Legislator Case Law & Legislation
1515/2007 AI generated

1515/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1515/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1999 αγωγή των 1)X2 και 2) X1 συζ. X2, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 25460/2001 προδικαστική, 26077/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2508/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1515/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση ζημίας από αδικοπραξία (914 επ ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, το ίδιο δε ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του.

Keywords

AI generated
road traffic accidents motor vehicle liability insurance traffic violation damages from traffic accident driving whilst disqualified road safety concerns
AI generated
997/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2006 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσίβλητου, την από 15-5-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 4ης αναιρεσίβλητης, την 8-10-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4150/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2009 μη οριστική και 4322/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2013 αίτησή τους.
401/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1058/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3890/2004 εν μέρει οριστική και 4312/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2007 αίτησή τους.
390/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-3-1999, 12-9-2000 κύριες αγωγές και τις από 20-5-1999 και 1-12-2000 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή του.
1332/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1515/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: X1, χήρας X2, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου γιού της ....του X2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Θεμελιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1999 αγωγή των 1)X2 και 2) X1 συζ. X2, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 25460/2001 προδικαστική, 26077/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2508/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Κατά το άρθρο 673 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του (άρθρ. 681 ΑΚΠολ.Δ) και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Στη διάταξη του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες. Τέλος, επί απλής ομοδικίας (σε τέτοια σχέση τελούν οι εις ολόκληρον υπόχρεοι μεταξύ τους από΄ αυτοκινητικό ατύχημα), η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς ως προς κάθε ομόδικο, πρέπει δε αυτή (η τελεσιδικία) να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως.

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως, παραιτήσεως) η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 29-11-2004 αίτηση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος αυτή Εφετείου στις 9-2-2005 ζητείται να αναιρεθεί η 2508/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, με την οποία αντιμωλία της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας (τότε δεύτερης εφεσίβλητης) και ερήμην του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (τότε πρώτου εφεσίβλητου) έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 26.077/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορούσε την από 30-11-1999 αγωγή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που είχε ασκήσει ο X2 (σύζυγος της αναιρεσείουσας και πατέρας του εκπροσωπούμενου από αυτή ανηλίκου τέκνου ....) και η αναιρεσείουσα κατά των αναιρεσιβλήτων και που είχε γίνει εν μέρει δεκτή, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το άνω μέρος της και έγινε εν μέρει δεκτή η άνω αγωγή.

Δεν αποδεικνύεται δε και δη με προσαγωγή των οικείων αποδεικτικών επιδόσεως δικαστικού επιμελητή ή από βεβαίωση αυτού επί του επιδοθέντος δικογράφου, ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από την αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους είτε σε κάποιο εξαυτών ή υπό τούτων ή κάποιου εξ αυτών σ' εκείνη (άρθρ. 144 παρ. 2 ΑΚ) και συνεπώς ότι είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως της αίτησης αναίρεσης ως προς τον Ψ1 (1ο αναιρεσίβλητο) ούτε συνομολογείται τελεσιδικία της ανωτέρω απόφασης γι'αυτόν.

Αντίθετα μάλιστα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στην αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν κοινοποιήθηκε". Επομένως, υποκειμένης σχέσεως απλής ομοδικίας, η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση και είναι παραδεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως προς την οποία υπήρχε τελεσιδικία όταν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης ενώ ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα αυτή ( η αίτηση) ως απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση ζημίας από αδικοπραξία (914 επ ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, το ίδιο δε ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του.

Ως πταίσμα νοείται κατά τη γενικής εφαρμογής διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Χωρίς δε επιμέλεια συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς, που παραλείπει να λάβει μέτρα, τα οποία, περιέχοντα εξαντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και λαμβάνει ο μέσης επιμέλειας άνθρωπος της ίδιας με τον ζημιωθέντα δραστηριότητας.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στην επέλευση της ζημίας του, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ήτοι για ευθεία ή εκπλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή αυτών των περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος του παθόντος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με τις συνθήκες του ένδικού αυτοκινητικού ατυχήματος και την συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και του συζύγου της X2 (εναγόντων) στις ζημίες αυτών, ανελέκτως, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Την 31-7-1998 και περί ώρα 23:45΄ στο 38 χιλιόμετρο της Ε.Ο. .....

