίου 2008).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2073/ 2010 απόφαση του, όπως αυτή διορθώθηκε με την συνεκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1454/2012 απόφαση του, χωρίς να απαντήσει στην προβληθείσα από τον αρχικά εναγόμενο ένσταση αοριστίας της αγωγής, δέχθηκε την αγωγή αυτή, ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και δη ως προς τα αιτήματά της που αφορούν αυθαίρετες κατασκευές και ενέργειες του εναγομένου στην ιδιοκτησία του και στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να προβεί Α) 1) Στην καθαίρεση της αυθαίρετης επέκτασης του τμήματος της σοφίτας κατά 3,94 τ.μ. 2) Στην καθαίρεση των δύο διαχωριστικών τοιχίων εκατέρωθεν κτίσματος της σοφίτας, ανατολικά και δυτικά. 3) Στην αποκατάσταση της παράνομης αλλαγής της χρήσης του τμήματος της σοφίτας που αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία του. 4) Στην

αποχή από οποιαδήποτε περαιτέρω καταπάτηση, κατοχή ή χρήση του κοινόχρηστου χώρου της ταράτσας. 5) Στην καθαίρεση της ξυλοκατασκευής διαστάσεων 2,40 χ 1,45 μ. χ 2,30 μ. και 0,37 μ. χ 0,81 που έχει τοποθετηθεί στον χώρο του δώματος. 6) Στην αφαίρεση των εντοιχιζόμενων ντουλαπιών διαστάσεων 2,65 χ 0,76 μ. που έχουν τοποθετηθεί στον κοινόχρηστο χώρο - διάδρομο του υπογείου της συνιδιοκτησίας. 7) Στην αφαίρεση της δορυφορικής κεραίας επι του νοτίου ανατολικού τμήματος της μαρκίζας της σοφίτας. 8) Στην

αφαίρεση της σιδηροκατασκευής διαστάσεων 5,50 χ 6,00 τ.μ. που έχει τοποθετηθεί στον ιδιόχρηστο χώρο του δώματος, με τα παρελκόμενα αυτής. 9) Στην αφαίρεση του ντουλαπιού που τοποθετήθηκε στον εξώστη προσόψεως της υπό στοιχεία Α1 ιδιοκτησίας του και στην αφαίρεση του ηλιακού θερμοσίφωνα που τοποθετήθηκε στην οροφή της σοφίτας. 10) Στην καθαίρεση της κατασκευής δύο παραλληλεπίπεδων ραμπών από μπετόν, διαστάσεων 11 μ.

χ 0,80 μ. εκ του κοινόχρηστου κήπου της οικοδομής και Β) Στην αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από την καταστροφή των κλειδαριών της κοινόχρηστης πόρτας του κοινόχρηστου τμήματος της ταράτσας και της απόφραξης αυτής με άχρηστα υλικά και στην αποκατάσταση των φθορών επί του δαπέδου του κοινόχρηστου τμήματος του δώματος, επιτρέποντας, άλλως, στους ενάγοντες να πράξουν τούτο με δαπάνη του.

Ακολούθως, μετά από άσκηση εφέσεως από τον ενάγοντα και αντεφέσεως με τις προτάσεις τους από τους υπεισελθόντες στην θέση του αρχικώς εναγομένου Γ. Τ., λόγω θανάτου αυτού, επισυμβάντος, μετά την άσκηση της έφεσης, στις 7/11/2013, ως νόμιμων κληρονόμων του, α) Κ. χα Γ. Τ. και β) ... και Α. συζ. Π. Τ. το γένος Μ., υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων την γονική μέριμνα επί την ανηλίκων τέκνων τους: 1) Κ. - Ν.

