Legislator Case Law & Legislation
1515/2016 AI generated

1515/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1515/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1515/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από τη περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1515/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κούρτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 10537/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "..." που εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../9-6-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 793/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-6-2016 (αριθμ. Πρωτ. .../9-6-2015)αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 10357/2016 καταδικαστικής αποφάσεως του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 462,463,465 παρ. 1 , 473 παρ. 1,2 και 3, 474 παρ. 2,504 παρ.1 εδ.α’ ,505 παρ. 1 περ’ .α και 507 περ. 1 εδ.α’ ΚΠΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Ωστόσο η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η ερημοδικούσα πολιτικώς ενάγουσα, < ... > , η οποία, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση κατ’ άρθρο 155 παρ. Ι ΚΠΔ στο νόμιμο εκπρόσωπο της ,Β. Μ., της υπ’ αριθ. 793/8-7-2016 κλήσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για να παραστεί με συνήγορο στη συνεδρίαση της 20-9-2016, αυτή εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (βλ. το από 14-7-2016 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του ειρηνοδικείου Κρωπίας, Ι. Ε.).

Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με τα όρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε α’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικό έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί, του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.

Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από τη περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.

Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ.

α του Ν. 2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6- 1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαίωμα εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών.

Τέτοιος δε, κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 44 και 46 του Ν. 5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνιση της (Ολ.

ΑΠ 29/2007). Εξάλλου, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.

Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παράνομου της αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή ως αξιόγραφο έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ.

β του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένα παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης ,συνδεόμενη προς αυτή και κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί (Α.Π. 802/2015).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 ΚΠΔ.

Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται & αυτή, εκτός εάν αξιώνονταιι από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά κατ’ άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικό έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.

ΑΠ 3/2008). Επί καταδίκης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 Ν 5960/1933) θα πρέπει ειδικότερα να προσδιορίζονται: α) ο χρόνος εκδόσεως της επιταγής, β) η ημερομηνία εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή στην Τράπεζα και γ) οι αποδείξεις, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ’ αριθμό 10537/2016 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει, και ειδικότερα από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενώπιον του, και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορούμενου και από όλη τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθά πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος προέβη άγνωστο σε ποιο ακριβώς χρονικό διάβημα σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ με αντικείμενο την εμπορία (χονδρικό εμπόριο υφασμάτων, επιπλώσεων και κουρτινών) με το ΑΦ Μ ...

την οποία και ασκούσε ο ίδιος συνεπικουρούμενος από τον πατέρα του Π. Μ. στην Αθήνα και στο κατάστημα ... στο Παγκράτι. Η επιχείρηση του αυτή είχε επαγγελματική συνεργασία με την εταιρία του μηνυτή -και πολιτικώς ενάγοντος διαχειριστή της εταιρείας "..." στα πλαίσια της οποίας και αγόραζε προς μεταπώληση εμπορεύματά της.

Προς εξόφληση τιμήματος από την εμπορική αυτή δραστηριότητα εξεδόθη και η επίδικη με αριθμό ... επιταγή της ... σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "..." με ημερομηνία έκδοσης 20-10-2008 ποσού 49.251,05 ευρώ, η οποία και παραδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας και πολιτικώς ενάγοντα από τον πατέρα του κατηγορουμένου.

Η επιταγή αυτή η οποία συρόταν σε τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της διότι στην πληρώτρια τράπεζα δεν υπήρχε αντίκρισμα και σφραγίσθηκε στις 23-10-2008. Όπως αποδείχθηκε από όλο το αποδεικτικό υλικό η επιταγή αυτή αν και γράφηκε καθ’ όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο δεν υπογράφηκε εν τέλει από του ίδιο κάτω από το όνομα και τα λοιπά στοιχεία του, αλλά από τον πατέρα του Π.

Σ.. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν ήταν ασύνηθες, με βάση τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και τις εν γένει συναλλαγές της εταιρείας, αφού στην πραγματικότητα η ασκούμενη μέσω του ως άνω ΑΦΜ εμπορική δραστηριότητα ασκούταν τόσο από τον ίδιο όσο και από τον πατέρα του. Ο κατηγορούμενος παρείχε όλα τα αναγκαία προς τούτο "εργαλεία" και στον πατέρα του για την ενάσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, ήτοι πραγματοποίησε έναρξη του επαγγέλματος του στην εφορία με το δικό του ΑΦΜ, μίσθωσε ο ίδιος την έδρα της επιχείρησης στην οδό ..., η οποία και λειτουργούσε σε μίσθιο κατάστημα μέχρι και την 3-10-2008 όταν και υπεγράφη μεταξύ του και των εκμισθωτών ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης και μετέβη και στην Τράπεζα ...