ο Ψ1, υπαξιωματικός του Στρατού, ηλικίας περίπου 20 ετών, οδηγούσε το ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ....., κυριότητάς του, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη, με κατεύθυνση προς ..... . Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο ο X2, ιατρός νευρολόγος, ηλικίας περίπου 47 ετών, οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό ....., εργοστασίου κατασκευής CITROEN, τύπου VISA, με κυλινδρισμό 652 cc, "ιδιοκτησίας της συζύγου του X1(αναιρεσείουσας), που επέβαινε σ' αυτό, έχοντας την ίδια κατεύθυνση και προπορευόμενος σε σχέση με τον Ψ1.

Όταν το αυτοκίνητο του Ψ1 πλησίασε το προπορευόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο X2 , από στιγμιαία απροσεξία του οδηγού, που δεν ρύθμισε αναλόγως την ταχύτητα του και δεν κράτησε την προσήκουσα απόσταση ασφαλείας, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στο οπίσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του X2, που έβαινε με μικρή ταχύτητα περίπου στη μέση του ρεύματος πορείας προς ..... .

Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του X2 υπέστη εκτροπή προς τα δεξιά και μετά από αλλεπάλληλες περιστροφές γύρω από τον οριζόντιο άξονά του ακινητοποιήθηκε στα χωράφια. Το αυτοκίνητο έπαθε πολλαπλές στρεβλώσεις σε όλα τα μέρη του αμαξώματός του και οι δύο επιβάτες του τραυματίσθηκαν σοβαρά. Κάτω από τις συνθήκες αυτές το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Ψ1 , όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς επί του θέματος αυτού να υφίσταται λόγος έφεσης.

Ακόμη, ότι, αμέσως μετά την ακινητοποίηση του εκτραπέντος ...αυτοκινήτου, έσπευσαν επί τόπου ο υπαίτιος οδηγός Ψ1 και ο συνεπιβάτης αυτού Μ1, οι οποίοι δεν είχαν υποστεί σωματικές βλάβες (διότι το ζημιογόνο .... αυτοκίνητο σταμάτησε ομαλά στο δεξιό άκρο της οδού, περίπου 40 μέτρα μετά το σημείο της πρόσκρουσης) και θέλησαν να προσφέρουν βοήθεια.

Αυτοί, μόλις πλησίασαν, διαπίστωσαν ότι και οι δύο επιβάτες του πληγέντος αυτοκινήτου βρίσκονταν έξω από αυτό και συγκεκριμένα ότι ο X2 ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος ενώ η X1 ήταν όρθια και αναζητούσε το σύζυγο της. Ο ισχυρισμός των εναγόντων στην παρούσα δίκη είναι ότι αυτοί φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή του ατυχήματος.

Ο X2, όμως, στην από 22-10-1998 προανακριτική κατάθεσή του λέγει "βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω εκτός του οχήματος" και παρακάτω "χωρίς να μπορώ να κινηθώ, λόγω βλάβης στη σπονδυλική μου στήλη". Αυτά υποδηλώνουν ότι οX2 δεν ήταν δυνατό να έχει λύσει ο ίδιος τη ζώνη ασφαλείας και να έχει βγει αυτοδυνάμως από το αυτοκίνητο.

Ακόμη, η X1 , στην από 22-10-1998 προανακριτική κατάθεσή της, αφού στην αρχή κάνει λόγο για χρήση των ζωνών ασφαλείας, στη συνέχεια λέγει "εγώ βρέθηκα εκτός του αυτοκινήτου". Τη φράση αυτή, επαναλαμβάνει και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, όπου , μάλιστα, ο μάρτυρας Μ1 προσθέτει ότι αυτός δεν μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού, όταν η X1 του ζήτησε να της φέρει κάτι από μέσα από το αυτοκίνητο, αλλά ότι εισήλθε από την πόρτα του οδηγού για το σκοπό αυτό.

