Legislator Case Law & Legislation
1515/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equality grounds, ruling no unconstitutional discrimination exists against retired employees regarding bonus increases.

Case Number 1515/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a lower court decision awarding a bonus increase to their colleagues. The plaintiffs argued that excluding them from the increase violated constitutional equality principles since they had similar employment histories. The court rejected this claim, finding that the employees had already retired before the bonus was granted, placing them in a distinct legal category from those still employed at the time of the increase.

Legislator headnote

AI generated

Article 4, paragraph 1 of the Constitution; Article 7, paragraph 1 of Law 1876/1990: A distinction based on employment status at the time of a benefit grant does not violate equality if the groups are not comparable due to differing legal situations regarding the right to the benefit.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle unconstitutional discrimination employment status distinction retired employees rights collective bargaining agreement bonus increase eligibility legal category comparison

Cited Legislation

AI generated
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 7, paragraph 1 of Law 1876/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1515/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1933/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1895/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης διάβασε την από 2-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιας πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Η αρχή της ισότητας καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ, αφού και οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990.

Εξάλλου, με την από .... Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.), αποφασίσθηκε η αύξηση του επιδόματος βαθμού-θέσης ευθύνης από 1-12-2004. Στις τελικές διατάξεις της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίσθηκε ότι αυτή ισχύει από 1-1-2004, εκτός από τις περιπτώσεις που από τις επιμέρους διατάξεις ρητώς οριζόταν διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος, όπως συνέβη και με τη διάταξη για την αύξηση του παραπάνω επιδόματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με την από ... απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας εγκρίθηκε η παροχή κινήτρων εθελούσιας αποχωρήσεως σε όσους από το προσωπικό είχαν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι 31-12-2004. Με την ίδια απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης ορίστηκε ότι "η σύμβαση εργασίας όλων των υπαλλήλων, οι οποίοι θα υπαχθούν στις ρυθμίσεις της παρούσας θα λυθεί το αργότερο μέχρι την 31-12-2004.

Ειδικότερα, η σύμβαση εργασίας όσων έχουν μέχρι την 1-11-2004 δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης θα λυθεί την 1-11-2004, ενώ των υπολοίπων θα λύεται την ημερομηνία που θα θεμελιώνει καθένας δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και όχι αργότερα από την 31-12-2004". Οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν δήλωση, με την οποία γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να υπαχθούν στη ρύθμιση της εθελούσιας εξόδου, κατήγγειλαν μονομερώς τη σύμβαση εργασίας τους με την τράπεζα, ώστε εφόσον γίνει αποδεκτή η παραίτηση τους, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσεως εργασίας τους μέχρι την 1-12-2004, όσον αφορά την πρώτη και μέχρι την 1-11-2004, όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσειόντων.

Οι παραιτήσεις των αναιρεσειόντων έγιναν αποδεκτές και έτσι λύθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας καθενός από αυτούς με την αναιρεσίβλητη στις 30-11-2004, οπότε οι ανωτέρω αποχώρησαν εθελουσίως από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, με το βαθμό του Υποδιευθυντή Α'. Σε εκτέλεση της ως άνω, από ... ΕΣΣΕ, η αναιρεσίβλητη χορήγησε την προαναφερόμενη αύξηση στους υπαλλήλους αυτής, που παρέμειναν στην υπηρεσία τους και μετά την 1-12-2004 (χρόνο χορήγησης της αύξησης) καθώς και σε εκείνους από τους υπαλλήλους της, οι οποίοι, όπως και οι αναιρεσείοντες, είχαν υποβάλει δήλωση περί υπαγωγής τους στις διατάξεις της ρύθμισης για την εθελούσια αποχώρησή τους, πλην όμως δεν είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία, διότι δεν είχε λυθεί η σύμβαση εργασίας τους, αφού συμπλήρωναν μετά την 1-12-2004 τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, ενόψει της σχετικής πρόβλεψης της από 2-9-2004 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, ότι η σύμβαση εργασίας όσων έχουν μέχρι την 1-11-204 δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης θα λυθεί την 1-11-2004, "ενώ των υπολοίπων θα λύεται την ημερομηνία που θα θεμελιώνει καθένας δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και όχι αργότερα από την 31-12-2004".

Αντίθετα, η ως άνω αύξηση δεν χορηγήθηκε στους αναιρεσείοντες. Όμως με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η μη χορήγηση της ένδικης αύξησης του επιδόματος βαθμού και στους αναιρεσείοντες δεν συνιστά αδικαιολόγητη εξαίρεση, αφού αυτοί δεν αποκλείστηκαν από την ένδικη αύξηση κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση έναντι των λοιπών, υπαγομένων στις ρυθμίσεις της εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι έλαβαν την αύξηση αυτή, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν υπάγονταν στην ίδια κατηγορία με τους αναιρεσείοντες, ούτε και τελούσαν , κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-12-2004), υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτούς, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων κατά τον ανωτέρω χρόνο είχαν λυθεί, ενώ αντίθετα, οι συμβάσεις εργασίας των πιο πάνω αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν και αυτοί υπαχθεί στις ρυθμίσεις για την εθελούσια έξοδο, δεν είχαν λυθεί ακόμη, και τούτο όχι διότι η αναιρεσίβλητη καθυστέρησε απλώς να κάνει δεκτές τις δηλώσεις παραιτήσεώς τους, αλλά γιατί συμπλήρωναν, όπως αναφέρθηκε, μετά την 1-12-2004 τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, με αποτέλεσμα αυτοί, σε αντίθεση με τους αναιρεσείοντες, να εξακολουθούν κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο (1-12-2004) να συνδέονται με την αναιρεσίβλητη με ενεργό σύμβαση εργασίας.

Υπήρχε συνεπώς μεταξύ των αναιρεσειόντων και των ανωτέρω συναδέλφων τους διαφορά ως προς το χρόνο θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος τους, ο οποίος αποτελούσε προϋπόθεση για η λύση της συμβάσεως εργασίας εκάστου αποχωρούντος, σύμφωνα με την από 2-9-2004 (προγενέστερη της ΕΣΣΕ) απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, η οποία οριοθετούσε το χρονικό σημείο λύσης των συμβάσεων εργασίας των υπαγομένων στη ρύθμιση της εθελούσιας εξόδου υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη παροχή της αναιρεσίβλητης δεν αναγόταν σε όλο το έτος 2004, ήτοι σε χρόνο που η σύμβαση των αναιρεσειόντων ήταν ενεργός. Ενόψει αυτών, η εν λόγω διάταξη, με την οποία καθορίσθηκε από 1-12-2004 η ένδικη αύξηση του επιδόματος βαθμού για τους υπηρετούντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, δεν εισήγαγε δυσμενή διάκριση σε βάρος των αναιρεσειόντων, αποκλείοντας αυτούς αυθαίρετα από τη χορήγηση της εν λόγω αυξήσεως και συνεπώς αυτή δεν είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, ώστε προς αποκατάσταση της ισότητας να επεκταθεί και στους αναιρεσείοντες η σχετική ρύθμιση.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων και κατά τις δύο νομικές της βάσεις, δηλαδή κατά τη νομική της βάση για παραβίαση της από .... ΕΣΣΕ και κατά τη νομική της βάση από την αρχή της ισότητας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και τις διατάξεις της πιο πάνω ΕΣΣΕ, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τους συναδέλφους τους στους οποίους χορηγήθηκε η πιο πάνω αύξηση του επιδόματος και γιατί η ίδια αύξηση χορηγήθηκε την 1-12-2004, όταν οι αναιρεσείοντες είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1895/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9-6-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