και φρόντισε για την προμήθεια μπλόκ επιταγών από το οποίο εξεδόθη η ένδικη επιταγή. Παρόλο που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πράγματι πρόβλημα υγείας (αιματολογικής φύσεως) και που αρχικώς κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του καταστήματος ήταν φοιτητής και ακολούθως εργάσθηκε ως υπάλληλος και στην εταιρία Chipita, ουδέποτε έπαψε και ο ίδιος να ασχολείται με τις εργασίες του καταστήματος αυτού.

Αυτό αποδεικνύεται πλήρως από το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε ότι πολλές από τις συμφωνίες τις έκλεινε με τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι με τον πατέρα του, ο οποίος εργαζόταν στο μαγαζί αλλά και από ότι η ένδικη επιταγή είναι όλη γραμμένη από το χέρι του κατηγορουμένου κατά τα λοιπά στοιχεία της (ημερομηνία, ποσό, δικαιούχος εις διαταγήν κλπ.).

Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί άγνοιας για την ένδικη επιταγή και περί πλαστογράφησης της υπογραφής του εκ μέρους του κατηγορούμενου πατέρα του πρέπει να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι, παρά την αντίθετη καταδίκη του πατέρα του, απόφαση, η οποία στηρίχθηκε σε αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν μόνοι οι ίδιοι στο Δικαστήριο.

Μπορεί μεν με τον πατέρα του να μην διατηρούν πλέον τις καλύτερες σχέσεις διότι οι γονείς του χώρισαν εν τέλει και εξεδόθη μεταξύ τους και συναινετικό διαζύγιο, ωστόσο με βεβαιότητα ο κατηγορούμενος είχε πλήρη επίγνωση των οικονομικών της εμπορικής δραστηριότητας που ασκούσε ο ίδιος αλλά ενίοτε και ο πατέρας του στο όνομα και για λογαριασμό του και κατ’ εντολή του.

Σημειώνεται ότι παρά το αιματολογικό πρόβλημα του κατηγορουμένου (βαρειά αιμορροφιλία) ο ίδιος εργαζόταν τακτικά στην επιχείρηση αυτή αλλά και στην εταιρεία "Chipita" από τον Μάρτιο του 2008 όπως προκύπτει από έγγραφο που ο ίδιος προσκόμισε και συνεπώς το πρόβλημα της υγείας του ουδέποτε τον παρεμπόδισε προς ενάσκηση οιαδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας.

Όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη του ενσωματωμένου στην ως άνω επιταγή χρέους της επιχείρησής του προς την "..." καθόσον η επιταγή αυτή παραδόθηκε στον διαχειριστή της τελευταίας εταιρείας και πολιτικώς ενάγοντα προς αντικατάσταση 20 συναλλαγματικών ποσού 2.500 ευρώ η καθεμία, οι οποίες είχαν ημερομηνίες λήξης από τον Φεβρουάριο του 2008 έως και τον Οκτώβριο του 2008 και οι οποίες είχαν ως αποδέκτη τον ίδιο και είχαν εκδοθεί εις διαταγήν της "...".

Οι συναλλαγματικές αυτές ουδέποτε πληρώθηκαν και συνετάγησαν με επιμέλεια του πολιτικώς ενάγοντος αντίστοιχα διαμαρτυρικά, ενώ εν τελεί αντικαταστάθηκαν με συμφωνία του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντα από την ένδικη επιταγή προς εξόφληση της όλης οφειλής της επιχείρησης του κατηγορουμένου προς την εταιρεία "...", η οποία είναι γραμμένη κατά τα λοιπή στοιχεία από το χέρι του κατηγορουμένου πλην της υπογραφής την οποία φέρει και την οποία έθεσε ο πατέρας του.

Ομοίως όπως αποδείχθηκε στις ως άνω συναλλαγματικές είχε υπογράφει ως αποδέκτης υπό τη σφραγίδα του κατηγορουμένου και πάλι ο πατέρας του, όπως συνάγεται από την ομοιότητα της υπογραφής αυτών με την υπογραφή της ένδικης υπογραφής, ενώ είχε υπογράψει και ως τριτεγγυητής ο πατέρας του Μ. Π.. με υπογραφή που με μεγάλη πιθανότητα κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανήκει στον κατηγορούμενο.

Με βάση τα προαναφερθέντα δεν καταλείπεται στο δικαστήριο καμία αμφιβολία για το ότι ο υπογράφων της ένδικης επιταγής ήταν ο πατέρας του αλλά και για το ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στον πατέρα του Π. Μ. κατά τη διάρκεια και κατά την εκτέλεση της εκ μέρους του πράξης της έκδοσης της επίδικης ακάλυπτης επιταγής, αφού του παρείχε όλα τα αναγκαία προς τούτο μέσα, ήτοι το μπλοκ επιταγών, τα στοιχεία του ΑΦΜ και της έδρας της επιχείρησης, ώστε, να εκδώσει την ένδικη επιταγή στο όνομά του και σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας χωρίζοντας και οι δύο ότι κατά την έκδοσή της και κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή δεν υπήρχαν στο λογαριασμό του τα αναγκαία κεφάλαια για την πληρωμή της.

