Legislator Case Law & Legislation
1515/2009 AI generated

Supreme Court reverses lower court for insufficient reasoning on abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 1515/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision rejecting an appeal against a property dispute. The lower court had dismissed the plaintiff's claim based on the defendant's argument of abusive exercise of rights, but failed to provide sufficient reasoning regarding specific circumstances justifying this conclusion. The court held that mere inactivity without prior conduct creating a legitimate expectation of non-exercise does not constitute abuse of right under Article 281 of the Civil Code, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is considered abusive and prohibited if it exceeds the limits of good faith and social ethics, requiring specific circumstances linking prior conduct to the current exercise that justify the prejudice to the other party, as mere inactivity alone is insufficient.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle Civil Code Article 281 insufficient reasoning remand for retrial property dispute legal expectation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 8/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1515/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, κατοίκου Γενεύης Ελβετίας, προσωρινώς διαμένουσας στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Χαραλάμπους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2853/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2165/2003 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1066/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3802/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-12-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή της, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της διαμορφωμένης και παγιωμένης κατάστασης, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικες τυγχάνουν συνιδιοκτήτριες διαμερισμάτων της επί της οδού...και ... κειμένης πολυκατοικίας. Η ως άνω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της ...πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού αυτής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Τσαρούχη, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... . Ειδικότερα με την ως άνω πράξη ορίζεται ότι επί του δώματος της πολυκατοικίας υπάρχει ένα πλυντήριο και μία εκ δύο μερών αποτελούμενη αποθήκη. Τούτων την αποκλειστική χρήση παρακράτησε η εκ των συμβαλλομένων, κατά την κατάρτιση της ως άνω πράξεως, Σ1.

Το δώμα εμφαίνεται εν κατόψει στο συνημμένο, στην πράξη συστάσεως, σχεδιάγραμμα κατόψεως ταράτσας βοηθητικών χώρων από 30-7-1959 του πολιτικού μηχανικού Μ1. Εκ του ακαλύπτου μέρους του δώματος η Σ1 καθορίστηκε να έχει την αποκλειστική χρήση του τμήματος του κειμένου, ως προς τον προσβλέποντα την πολυκατοικίαν εκ της οδού ..., δεξιά της διαχωριστικής επί του ως άνω σχεδιαγράμματος γραμμής ΑΒ και η δευτέρα, ήτοι η ..., να έχει την αποκλειστική χρήση του ετέρου τμήματος, κειμένου δε, ως προς τον προσβλέποντα την πολυκατοικία εκ της οδού ..., αριστερά της ως άνω διαχωριστικής ευθείας ΑΒ.

Στη συνέχεια με το ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Τσέλιου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η Σ1 πώλησε κατά την ψιλή μόνο κυριότητα (την επικαρπία παρακράτησε για τον εαυτό της) το υπό στοιχεία Α2 διαμέρισμα της πιο πάνω οικοδομής στον Ο1, ο οποίος με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρβούνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε το ίδιο διαμέρισμα, λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα του Ο2.

Στις 21-9-1993 πέθανε η Σ1 και έτσι η επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα στο πρόσωπο της Ο2. Στη συνέχεια με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα ίδια πιο πάνω βιβλία, η Ο2 πώλησε το πιο πάνω υπό στοιχεία Α2 διαμέρισμα στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Χ1.

Με το τελευταίο ως άνω συμβόλαιο μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα το Α2 διαμέρισμα του Α' ορόφου και μία ισόγεια αποθήκη εμβαδού έξι (6) τ.μ., ήτοι όσο δικαίωμα είχαν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της Ο1 και Ο2, στους οποίους είχε η απώτατη δικαιοπάροχος, Σ1 μεταβιβάσει μόνο το Α2 διαμέρισμα, χωρίς να γίνεται αναφορά στα παραπάνω συμβόλαια ότι παραχωρείται σ' αυτούς και δικαίωμα χρήσεως τμήματος της αποθήκης και του πλυντηρίου, που υπήρχε στο δώμα και είχε αυτή (Σ1) δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης.