Π. Τ., 2) Μ. - Λ. Π. Τ. και 3) Γ. - Μ. Π. Τ., οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη, κατ' άρθρο 290 ΚΠολΔ, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά παραδοχή ως προς ορισμένους λόγους τους, της εφέσεως και αντεφέσεως ως βάσιμων κατ' ουσίαν και κράτησε και δίκασε την αγωγή, αφ' ενός μεν έκρινε ότι έπρεπε η από 22/12/2008 αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος της που ασκείται από τον πρώτο ενάγοντα υπό την ιδιότητά του, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας και ως προς τα κύρια αιτήματα καταβολής σ' αυτόν υπό την ως άνω ιδιότητά του του ποσού των 300 ευρώ για δαπάνες αποκατάστασης της λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, 70.000 ευρώ ως ποινικής ρήτρας και ως προς το αίτημα επαναφοράς των μετακινηθέντων από τον εναγόμενο μεταλλικών κιγκλιδωμάτων του δώματος στην, σύμφωνη με την υπ' αρ. 224/1977 οικοδομική άδεια και τα συνημμένα σ' αυτή σχεδιαγράμματα, θέση, αφ' ετέρου δε, έκρινε ότι η αγωγή αυτή, κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα ατομικά, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη των αναφερόμενων σ' αυτή οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω πολυκατοικίας, ήταν ορισμένη ως προς τα λοιπά αιτήματα και νόμιμη, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα να απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εις βάρος του εναγομένου σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, όσον αφορά στην υποχρέωση των εναγομένων να προβούν στην αποξήλωση των αυθαίρετων και παράνομων κατασκευών, προσθηκών και εγκαταστάσεων, το οποίο κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι οι σχετικές διατάξεις εκτελούνται κατά το 945 ΚΠολΔ και δεν μπορούν να ληφθούν μέτρα έμμεσης εκτέλεσης κατά το άρθρο 946 του ίδιου κώδικα (χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση), κριθέντος, όμως, ως νόμιμου του ως άνω αιτήματος να απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εις βάρος του εναγομένου, κατά το άρθρο 947 ΚΠολΔ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγομένων με την διάταξη της παρούσας απόφασης να υποχρεωθούν αυτοί να παραλείψουν οποιαδήποτε ενέργεια καταπάτησης, κατοχής και αποκλειστικής χρήσεως του κοινόχρηστου τμήματος του ηλιακού δώματος και σταθμεύσεως των αυτοκινήτων τους ως και αυτοκινήτων των οικείων τους ή φιλικών τους προσώπων επί του λοιπού, πλην της υπό σιοιχ.

ε-ζ-η-θ-ε θέσεως στάθμευσης, ακαλύπτου χώρου (κήπου) της πολυκατοικίας Ειδικότερα, ως προς το αγωγικό αίτημα περί καταβολής ποσού 70.000 ευρώ ως ποινικής ρήτρας από τον εναγόμενο και ποσού 300 ευρώ για δαπάνη αποκατάστασης βλάβης που είχε προκαλέσει ο τελευταίος στο σύστημα κεντρικής θέρμανσης της πολυκατοικίας, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7, 12, 15, 16, 17 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αγωγή ως προς τα κύρια αιτήματα της καταψήφισης του εναγομένου να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, υπό την ιδιότητά του, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, το ποσό των 300,00 ευρώ για δαπάνη αποκατάστασης της βλάβης, που προκάλεσε ο εναγόμενος, ως συνιδιοκτήτης και διαχειριστής αυτής μέχρι το έτος 2003, στο σύστημα κεντρικής θερμάνσεως και το ποσό των 70.000 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, είναι απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τα απαραίτητα για τη νομιμοποίησή του ως διαχειριστή στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είναι διαχειριστής της πολυκατοικίας, κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού του κατά τις οικείες διατάξεις του κανονισμού και ότι παρασχέθηκαν σ' αυτόν εξουσίες να ενεργεί ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών.

Η συμπλήρωση με την προσθήκη στις προτάσεις και αντίκρουση των ισχυρισμών του εναγομένου ότι ο πρώτος ενάγων εξελέγη διαχειριστής στις 22/9/2008, πριν από την άσκηση της αγωγής για σύντομο χρονικό διάστημα, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, είναι απαράδεκτη και δεν θεράπευσε την αοριστία της αγωγής ως προς τα άνω αιτήματα.