Μάλιστα την συνδρομή του παρείχε καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της πράξης της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής, αφού όπως προαναφέρθηκε με τα δικά του γράμματα συμπλήρωσε κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της.

Συνεπώς κατ’ ορθή μεταβολή της κατηγορίας ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην παράβαση του νόμου των επιταγών που τέλεσε ο πατέρας του ως ειδικότερα εκτίθεται στο κατηγορητήριο, ενώ δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε ο πρότερος έντιμος βίος του, αλλά ούτε άλλα περιστατικά άξια να του αναγνωρισθεί οιοδήποτε άλλο ελαφρυντικό. Η δε προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποφύγει την πληρωμή της ένδικης επιταγής με την άσκηση και μήνυσης κατά του πατέρα του και αναγνωριστικής αγωγής, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους αντιδικίας για το ποιος ευθύνεται για την πληρωμή της, η οποία αφορά τις μεταξύ τους οικονομικές συμφωνίες και όχι το παρόν δικαστήριο ή τους τρίτους συναλλασσόμενους μαζί τους, καταδεικνύει εν όψει των συνθηκών κακή συμπεριφορά και ταπεινά αίτια, εξαιτίας των οποίων είναι αδύνατη η αναγνώριση οιουδήποτε ελαφρυντικό στο πρόσωπο του.

Στη συνέχεια, το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι: "Με πρόθεση παρείχε σε τρίτο πρόσωπο άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια της τέλεσης της και κατά την εκτέλεση της κάτωθι πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης εν γνώσει του παρείχε άμεση συνδρομή στον Π.

Μ., πατέρα του, ώστε να εκδώσει στην Αθήνα στις 20-10-2008 με πρόθεση, επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα παρείχε στον πατέρα του το μπλόκ επιταγών που είχε εκδώσει στο όνομά του και συμπλήρωσε όλο το περιεχόμενο της με αριθμό ...

επιταγής, την οποία υπέγραψε ως εκδότης ο πατέρας του, με αποτέλεσμα η επιταγή αυτή να εκδοθεί και να είναι πληρωτέα από τον τράπεζα "..." για το χρηματικό ποσό τα 49.251,05 ευρώ σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας "...", η οποία και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής από οπισθογράφηση και δικαιούχος της απαίτησής της και η οποία δεν είχε κεφάλαια για την πληρωμή της στο λογαριασμό του κατηγορουμένου τόσο κατά το χρόνο έκδοσής της όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της προς πληρωμή εν γνώσει τόσο του κατηγορουμένου όσο και του πατέρα του.

Και αφού η νόμιμη κομίστρια την εμφάνισε προς πληρωμή στις 20-10-2008 αυτή δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω έλλειψης αντικρύσματος και σφραγίσθηκε." Με αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 46 παρίβ.

του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση .

Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του στη διάπραξή του, συνιστάμενη στο ότι αυτός παρέσχε άμεση συνδρομή, κατά τη διάρκεια και την τέλεση της έκδοσης της επίμαχης ακάλυπτης επιταγής, εν γνώσει, στον πατέρα του, Π.

Μ., ώστε να εκδώσει τυπικά έγκυρη τραπεζική επιταγή στις 20-10-2008, ότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα ( 20-10-2008 ) και δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντικρύσματος, και ότι αυτός ενήργησε με δόλο. Μάλιστα ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου, δεν χρειαζόταν ειδική αιτιολόγηση ,για την πληρότητα της καταδικαστικής αποφάσεως, αφού για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται & αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, αφού αρκεί ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται (Α.Π. 1167/2014) και κατά τα προαναφερθέντα, το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση και μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και λήπτη της επιταγής, μπορεί να είναι ακόμη και παράνομη.

Αναφορικά με την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι, στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει ασάφεια σχετικά με τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης για την οποία αυτός καταδικάστηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος καθορίζεται με σαφήνεια, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης "με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στον πατέρα του Π.

Μ. κατά τη διάρκεια και κατά την εκτέλεση της εκ μέρους του πράξης της έκδοσης της επίδικης επιταγής, αφού του παρείχε όλα τα αναγκαία προς τούτο μέσα ,ήτοι μπλοκ επιταγών, τα στοιχεία του ΑΦΜ και της έδρας της επιχείρησης, ώστε να εκδώσει την ένδικη επιταγή στο όνομά του και σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, γνωρίζοντας και οι δύο ότι κατά την έκδοση της και κατά την εμφάνιση της προς πληρωμή, δεν υπήρχαν στο λογαριασμό του τα αναγκαία κεφάλαια για την πληρωμή της.