Αυτά υποδηλώνουν ότι και η X1 δεν ήταν δυνατό να έχει λύσει η ίδια τη ζώνη ασφαλείας και να έχει βγει μόνη της από την πόρτα του συνοδηγού (στη θέση του οποίου καθόταν), ενώ αν είχε βγει εκουσίως από την πόρτα του οδηγού θα το είχε επισημάνει στις καταθέσεις της και θα είχε προσέξει τις αντίστοιχες κινήσεις του συζύγου της, έτσι ώστε να μην χρειασθεί να τον "ψάξει" όταν "βρέθηκε" έξω από το αυτοκίνητο.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι (δήθεν ) φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας. Αντιθέτως, γίνεται δεκτό ότι αυτοί δεν είχαν χρησιμοποιήσει τις ζώνες αυτές, τις οποίες διέθετε το αυτοκίνητό τους και τις οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, με αποτέλεσμα να πεταχτούν έξω από το αυτοκίνητο κατά τις αλλεπάλληλες περιστροφές του και να συμβάλουν με τον τρόπο αυτό στην επίταση του τραυματισμού τους με ποσοστό συνυπαιτιότητας 30%.Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, εκτίμησε ορθώς το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ειδικότερα όσον αφορά το συντρέχον πταίσμα της αναιρεσείουσας και του συζύγου της, εφάρμοσε σωστά τις άνω ουσιαστικές δικαίου διατάξεις και δεν παρεβίασε αυτές ή διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των παθόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, ούτε παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις ή διδάγματα της κοινής πείρας εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.

Σύμφωνα με όλα αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., που του αποδίδονται και ο σχετικός λόγος αναίρεσης (πρώτος υπό στοιχ. α, β, γ) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, κατέληξε στην κρίση του περί συνυπαιτιότητας των παθόντων στην έκταση του τραυματισμού τους αφού έλαβε υπόψη "όλα τα νομίμως και με επίκληση (βλ. τις προτάσεις των διαδίκων) προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων...

όλα τα έγγραφα". Από τη διαβεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, για να διαμορφώσει την πιο πάνω κρίση του, και τα στο αναιρετήριο έγγραφα, παρόλο που δεν μνημονεύονται ειδικά και δεν αξιολογούνται χωριστά και δη την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος, του Τ.Ο.Τ.Α.......

καθώς και την..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης - εκτίμησης ζημιών, ιδιωτική του πραγματογνώμονος - εκτιμητή ζημιών .... με τις συνημμένες σ΄ αυτή φωτογραφίες.

Συνεπώς ο πρώτος υπό στοιχ. δ΄ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. για το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν τα συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, κατέληξε στην κρίση του ότι οι παθόντες δεν χρησιμοποίησαν τις ζώνες ασφαλείας χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην 479/1999 απόφαση μετά των πρακτικών συνεδριάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης όπου περιέχεται η κατάθεση του στο ακροατήριο αυτού εξετασθέντος μάρτυρος Μ1, αλλά αφού συνεκτίμησε αυτή μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο πρώτος υπό στοιχ. ε΄ λόγος της αίτησης αναίρεσης, που μέμφεται την προσβαλλόμενη γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω πρακτικών κατά το περιέχον την κατάθεση του άνω Μ1 μέρος των, δεχθέν ότι οι παθόντες δεν χρησιμοποίησαν τις ζώνες ασφαλείας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