Εξάλλου, η τελευταία με το ... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Σπυριδούλας Καραγιάννη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, πώλησε στην Φ1, που ήταν οικιακή βοηθός της, το υπό στοιχεία Β2 διαμέρισμα και όπως ρητά αναφέρεται εκτός του Β2 διαμερίσματος μεταβιβάζει και την αποκλειστική χρήση στο ένα μέρος της αποθήκης του δώματος και μάλιστα σ' αυτό που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της όλης αποθήκης, που έχει επιφάνεια 10,85 τ.μ., η οποία βρίσκεται επί του δώματος της ως άνω πολυκατοικίας και εμφαίνεται κατά την κάτοψη στο από 30-7-1959 σχεδιάγραμμα "κάτοψης ταράτσας βοηθητικών χώρων" του πολιτικού μηχανικού Μ1, που είναι συνημμένο στην ...

πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας. Στη συνέχεια η Φ1 με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής - Άννας Μαργαρίτη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, πώλησε το υπό στοιχείο Β2 διαμέρισμα στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, μαζί με το δικαίωμα που είχε αποκτήσει αποκλειστικής χρήσης του πιο πάνω μόνο τμήματος της μεγάλης αποθήκης (10,85 τμ) του δώματος που της είχε μεταβιβασθεί από την Σ1.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην πράξη συστάσεως γίνεται λόγος για πλυντήριο και μία εκ δύο μερών αποτελούμενη αποθήκη, ενώ στα παραπάνω συμβόλαια με τα οποία γίνεται μεταβίβαση του Β2 διαμερίσματος γίνεται λόγος για το μεγάλο μέρος της αποθήκης, χωρίς να γίνεται αναφορά για την τύχη της μικρής αποθήκης ως και του χώρου του πλυντηρίου.

Η δήλωση της ανωτέρω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Σ1, ότι αποτελείται η αποθήκη εκ δύο μερών, οφείλεται στο γεγονός ότι αν και ο χώρος αυτός υπήρξε ενιαίος, χωριζόταν με ένα μικρό τοιχείο ύψους 0,30 εκατ. που τη διαχώριζε σ' ένα μεγάλο μέρος επιφανείας 10,85 τ.μ. και σ' ένα μικρό επιφανείας 2,70 τ.μ. Με τη μεταβίβαση του υπό στοιχείο Α2 διαμερίσματος στους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας αρχικώς (Ο1 και Ο2) και στη συνέχεια στην ίδια μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως και σ' αυτούς το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στο επίδικο πλυντήριο του δώματος και στο επίδικο μικρό μέρος της αποθήκης του δώματος, αφού αυτό το δικαίωμα δεν μεταβιβάστηκε ρητά στην εναγόμενη και στους δικαιοπαρόχους της.

Όμως η ανωτέρω Σ1 καίτοι είχε σύμφωνα με την πιο πάνω πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της αποθήκης (ολόκληρης) και του πλυντηρίου του δώματος υπέρ όλων των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών της, το άσκησε, από την κατάρτιση της πράξης αυτής (4-7-1975) μόνον υπέρ του υπό στοιχείο Β2 διαμερίσματός της, στο οποίο και διέμενε, μέχρι και το έτος 1987, όταν το πώλησε στην Φ1 .

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε ότι μόνον αυτή χρησιμοποιούσε την αποθήκη και το πλυντήριο για την εξυπηρέτηση μόνο του Β2 διαμερίσματός της και όχι οι ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές των άλλων οριζοντίων ιδιοκτησιών της (Α2 διαμερίσματος και των καταστημάτων του ισογείου), οι δε Ο1 και η Ο2 δεν αξίωσαν ποτέ να κάνουν χρήση του πλυντηρίου και της μικρής αποθήκης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το Β2 διαμέρισμα είχε συνενωθεί με το μικρό μέρος της αποθήκης με εσωτερική ξύλινη σκάλα και επικοινωνούσε μέσω μιας καταπακτής με την αποθήκη και το πλυντήριο. Τα κλειδιά δε της αποθήκης και του πλυντηρίου τα είχαν πάντοτε όσοι κατοικούσαν στο Β2 διαμέρισμα δηλ. η Σ1, η Φ1 και τώρα η αναιρεσίβλητη, που επικοινωνούσαν με τους παραπάνω χώρους με την εσωτερική σκάλα που υπήρχε από κατασκευής του Β2 διαμερίσματος και δεν οφείλεται σε πρόσφατες ενέργειες της εναγομένης όπως τούτο προκύπτει από την συνοδεύουσα την ...