Μάλιστα τη συνδρομή του παρείχε καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της πράξης της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής, αφού όπως προαναφέρθηκε με δικά του γράμματα συμπλήρωσε κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1, στοιχ. Δ και Ε περί ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 όπως ισχύει και του άρθρου 46 παρ.

Ιβ’ του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το μέρος δε που με αυτούς και με την επίκληση τους πλήττεται κατ’ επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αυτοί είναι και πάλι απορριπτέοι. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι αναπτύσσονται προφορικώς και υποβάλλονται γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ. και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρας της πράξεως, τον αποκλεισμό της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου.

Πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα αναγκαία για τη θεμελίωση τους πραγματικά περιστατικά, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκοτέρα μεταχείριση του κατηγορουμένου, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ Α.Π. 2/2005).

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ο οποίος πρέπει να προτείνεται με όλα τα συγκεκριμένα περιστατικά αναγκαία προς θεμελίωσή του και θετικά όλων των ανωτέρω εκφάνσεων της ζωής του, καθόσον δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ώστε να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, στην περίπτωση που αποδειχθούν, επίσης και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 84 παρ 2 β’ ΠΚ, το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ...

ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, η ταπεινότητα δε των αιτίων κρίνεται όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, όπως και εκ του άρθρου 84 παρ.2 γ, ήτοι το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπροφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε σ’ αυτήν, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του δευτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε το αίτημα να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των περιπτώσεων α’ , β’ , και γ’ της παρ. 2 του άρθρου 82 ΠΚ.

Ειδικότερα προέβαλε εγγράφως ως αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι καταχωρήθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, στα πρακτικά και αναπτύχθηκαν προφορικά τα εξής: "αιτούμαι όπως τύχω των ελαφρυντικών του άρθρου 84α, β και γ του Π.Κ., δεδομένου ότι έζησα και συνεχίζω να ζω μια έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, χαίρω το σεβασμό του επαγγελματικού και κοινωνικού μου περιβάλλοντος, δεν απασχόλησα ποτέ τη Δικαιοσύνη, παρά δε τα σοβαρά και εκ γενετής προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζω (πάσχω από βαριάς μορφής αιμορροφιλία που μου προσδίδει εφόρου ζωής αναπηρία ποσοστού άνω του 67%), προσπαθώ να εργάζομαι και να μη γίνομαι βάρος σε κανένα, στηρίζω τη μητέρα μου και το μικρότερο αδελφό μου, μετά την εγκατάλειψή μας από τον πατέρα μου, το δε μπλοκ των επιταγών βρισκόταν στα χέρια του πατέρα μου, χρησιμοποιείτο με αποκλειστική του πρωτοβουλία, επιμέλεια και ευθύνη, ο ίδιος δεν μπορούσα να αντισταθώ λόγω της εξάρτησής μου από αυτόν, που απέρρεε από το νεαρό της ηλικίας μου και της απειρίας μου, σε συνδυασμό με τα πολύ σοβαρά προβλήματα της υγείας μου." Όπως διατυπώθηκαν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί ήταν αόριστοι και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει την απόρριψη αυτών.

Ωστόσο όμως, ως εκ περισσού, το Δικαστήριο απέρριψε τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς με πλήρη αιτιολογία ,η οποία, κατά πιστή μεταφορά από την προσβαλλομένη, είναι η εξής: "δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε ο πρότερος έντιμος βίος του, αλλά ούτε άλλα περιστατικά άξια να του αναγνωρισθεί οποιαδήποτε άλλο ελαφρυντικό .

Η δε προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποφύγει την πληρωμή της ένδικης επιταγής με την άσκηση μήνυσης κατά του πατέρα του και αναγνωριστικής αγωγής, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους αντιδικίας για το ποιος ευθύνεται για την πληρωμή της, η οποία αφορά τις μεταξύ τους οικονομικές συμφωνίες και όχι το παρόν δικαστήριο ή τους τρίτους συναλλασσόμενους μαζί τους, καταδεικνύει εν όψει των συνθηκών κακή συμπεριφορά και ταπεινά αίτια, εξαιτίας των οποίων είναι αδύνατη η αναγνώριση οιουδήποτε ελαφρυντικού στο πρόσωπο του".

Επομένως, η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι ως άνω οι αυτοτελείς ισχυρισμοί απορρίφθηκαν χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αβάσιμος και απορριπτέα.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ.πρωτ..../9-6-2016 αίτηση αναίρεσης του Σ. Μ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά της 10537/2016 αποφάσεως του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