Όσον αφορά την καταψήφιση του εναγομένου στην καταβολή του ως άνω ποσού της ποινικής ρήτρας στο Πάγιο Ταμείο της πολυκατοικίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον τούτο στερείται της ικανότητας να είναι διάδικος, ήτοι να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθόσον στερείται νομικής προσωπικότητας, δεκτής καθισταμένης της σχετικής περί αοριστίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου ενάγοντος, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, ένστασης του εναγομένου, η οποία προβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο αντέφεσής των ήδη εφεσιβλήτων, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά στην δημόσια τάξη (άρθρα 73 και 111 παρ. 1 του ΚΠολΔ)...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, εφόσον ο πρώτος ενάγων για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησής του ως διαχειριστή της ως άνω πολυκατοικίας, νομιμοποιούμενου να αξιώσει την καταβολή σ' αυτόν με την εν λόγω ιδιότητά του της αιτηθείσας ποινικής ρήτρας, πέραν της αναφοράς σ' αυτήν ότι ασκούσε την ένδικη αγωγή "και με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της κείμενης στην ...

πολυκατοικίας", δεν έκανε αναφορά στο δικόγραφό της, όπως ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, ή έστω στις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη, αν έγινε διαχειριστής της ως άνω πολυκατοικίας κατόπιν νόμιμης εκλογής του ή διορισμού.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας, αν οχλήθηκε από το δανειστή και από την επίδοση της (εξώδικης ή δικαστικής) οχλήσεως ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στον δανειστή.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ ορίζεται ότι "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1) σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους, και 2) σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία". Κρίσιμος χρόνος συνδρομής της γνώσεως αυτής είναι ο χρόνος λήψεως της παροχής.

Έκτοτε οφείλονται, επί πλουτισμού, συνιστάμενου σε χρηματική παροχή, νόμιμοι τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ. Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης απαιτείται η γνώση περί ανυπαρξίας του χρέους να είναι θετική και πραγματική, μη αρκούσης της αμφιβολίας ή της υπαίτιας άγνοιας (ΑΠ 424/2010). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει ως χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος στον πρώτο αναιρεσείοντα ατομικά ποσού των 449,76 ευρώ, που αφορά την αναλογία του επί δήθεν γενικών δαπανών κοινοχρήστων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στον πρώτο εναγόμενο, ως διαχειριστή εν τοις πράγμασι της πολυκατοικίας, το χρόνο επίδοσης της από 22-12-2008 αγωγής, και όχι, όπως ζητούσε με αυτήν, τον προγενέστερο της άσκησής της χρόνο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε γνώση της ανυπαρξίας του εν λόγω χρέους (17-4-2003), άλλως τον προγενέστερο, επίσης, της άσκησης αυτής χρόνο, κατά τον οποίο, όπως έγινε, επίσης δεκτό απ' αυτή οχλήθηκε να του αποδώσει το ως άνω αχρεωστήτως καταβληθέν σ' αυτόν ποσό (24-7-2003), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 346 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης μέρος του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1978 μέχρι και το έτος 2003 ήταν "εν τοις πράγμασι" διαχειριστής της πολυκατοικίας, ως συνιδιοκτήτης των προαναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, εισέπραξε από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 1998 έως Δεκέμβριο 2002 το συνολικό ποσό των 4.375,12 € αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία, τα παρακάτω ποσά: 1) 2.507,12 € το έτος 1998, 2) 926,27 € το έτος 1999 και 1/1990, 3) 447,35 € για το χρονικό διάστημα από 2/2000 έως 10/2001, 4) 203,32€ για το χρονικό διάστημα από 11/2001 έως 5/2002 και 5) 291,06€ για το χρονικό διάστημα από 6/2002 έως 12/2002.

Στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, η οποία συνεκλήθη στις 22/3/ 2003 κλήθηκε ο εναγόμενος να επιδείξει και να παραδώσει τα παραστατικά των δαπανών της διαχείρισής του για την ως άνω τελευταία πενταετία των ετών 1998 έως 2002 της διαχείρισής του. Αυτός, όμως, δεν προσκόμισε αποδείξεις για να δικαιολογήσει το συνολικό ποσό των 15.659,50 € που χρέωσε τους συνιδιοκτήτες, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, παρά μόνον για ποσό 11.284,38 €.