άδεια της Νομαρχίας Αθηνών, που αφορά την επισκευή στέγης δώματος και την μόνωση της ταράτσας, τεχνική έκθεση του ..., πολιτικού μηχανικού. Το πλυντήριο και η αποθήκη του δώματος είχαν ανέκαθεν συνδεδεμένες τις παροχές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού αποκλειστικώς και μόνο από τους αντίστοιχους μετρητές (ρολόγια) του Β2 διαμερίσματος και με σωληνώσεις και καλωδιώσεις που διέρχονταν από το διαμέρισμα αυτό και αποτελούν συνέχεια και προέκταση του ίδιου διαμερίσματος.

Το έτος 1987, η Σ1, έχοντας επίγνωση ότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του πλυντηρίου και της αποθήκης το επιφύλαξε για το Β2 διαμέρισμα, μεταβίβασε προς την Φ1 το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης στο μεγάλο μέρος της αποθήκης, ενώ κατά το έτος 1976, έχοντας επίγνωση του ως άνω δικαιώματός της, επέτρεψε παρακλητικώς στην συγγενή της Γ1, που είχε εγκατασταθεί στο Β1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής, να κάνει χρήση του μικρού μέρους της αποθήκης του δώματος, με την εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων της.

Η ως άνω Γ1 έκανε χρήση του μικρού μέρους της αποθήκης μέχρι το θάνατο της (20-8-1982) και στη συνέχεια έκαναν χρήση οι κληρονόμοι της ... και ..., οι οποίοι με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καλοειδή, πώλησαν το Β1 διαμέρισμα στην Ρ1. Ενώ με το πιο πάνω συμβόλαιο δεν γίνεται αναφορά για μεταβίβαση δικαιώματος χρήσεως μέρους του δώματος επιχειρήθηκε με το διορθωτικό, με αριθμό ...

συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η μεταβίβαση στη Ρ1 του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης του μικρού μέρους της αποθήκης, χωρίς να έχουν οι ανωτέρω αποκτήσει δια χρησικτησίας τέτοιο δικαίωμα. Όμως στη συνέχεια όταν η Ρ1 διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να της μεταβιβασθεί τέτοιο δικαίωμα με την από 21-10-1998 επιστολή της, προς την εφεσίβλητη, δήλωσε ότι δεν διατηρεί κανένα δικαίωμα χρήσης του μικρού μέρους της αποθήκης.

Έτσι δεν έχει αποκτηθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της αποθήκης και του πλυντηρίου επί του δώματος με χρησικτησία υπέρ του Β2 διαμερίσματος, ούτε έχει αποσβεσθεί με αχρησία το δικαίωμα συγχρήσεως του μικρού μέρους της αποθήκης και του πλυντηρίου το οποίο, έχει αποκτήσει, όπως προαναφέρθηκε και η αναιρεσείουσα.

Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να κάνει χρήση του μικρού μέρους της αποθήκης και του πλυντηρίου του δώματος, ώστε αυτό να παύσει να αποτελεί απόληξη της εσωτερικής κλίμακας που συνδέει εσωτερικώς την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης με το κοινόχρηστο τμήμα της αποθήκης, να καθαιρέσει τον τοίχο με την κατασκευή του οποίου καταργήθηκε η θύρα του κοινόχρηστου τμήματος της αποθήκης και να κατασκευάσει εκ νέου τον τοίχο που διαχωρίζει το κοινόχρηστο τμήμα της αποθήκης από το τμήμα που φέρεται ότι ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στην αναιρεσίβλητη, τη διακοπή της παροχής ρεύματος και νερού από το Β2 διαμέρισμα και τη δημιουργία νέων σωληνώσεων, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και παρίσταται ως καταχρηστική.

