1515/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1515/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν, συνεπώς, το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μετ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντος, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί αοριστίας της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.
Full text
Απόφαση 1515 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1515/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Σούζα και Αργύριο Πετρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2791/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5016/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις 837 και 838/2-5-2011 εκθέσεις επίδοσηςτου αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, και αντίγραφο της από 18-4-2011 βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Ποντίκη περί αναβολής, με επισημείωση στο πινάκιο, της υπόθεσης από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6-4-2011 για την πιο πάνω δικάσιμο της 4-4-2012, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήταν παρών και αυτός.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς.
Ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε, τον προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό. Εξάλλου, για να προχωρήσει το δικαστήριο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δε υπήρχε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, ν' απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν, συνεπώς, το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μετ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντος, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί αοριστίας της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα ενώπιόν του με τις προτάσεις του ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη περιγραφής του αναφερομένου μείζονος ακινήτου "Μοναστηριακού Κτήματος", τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης μετά την παραδοχή σχετικού λόγου του εκκαλούντος-αναιρεσιβλήτου, στην έρευνα της ουσίας της αγωγής του τελευταίου και να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχθηκε και ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής.
3.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 της "σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή", η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1811/1988, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 231 Α/13-10-1988, και έχει ισχύ νόμου οι αναφερόμενες στον προσαρτημένο, κατά το άρθρο 1 του παρόντος, πίνακα Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο την αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους και συμφωνίες.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 εδ.β' της ίδιας σύμβασης, ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργείται και τη ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις Μονές, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, θα διοικεί και θα διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως προς την περιουσία αυτή, υπεισερχόμενη στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργούμενου Ο.Δ.Ε.Π.
Όπως δε φαίνεται στον συνημμένο στην ως άνω σύμβαση πίνακα, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο παραπάνω ΦΕΚ, στις Ιερές Μονές, που εξουσιοδοτούν την Ιερά Σύνοδο για την παραχώρηση της αναφερόμενης περιουσίας τους, περιλαμβάνεται και η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (είναι δεύτερη κατά σειρά). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της κρινόμενης από 28-2-2006 διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", προκύπτει ότι με εκείνη το ενάγον ισχυρίσθηκε τα εξής: Ότι η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη είναι κυρία του "γνωστού καθ' έκταση και όρια" Μοναστηριακού Κτήματος Βάρης-Βουλιαγμένης, έκτασης περίπου 6.000 στρεμμάτων, που είχε υπαχθεί, με το από 25-1-1933 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 39/14-2-1933, στην εκποιητέα περιουσία της Μονής, τη διαχείριση και διοίκηση της οποίας διενεργούσε ο ΟΔΕΠ από την ίδρυσή του (1930) και μέχρι την κατάργησή του με το Ν. 1811/1988 και ότι από το 1988 η διοίκηση και διαχείριση εν λόγω ακινήτου περιήλθε, σε εκτέλεση της σχετικής με το Δημόσιο σύμβασης, (που κυρώθηκε με τον εν λόγω Ν. 1811/1987), στο ενάγον νομικό πρόσωπο (Εκκλησία της Ελλάδος).
Ότι (η ανωτέρω Μονή) απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το 1830 και μέχρι το 1930, ενεργώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες (στην αγωγή) πράξεις νομής, δηλωτικές εξουσίασής του. Ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το κτήμα βρισκόταν υπό τη διοίκηση και διαχείριση του ΟΔΕΠ και με την επίσπευσή του εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο Βουλιαγμένης με τη .../1951 Σύμβαση του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κατσαφαρόπουλου και το σχετικό διάταγμα δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 121/24-4-51 ΦΕΚ τ.
Α.. Ότι μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και οικοδομικών τετραγώνων του ως άνω κτήματος είναι και το με αριθμό 3 επίδικο οικόπεδο, εκτάσεως 1367 τ.μ., που βρίσκεται εντός του 13 οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου Βουλιαγμένης, το οποίο εμφαίνεται στο με αριθμό Α.Σ. 320 τοπογραφικό διάγραμμα του ΟΔΕΠ και συνορεύει βόρεια με εγκεκριμένη και μη διανοιγμένη οδό Λυκούργου, επί προσώπου (β-η) = 16,09 μ., νότια με εγκεκριμένη οδό Αχιλλέως, επί προσώπου (δ-α) = 30 μ, ανατολικά με το με αριθμό 4 οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, επί πλευράς (η-θ) = 54,60 μ.
και δυτικά εν μέρει με το με αριθμό 1 οικόπεδο της Εκκλησίας της Ελλάδος επί πλευράς (β-γ) = 30,94 μ. και εν μέρει με το με αριθμό 2 οικόπεδο της Εκκλησίας της Ελλάδος επί πλευράς (γ-δ) = 27,29 μ., το οποίο έχει καταπατηθεί από τον Χ. Π. και ότι ο εναγόμενος κατέλαβε, από το έτος 1988, παράνομα το επίδικο ακίνητο, όπου εγκατέστησε πρόχειρο παράπηγμα διαστάσεων 40 τ.μ, και το κατείχε μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Γι' αυτό το ενάγον νομικό πρόσωπο ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη στην περιγραφόμενη έκταση των 1367 τ.μ. και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοσή της. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, καθόσον καθορίζεται σ' αυτήν το είδος του επίδικου ακινήτου (οικόπεδο, ενταγμένο στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου Βουλιαγμένης), του οποίου γίνεται λεπτομερής, κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφή, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ αναφέρονται και τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν την άσκηση της ένδικης αγωγής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και ειδικότερα γίνεται αναφορά ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του ως άνω μείζονος Μοναστηριακού Κτήματος Βάρης-Βουλιαγμένης, έκτασης περίπου 6.000 στρεμμάτων, είχε υπαχθεί στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη με βάση το προαναφερθέν από 25-1-1933 Προεδρικό Διάταγμα και εν συνεχεία εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο Βουλιαγμένης, από δε το 1988 η διοίκηση και διαχείρισή του περιήλθε, σε εκτέλεση της σχετικής με το Δημόσιο σύμβασης, (που κυρώθηκε με τον εν λόγω Ν. 1811/1987), στο ενάγον-αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (Εκκλησία της Ελλάδος).
Δεν απαιτείτο δε για το ορισμένο της αγωγής και περιγραφή, καθ' όρια και πλευρικές διαστάσεις, του ανωτέρω μείζονος Μοναστηριακού Κτήματος, του οποίου (κατά την αγωγή) το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα και συνορεύει με αυτό κατά τη δυτική πλευρά του, διότι κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι η ταυτότητα του τελευταίου ακινήτου (επιδίκου), για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν γεννάται αμφιβολία.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε κατά τον αναιρεσείοντα, μετ' αποδοχή της περί αοριστίας (λόγω μη περιγραφής και του ως άνω μείζονος ακινήτου) ένστασης του τελευταίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-12-2009 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 5016/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