Ενώπιον της ως άνω Γενικής Συνέλευσης εμμέσως, πλην σαφώς αναγνώρισε την οφειλή του, αποδίδοντας την ως άνω διαφορά σε "αβλεψία" και υποσχέθηκε την κάλυψη αυτής (διαφοράς), καταθέτοντας αυθημερόν το ποσό των 315 € έναντι του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ως άνω ποσού, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο αντίγραφο των πρακτικών της από 22/3/2003 έκτακτης γενικής συνέλευσης, το οποίο φέρει και την υπογραφή του εναγομένου, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε απ' αυτόν.

Στη συνέχεια με την από 16/7/2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 24/7/2003, ο πρώτος ενάγων ατομικά και ως διαχειριστής, όπως αναφέρεται στην αρχή αυτής, τον κάλεσε, μεταξύ των άλλων, να καταβάλει εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση το ως άνω ποσό των 4.375,12 €, το οποίο αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία, εισέπραξε, υπό την ιδιότητά του ως εν τοις πράγμασι διαχειριστή της πολυκατοικίας κατά το πιο πάνω διάστημα, από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.

Από το ποσό αυτό οι ενάγοντες κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, με βάση την αναλογία των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους επί των γενικών δαπανών κοινοχρήστων (102,80% ο πρώτος και 103,20% η δεύτερη) το συνολικό ποσό των 449,76 € ο πρώτος ενάγων και το συνολικό ποσό των 451,51 €, το οποίο οφείλει να τους καταβάλει ο εναγόμενος, ο οποίος δεν αμφισβητεί ειδικώς τα ως άνω ποσά, περιοριζόμενος μόνο σε γενική άρνηση αυτών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, εφόσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος τελούσε εν γνώσει της ανυπαρξίας του ως άνω χρέους του πριν από την επίδοση της αγωγής ή πότε έλαβε γνώση αυτού (άρθρα 910 και 346 ΑΚ)".

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του περί του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος αυτού ποσού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, ενώ δέχτηκε ότι ο εναγόμενος οφειλέτης, αφ' ενός μεν, κατά την γενική συνέλευση της 22-3-2003, είχε αναγνωρίσει την οφειλή του αποδίδοντας την ως άνω διαφορά σε "αβλεψία" και υποσχέθηκε την κάλυψη αυτής (διαφοράς), καταθέτοντας αυθημερόν το ποσό των 315 € έναντι του αχρεωστήτως εισπραχθέντος απ' όλους τους συνιδιοκτήτες συνολικού ποσού, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επιδικασθέν στον πρώτο ενάγοντα ως άνω ποσό των 449,76 €, αφ' ετέρου δε, μετά την ως άνω αναγνώριση, είχε οχληθεί την 24-7-2003 από τον ενάγοντα, ενεργούντα ατομικά και ως διαχειριστή της ως άνω πολυκατοικίας, με την επίδοση σ' αυτόν κατά την ημερομηνία αυτή της από 16/7/2003 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης - διαμαρτυρίας για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, εν τούτοις στη συνέχεια αντιφάσκοντας προς την προαναφερόμενη παραδοχή του δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η -προγενέστερη της επιδόσεως της αγωγής- γνώση του περί του αχρεωστήτου και, για το λόγο αυτό, όρισε την έναρξη της νόμιμης τοκοφορίας από την επίδοση της αγωγής και όχι από την 22-3-2003, οπότε αναγνώρισε την οφειλή του αποδίδοντας την ως άνω διαφορά σε "αβλεψία" και υποσχέθηκε την κάλυψη αυτής (διαφοράς) και συνεπώς τουλάχιστον από τον παραπάνω χρόνο είχε λάβει γνώση του αχρεωστήτως εισπραχθέντος απ' αυτόν ως άνω ποσού, οφείλοντας από τότε να το αποδώσει στον πρώτο ενάγοντα εντόκως.

Επομένως ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται, μεταξύ των άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 388/1997) ή των ενδίκων μέσων (Ολ.ΑΠ 33/1990, ΑΠ 212/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.

Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με εκείνες που προσβλήθηκαν, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1094/2009).

Στην προκειμένη περίπωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ την ασκηθείσα με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων αντέφεση αν και οι τελευταίοι προέβαλαν αποκλειστικώς και μόνον αυτοτελείς λόγους αντεφέσεως, που δεν αφορούσαν τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή συνεχόμενα με αυτά, που είχαν προσβληθεί με την από 16-7-2013 έφεσή τους, με την οποία είχαν προσάψει στην πρωτόδικη απόφαση ότι είχε απορρίψει σιγή σειρά αγωγικών αιτημάτων τους, τα οποία έπρεπενα γίνουν δεκτά (και πράγματι έγιναν εν μέρει δεκτά από το Εφετείο).

Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των αμέσως παρακάτω αναφερόμενων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16-7-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 4259/2013) έφεση ο πρώτος ενάγων - εκκαλών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, προσέβαλε την εκδοθείσα επί της ένδικης αγωγής, υπ' αριθμ. 2073/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπονούμενος με την έφεση κατά της απόφασης αυτής, για τη σιωπηρή απόρριψη εν μέρει της αγωγής του, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, και ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούν αξιώσεις που άσκησε ο ενάγων με την ιδιότητα του διαχειριστή.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των παραδεκτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενων από 20-3-2017 προτάσεων των εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι οι τελευταίοι με τις προτάσεις αυτές άσκησαν αντέφεση με την οποία επανέφεραν τους πρωτοδίκως παραδεκτώς προβληθέντες ισχυρισμούς τους, κατά τους οποίους α) η αγωγή ως προς τις αξιώσεις που άσκησε ο πρώτος ενάγων με την ιδιότητα του διαχειριστή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της αγωγής ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου ενάγοντος, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, άλλως λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου ενάγοντος για την άσκηση των σχετικών αξιώσεων (1ος λόγος αντέφεσης) και β) οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του πρώτου ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και αυτές για την απόρριψη των οποίων παραπονέθηκε αυτός με την έφεση, έχουν ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και ήταν για το λόγο αυτό απορριπτέες (2ος λόγος αντέφεσης), ενώ ακόμη, προέβαλε ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης ότι το Εφετείο παρέλειψε να κρίνει αναφορικά με τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων - εκκαλούντων, ως συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, για απόδοση σ' αυτούς από τον αρχικώς εναγόμενο, των χρηματικών ποσών που επικαλούντο ότι του κατέβαλαν αχρεωστήτως, με την ιδιότητα του τότε διαχειριστή της ως άνω πολυκατοικίας, κατά την περίοδο 1998-2002, για δαπάνες κοινοχρήστων, αν και ουδόλως αποδείχτηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αρχικώς εναγόμενος Γεώργιος Τσαϊλάς, κατά το χρονικό διάστημα που διατέλεσε διαχειριστής της πολυκατοικίας έλαβε περισσότερα χρήματα από αυτά που αντιστοιχούσαν στις δαπάνες των κοινοχρήστων (3ος λόγος αντέφεσης).

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τους προβληθέντες λόγους αντέφεσης, δέχτηκε, μεταξύ άλλων α) ότι η γενόμενη δεκτή απ' αυτό σχετική "περί αοριστίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου ενάγοντος, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, ένσταση του εναγομένου, η οποία προβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο αντέφεσης των ήδη εφεσιβλήτων" "εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (Εφετείο), καθόσον πρόκειται για διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά στην δημόσια τάξη (άρθρα 73 και 111 παρ. 1 του ΚΠολΔ)", β) ότι η προβληθείσα με το δεύτερο λόγο αντέφεσης, "ένσταση του αρχικού εναγομένου, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης των ήδη εναγομένων, νομίμων κληρονόμων αυτού, λόγω θανάτου του αρχικού εναγομένου, επισυμβάντος στις 7/11/2013, μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης, περί καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών αξιώσεων είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα απ' αυτόν προς θεμελίωση αυτής πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν επαρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της υπό κρίση αγωγής" και γ) ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος (υπό στοιχ.