Πρέπει να σημειωθεί, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η όλη διαφορά δημιουργήθηκε από άλλους λόγους και δη από την χρησιμοποίηση του Α2 διαμερίσματος ως πολιτικού γραφείου και τους θορύβους που προκαλούντο, για τους οποίους και διαμαρτυρήθηκε η εναγομένη και άσκησε σχετική αγωγή κατά της ενάγουσας. Η ως άνω υπέρβαση υπάρχει γιατί από την κατάρτιση της πράξεως σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας μέχρι το Μάϊο του 1998, που για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε η ενάγουσα για την αποκλειστική χρήση του πλυντηρίου και της αποθήκης του δώματος από την εφεσίβλητη, ασκείτο αποκλειστικώς υπέρ του Β2 διαμερίσματος, χωρίς οι ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές των άλλων οριζοντίων ιδιοκτησιών που ανήκαν αρχικά στην Σ1 και ειδικότερα του Α2 διαμερίσματος να αξιώσουν και αυτοί άσκηση του ίδιου δικαιώματος.

Έτσι, δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στους ιδιοκτήτες του Β2 διαμερίσματος ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό από τους ιδιοκτήτες του Α2 διαμερίσματος και δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή της υφιστάμενης καταστάσεως, που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρόνο, με επακόλουθο να έχει δυσμενείς συνέπειες για την ως άνω εναγόμενη.

Επίσης η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων υπάρχει, εάν ληφθεί υπόψη ότι η Σ1 θα μπορούσε κατά την κατάρτιση της ...πράξης να επιφυλάξει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του πλυντηρίου και της μικρής αποθήκης μόνο υπέρ του Β2 διαμερίσματος ή να μεταβιβάσει ολόκληρο το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης που είχε προς την Φ1, που δεν ήθελε, λόγω της ως άνω παραχωρήσεως του δικαιώματος στη συγγενή της Γ1.

Αλλά και το γεγονός ότι η ενάγουσα χρησιμοποιεί το Α2 διαμέρισμα ως πολιτικό γραφείο, διαμένουσα μονίμως στη Γενεύη της Ελβετίας ή σε άλλη κατοικία της στη ... και δεν έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί το πλυντήριο και το ως άνω μικρό μέρος, συνηγορούν στην ως άνω κρίση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Καταλήγει δε το Εφετείο ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα κατ' αποδοχή της παραδεκτώς προβληθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο νόμιμης και βάσιμης ένστασης της αναιρεσίβλητης για καταχρηστική άσκηση με αυτή του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, που παραδεκτά επαναφέρεται, νομίμως δια των προτάσεων της συζητήσεως στο δικαστήριο της παραπομπής, αφού πλέον οι διάδικοι, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και δεν δημιουργείται δικονομικό δεδικασμένο για την μη προβολή της ενστάσεως αυτής που τείνει σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, που εφάρμοσε, διότι τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα αυτή πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, βάσει της διατάξεως αυτής, στοιχεία για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, περιέχουσα έτσι και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται καμία ειδική περίσταση συμπεριφοράς της ίδιας της δικαιούχου ενάγουσας, σε συνάρτηση με εκείνη της υπόχρεης εναγόμενης, που να δημιούργησε στην τελευταία και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει η ενάγουσα το δικαίωμά της, οι δε παραδοχές ότι η ενάγουσα δεν χρησιμοποιεί το διαμέρισμά της και δεν το κατοικεί, συνιστούν αδράνεια, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, μόνη αυτή δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, αν δεν συνοδεύονται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται ότι συνεπεία των γενομένων δεκτών ως άνω περιστατικών επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας επί του επίδικου ακινήτου κατά τις κρατούσες αντιλήψεις περί ηθικής και δικαίου του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, προς αποτροπή επαχθών συνεπειών για την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3802/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