ΙΙΙ) λόγος της αντέφεσης, αναφορικά με τις αξιώσεις των εναγόντων-εκκαλούντων, ως συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, για απόδοση σ' αυτούς από τον αρχικώς εναγόμενο, των χρηματικών ποσών που του κατέβαλαν αχρεωστήτως, με την ιδιότητα του τότε διαχειριστή της ως άνω πολυκατοικίας, κατά την περίοδο 1998 - 2002, για δαπάνες κοινοχρήστων. Με τα δεδομένα αυτά, και ειδικότερα, εφόσον οι μεν προβληθέντες με τον πρώτο λόγο αντέφεσης ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν στην ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου ενάγοντος ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, όπως δέχτηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η δε προβληθείσα με το δεύτερο λόγο αντέφεσης, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κρίθηκε με την ίδια απόφαση απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενώ τέλος και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αντέφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, o πρώτος αναιρεσείων, χωρίς έννομο συμφέρον βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της αντέφεσης ως παραδεκτής, και συνεπώς ουδεμία βλάβη υπέστη ο ως άνω αναιρεσείων, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπέος ως απαράδεκτος, ως προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα, κατά το μέρος της, με το οποίο, το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγόντων, τη διακράτηση απ' αυτό της αγωγής, την εκδίκασή της κατ' ουσίαν, και την επιδίκαση στον πρώτο ενάγοντα του ποσού των 449,76 ευρώ, όρισε ως χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού των 449,76 ευρώ εκείνον της επιδόσεως της αγωγής, και όχι, όπως έπρεπε, τον προγενέστερο αυτής χρόνο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της έλαβε γνώση του αχρεωστήτου της καταβολής του σ' αυτόν από τον πρώτο ενάγοντα, και συγκεκριμένα την 22-3-2003 ώστε να οριστεί ως χρόνος έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού των 449,76 € που εισέπραξε ο αρχικά εναγόμενος από τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα αχρεωστήτως η 22/3/ 2003, οπότε σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε γνώση του αχρεωστήτου της καταβολής του σ' αυτόν από τον πρώτο ενάγοντα, να συμψηφιστούν δε τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ) λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της, ως προς το οποίο δεν χρειάζεται διευκρινίσεις, προς περαιτέρω εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. γ' ΚΠολΔ, και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως προς το παρεπόμενο αίτημά της περί τόκων κατά την κύρια βάση του από το άρθρο 911 αριθμ. 1 ΑΚ και να υποχρεωθούν οι υπεισελθόντες στη θέση του αρχικώς εναγομένου Γ.

Τ. του Π. 1) Κ. χα Γ. Τ. και 2) Π.ς Τ. του Γ. και Α. σύζ. Π. Τ. να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα Ε. Κ. του Κ. το επιδικασθέν σ' αυτόν με την υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ποσό των 449,76 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 22/3/2003, οπότε έλαβε γνώση του αχρεωστήτου της καταβολής του σ' αυτόν από τον πρώτο ενάγοντα και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία "... A.E".

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την ως άνω διάδικο και την πρόοδο αυτής, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Διατάσσει την επιστροφή στον πρώτο αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων. Κρατεί και δικάζει την από 22-12-2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το παρεπόμενο αίτημά της περί καταβολής τόκων επί του επιδικασθέντος με την υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ποσού των 449,76 ευρώ.

Υποχρεώνει τους υπεισελθόντες στη θέση του αρχικώς εναγομένου Γ. Τ. του Π.: 1) Κ. χα Γ. Τ. και 2) ... και Α. συζ. Π. Τ. το γένος Μ., υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων την γονική μέριμνα και επιμέλεια επί την ανηλίκων τέκνων τους: 1) Κ. - Ν. Π. Τ., 2) Μ. - Λ. Π. Τ. και Γ. - Μ. Π. Τ. να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα Ε. Κ. του Κ. το επιδικασθέν σ' αυτόν με την υπ' αριθμ. 2366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ποσό των 449,76 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 22/3/2003. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