V. Επί αγωγής, που στηρίζεται σε αδικοπραξία κατά της οποίας αντιτάσσεται από τον εναγόμενο η ένσταση από την ΑΚ 300, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης εκ του ότι το δικαστήριο, για να δικαιολογήσει την κρίση του στο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, διέλαβε στην απόφασή του λεπτομέρειες για τη συνδρομή του συντρέχοντος πταίσματος διαφορετικές μεν απ΄ αυτές που αναφέρονται στην ιστορική βάση της ένστασης, οι οποίες όμως προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και στηρίζουν πάντως τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τις πιο πάνω παρατεθείσες παραδοχές του, ότι οι παθόντες (ενάγοντες) "δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας" και ότι "αυτοί δεν είχαν χρησιμοποιήσει τις ζώνες αυτές, τις οποίες διέθετε το αυτοκίνητό τους και τις οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, με αποτέλεσμα να πεταχτούν έξω από το αυτοκίνητο κατά τις αλλεπάλληλες περιστροφές του και να συμβάλουν με τον τρόπο αυτό στην επίταση του τραυματισμού τους με ποσοστό συνυπαιτιότητας 30%", δεχθέν έτσι την ένσταση περί συνυπαιτιότητας που παραδεκτά με προφορική δήλωση προέβαλλε η 2η αναιρεσίβλητη, η οποία καταχωρήθηκε στα 4546/2001 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόδικου δικαστηρίου (άρθρ. 666 σε συνδ.

με 681 ΑΚΠολΔ) ήταν δε ορισμένη, αφού προέβαλε, κατά τα στο αναιρετήριο, "ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγόντων για τις ζημίες που υπέστησαν, γιατί δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας" και δεν απαιτείτο, για την πληρότητά της, ειδική αναφορά ότι η χρήση από τους παθόντες αυτών (ζωνών) θα είχε ως αποτέλεσμα την μη επέλευση των σωματικών βλαβών που υπέστησαν ή τοιούτων μικρότερης εκτάσεως, γιατί τούτο θεωρείται περιλαμβανόμενο στην παράλειψη της χρήσεως ζώνης ασφαλείας.

Στις προτάσεις της η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με το δικόγραφο της έφεσης προβάλλει άρνηση της ως άνω ένστασης, που προέβαλλαν οι εναγόμενοι και ζητά την απόρριψή της ως αόριστης και αναπόδεικτης. Τούτο όμως δεν αποτελεί αντένσταση επί της πιο πάνω ένστασης. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος με στοιχεία στ, ζ, η της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8, 19 και 14 Κ.Πολ.Δ.

για τους λόγους ότι η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι την άνω ένσταση, ενώ δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι την άνω άρνηση της ένστασης και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη της άνω άρνησης επί της ένστασης και παρά τον νόμο δεν απέρριψε την άνω ένσταση ως αόριστη και ως απαραδέκτως προταθείσα, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.- VI.

Οι με στοιχ. 2α, β, γ, δ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη αναφέρει, καθόσον αφορά τον X2 (σύζυγο της αναιρεσείουσας) ότι αυτός "...... επέζησε μέχρι την 12-10-2001, οπότε πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία, αιτία διαφορετική από τα τραύματα που προκλήθηκαν από το ένδικο ατύχημα και μη συνδεόμενη αιτιωδώς με αυτό...", προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 9, 10, 19 ΚΠολΔ διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθρ. 559 αρ. 10), δεν έχει νόμιμη βάση και δη δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι καθόσον η πιο πάνω αναφορά της προσβαλλομένης στο θάνατο εκείνου δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν συνδέεται με το διατακτικό αυτής και ούτε επιδικάζεται τι εκ της άνω αναφοράς, η οποία εκ περισσού ετέθη.

VII. Με τους υπό στοιχ. 3α, β, γ, δ, ε λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι ο X2 "κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην κλινική εμφάνισε υπονατριαιμία. Για την αντιμετώπιση της επιπλοκής αυτής, η οποία, χωρίς να οφείλεται άμεσα στο ατύχημα, δημιούργησε σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του (διότι ο ασθενής "εγκατέστησε αιφνίδια νευρολογική συνδρομή, με έκπτωση του επιπέδου συνείδησης, συγχυτικοδιεγερτική αντίδραση και Βabinski (+) άμφω"), την 10-8-1998 διακομίσθηκε επειγόντως στη μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου "Γ.

Παπανικολάου". Από εκεί, μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της υπονατριαιμίας και την αποτροπή μονίμων εγκεφαλικών βλαβών (βλ. την από ...., γνωμάτευση της ..... , επιμελήτριας της ΜΕΘ), την 13-8-1998 μεταφέρθηκε στη Β' Παθολογική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου παρέμεινε μέχρι την 24-8-1998", απέρριψε ως αβάσιμο λόγο έφεσης, με τον οποίο εδιώκετο να γίνει δεκτό ότι το ατύχημα προκάλεσε στον X2" επί πλέον των ανωτέρω και εγκεφαλικές βλάβες" και εσφαλμένα έτσι έκρινε περί των σωματικών βλαβών αυτού, εκ του ατυχήματος, μετά από παραμόρφωση της ως άνω από .....

ιατρικής γνωματεύσεως, χωρίς να λάβει υπόψη του τα υπό στοιχ. 3β έγγραφα (ιατρικά πιστοποιητικά και πορίσματα μαγνητικής τομογραφίας και ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος), αγνόησε και δεν απέδωσε την προβλεπόμενη από το νόμο αποδεικτική δύναμη στο αναφερόμενο υπό στοιχ. 3 γ πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", δεν έλαβε υπόψη την υπό στοιχ. 3δ έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος ....

και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων δέχθηκε ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπονατριαιμίας και επιληπτικών κρίσεων και ατυχήματος. Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης το Εφετείο, για να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην πιο πάνω από 7-10-1998 ιατρική γνωμάτευση αλλά τη συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, από δε το κείμενο της προσβαλλόμενης ότι έλαβε υπόψη "όλα τα νομίμως και με επίκληση (βλ.

τις προτάσεις των διαδίκων) προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα"...... και "όλα τα έγγραφα μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα πιστοποιητικά από ..... του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ.

ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και το υπ' αριθ. ..... πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ" καθώς και τα πιο πάνω πορίσματα και την από .... έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του με την 25460/2001 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διορισθέντος πραγματογνώμονος ..... (χειρούργου), περί της οποίας μάλιστα γίνεται ειδική μνεία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία λήφθηκαν υπόψη, δεν στερείται δε η προσβαλλόμενη νομίμου βάσεως, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ως άνω επιπλοκή δεν "οφείλεται άμεσα στο ατύχημα", από τη συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω εγγράφων και δεν απαιτείτο, προ της εκφοράς της κρίσης του, να προβεί σε ανάλυση των αιτίων που την προκάλεσαν.

Συνεπώς, οι υπό στοιχ. 3 α, β, γ, δ, ε, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 20, 11, 12 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, κατά τα αμέσως ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι υπό στοιχ. 3α και γ, ως αβάσιμοι δε οι λοιποί.VIII. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται, ακόμη, και τα εξής: Ο X2 ζητεί με την αγωγή ως αποζημίωση, για βελτίωση τροφής, το ποσό των 3.000 δραχμών ημερησίως επί τέσσερα έτη μετά τον τραυματισμό του και συνολικώς το ποσό των 4.320.000 δραχμών. Αυτός, πριν από τον τραυματισμό του, ήταν ένας ευκατάστατος αστός και, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, διατρεφόταν πολύ καλά, όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους της δικής του κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, σε συνδυασμό με την ηλικία του (βλ. και φωτογραφίες του σώματός του). Ανάγκη περαιτέρω εμπλουτισμού του διαιτολογίου του με πρωτεϊνούχες και ασβεστούχες τροφές δεν αποδεικνύεται, αφού ο ενάγων χρησιμοποιούσε ούτως ή άλλως τέτοιες τροφές, με επάρκεια.

Συνεπώς, ζήτημα οικονομικής του επιβάρυνσης για βελτίωση τροφής δεν τίθεται. Παρά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε για την αιτία αυτή 2.000 δραχμές επί 186 ημέρες και συνολικώς το ποσό των 372.000 δραχμών, χωρίς επ' αυτού να υφίσταται λόγος αντέφεσης. Κατά τα λοιπά, ορθώς απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής ως προς το υπόλοιπο μέρος και ο έβδομος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεως για την αιτία αυτή μέχρι την ημέρα του θανάτου του ενάγοντος, είναι αβάσιμος." Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη εκείνον της διατάξεως του άρθρου 929 Α.Κ., ούτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, έλαβε δε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω ήδη εκτεθέντα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. ..... πιστοποιητικό του περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ".

Συνεπώς οι περί των αντιθέτων με στοιχ. 4α, β,γ, δ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 11,12 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΧ. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη δέχθηκε ότι: "Ο X2, όπως αναφέρθηκε, τραυματίσθηκε σοβαρά και απέκτησε μόνιμη αναπηρία. Ποτέ, όμως, δεν υπήρξε κατάκοιτος (με εξαίρεση τις ημέρες παραμονής του στα διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, όπου χειρουργήθηκε) και για το λόγο αυτό δεν χρειάσθηκε στο σπίτι του τη διαρκή βοήθεια τρίτου προσώπου.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ότι χρειάσθηκε ή θα χρειαζόταν τις σταθερές υπηρεσίες οικιακής βοηθού επί τέσσερα (4) έτη, στην οποία θα πλήρωνε μηνιαίο μισθό 170.000 δραχμών και συνολικώς το ποσό των 8.160.000 δραχμών, δεν θεωρείται ειλικρινής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αβάσιμο, εκτίμησε ορθώς το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του.

Επομένως, ο ένατος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την ανωτέρω αξίωση του X2 , έλαβε υπόψη του τις σωματικές βλάβες που υπέστη αυτός και περιέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία για το πιο πάνω ζήτημα. Γι' αυτό και οι με στοιχ. 5β κατά το πρώτο μέρος του και 5 γ λόγοι της αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 περ.

β και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το προστιθέμενο με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως 5ο (υπό τα στοιχ. α, β κατά το δεύτερο μέρος του) ότι το Εφετείο έπρεπε να συναγάγει ομολογία ως προς τη βασιμότητα της αμέσως άνω αξίωσης, για το αιτηθέν ποσό, εκ του ότι το σχετικό κονδύλιο η εναγομένη 2η αναιρεσίβλητη δεν το αρνήθηκε ούτε το αμφισβήτησε κι΄ έτσι 1) παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δη της δικαστικής ομολογίας και 2) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο αφού η περί ομολογίας ή μη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί μη αμφισβητηθέντος πράγματος, κατά το άρθρο 261 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ.

εναπόκειται στην κρίση τούτου και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 287/96 Δνη 1996.1600), όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της 2ης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου προέβαλε άρνηση της αγωγής και των επί μέρους κονδυλίων της, επομένως και του ανωτέρω.

Χ. Κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ο από τη διάταξη αυτή δε λόγος αναίρεσης είναι αόριστος αν δεν εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ΄ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης, ενώ δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ..

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να δεχθεί αναφορικά με την απώλεια εισοδημάτων του X2 , από απογευματινή εργασία ότι "το ότι X2 εξέταζε ασθενείς στα γραφεία του εργοδότη του, κατά τις απογευματινές ώρες, είναι πιθανό.

Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι από την απασχόληση αυτή είχε πρόσθετη, προσωπική αμοιβή, διότι ο ίδιος ούτε κάποια ενδεικτική σειρά δελτίων παροχής υπηρεσιών ούτε κάποια σχετική φορολογική εκκαθάριση επικαλείται, προκειμένου να ενισχυθούν με αντικειμενικά στοιχεία οι περί του αντιθέτου υποκειμενικές (αστήρικτες) διαβεβαιώσεις των προσώπων που χορήγησαν τις υπέρ αυτού ένορκες βεβαιώσεις" και απορρίψει έτσι το σχετικό κονδύλιο ως αβάσιμο, ενώ η ως άνω ζημία αποδεικνύοταν, όπως επί λέξει αναφέρεται στο αναιρετήριο, "και με άλλα αποδεικτικά μέσα, άρα και με μάρτυρες και με τις νομίμως ληφθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη ένορκες βεβαιώσεις".

Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω του ότι δεν ιδρύεται στην προκειμένη διαφορά, που εκδικάστηκε κατά την άνω ειδική διαδικασία αλλά και της αοριστίας του, διότι δεν εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε σ΄ αυτά από το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος γιατί το Εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων εφόσον έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελευθέρως όλα τα κατά τα ανωτέρω προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.- ΧΙ.

Το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο X2 , συνεπεία της σωματικής βλάβης που υπέστη από το πιο πάνω αυτοκινητικό ατύχημα, "διατήρησε μια δυσκινησία ήπιας μορφής στα κάτω άκρα και μια μειωμένη αισθητικότητα στο κάτω μέρος του σώματός του. Ακόμη, απέκτησε σταθερούς πόνους, που οφείλονταν στην τοποθέτηση ξένων υλικών στη σπονδυλική του στήλη.

Γενικώς, μετά το ατύχημα και παρά τις διαδοχικές φάσεις θεραπευτικής αντιμετώπισης, στις οποίες υποβλήθηκε, ο X2 απέκτησε σταθερές δυσχέρειες στο γράψιμο, την ορθοστασία και τις μετακινήσεις, μειωμένο έλεγχο των σφιγκτήρων της ούρησης και των εντερικών κενώσεων και σεξουαλικές διαταραχές. Όλα αυτά, τα οποία δεν υπήρχαν προηγουμένως, σε συνδυασμό με τις παραμορφώσεις που κατέλιπαν οι χειρουργικές επεμβάσεις, προκάλεσαν σ' αυτόν μόνιμη, μερική ανικανότητα να εξασκεί την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητά του, σταθερές δυσχέρειες στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή, την οποία είχε προηγουμένως και διαρκή καταθλιπτική συνδρομή" και ότι συνεπεία αυτών υπέστη μόνιμη αναπηρία, η οποία επέδρασε εντόνως και δυσμενώς στο μέλλον του καθώς και ότι τα περιστατικά αυτά, τα οποία αποδείχθηκαν είναι διαφορετικά και περισσότερα από εκείνα που θεμελιώνουν την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την αξίωση της αποζημίωσης λόγω στέρησης εισοδήματος, έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστεί σ΄ αυτόν ως πρόσθετη αποζημίωση, για την άμβλυνση των συνεπειών που θα αντιμετώπιζε στο μέλλον εξαιτίας της αναπηρίας αυτής, το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., δεν στερείται δε νομίμου βάσεως καθόσον εμπεριέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το άνω ζήτημα. Επομένως οι με στοιχ. 7α, β λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίου προβάλλονται αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-ΧΙΙ.

Κατά το άρθρο 932 Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική - ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της Α.Κ. 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ., γιατί παρεβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

και έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε ούτε αποδείχθηκε, την οικονομική κατάσταση του εναγομένου οδηγού, διότι με το να δεχθεί ότι "από το ατύχημα και τον τραυματισμό του, ο X2 υπέστη μεγάλη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία. Νοσηλεύθηκε κατ' επανάληψη σε δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές, υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εξετάσεις, χειρουργικές επεμβάσεις και φαρμακευτική αγωγή και παρά ταύτα, δεν ξαναβρήκε την καλή υγεία, την οποία απολάμβανε πριν από το ατύχημα.

Η ως άνω ταλαιπωρία προκάλεσε σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, της συνυπαιτιότητάς του από τη μη χρησιμοποίηση ζώνης ασφαλείας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού (που ήταν καλή) και του εναγομένου οδηγού (που είναι μέτρια), θεωρείται εύλογο το χρηματικό ποσό των 35.000 ευρώ", δεν προσδιόρισε τις έννοιες της ηθικής βλάβης και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ούτε με βάση ποιά περιστατικά κατέληξε στην κρίση του ότι, όπως επί λέξει αναφέρεται στο αναιρετήριο, "για τη χρηματική ικανοποίηση της σημαντικής αυτής ηθικής βλάβης θεωρείται εύλογο το επιδικασθέν ποσό" και χαρακτήρισε την οικονομική κατάσταση του εναγομένου οδηγού ως μετρία.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση των άνω πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αληθώς η ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύφος του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, για τον προσδιορισμό του οποίου έλαβε υπόψη και την οικονομική κατάσταση του εναγομένου οδηγού, την οποία μετά από ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων έκρινε ως μέτρια.- Χ

ΙΙΙ. Το Εφετείο, ως προς την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας και τον υπολογισμό της εξ΄ αυτής ζημίας της, δέχθηκε ότι ζημιώθηκε κατά το ποσό των 800.000 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η αξία αυτού, που ήταν Ι.Χ.Ε. με αριθμό κυκλοφορίας ...... , εργοστασίου κατασκευής CITROEN, τύπου VISA, με κυλινδρισμό 652 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1989 (με παλαιότητα εννέα ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και όχι εκείνο των 1.500.000 δραχμών που ζήτησε με την αγωγή της, απορρίψαν έτσι σχετικό λόγο έφεσής της και επικυρώσαν την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση κατ΄ αυτό το μέρος.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ, έχει σαφή και επαρκή αιτιολογία, έλαβε υπόψη όλα τα, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την υπ΄ αριθμ. ..... έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του ..... με τις συνημμένες σ΄ αυτή φωτογραφίες του αυτοκινήτου κατά τα ειδικότερα ως προς αυτό προεκτεθέντα αναφορικά με την απόρριψη του με στοιχ. 1δ λόγου και τα περιστατικά τα αναφερόμενα στην πιο πάνω αξία του αυτοκινήτου που υποστηρίζοταν με τον άνω λόγο εφέσεως ότι ανέρχοταν, το γεγονός δε ότι η προσβαλλόμενη έκρινε ότι η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 800.000 δραχμών, επικυρώσασα κατ΄ αυτό την πρωτόδικη απόφαση και όχι σ΄ εκείνο των 1.500.000 δραχμών, όπως ισχυρίζετο η αναιρεσείουσα, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα απ΄ αυτή ισχυρισμό περί της αξίας του αυτοκινήτου επειδή εν μέρει και όχι καθολοκληρία έγινε δεκτό το σχετικό κονδύλιο, η κρίση για το ύψος του οποίου ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της αναίρεσης με στοιχ. 9α, β, γ και δ κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19, 11, 8 εδ β Κ.Πολ.Δ πρέπει ν΄ απορριφθούν ως απαράδεκτος ο υπό στοιχ. 9δ προεχόντως και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, ως αβάσιμοι δε οι λοιποί. Εξ άλλου ο αυτός λόγος υπό στοιχ. 9 κατά το υπόλοιπο μέρος του (δ΄ ως προς το δεύτερο τμήμα και ε΄) με τους οποίους αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ α΄ και αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. διότι δέχθηκε εν μέρει το αμέσως άνω αγωγικό κονδύλιο της αγωγής ενώ οι αντίδικοί της δεν το αρνήθηκαν ρητώς και ειδικώς ούτε το αμφισβήτησαν κι΄ επομένως έπρεπε να συναγάγει ομολογία ως προς το ύψος του κονδυλίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για το λόγο που κρίθηκε ανωτέρω ότι πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος ο υπό στοιχ. 5α και β κατά το δεύτερο μέρος του (λόγω μη ελέγχου αναιρετικά της περί ομολογίας η μη κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, περί μη αμφισβητηθέντος πράγματος).

XIV. Με το δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι "από το ατύχημα και τον τραυματισμό της, η X1 υπέστη περιορισμένη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, που επιτάθηκε από την ολοκληρωτική καταστροφή του αυτοκινήτου της. Η εν λόγω ταλαιπωρία προκάλεσε σ΄ αυτήν ήπια ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, της συνυπαιτιότητάς της από τη μη χρησιμοποίηση ζώνης ασφαλείας και της οικονομικής καταστάσεως αυτής και του εναγομένου οδηγού (που είναι μέτρια), θεωρείται εύλογο το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ" υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 1, 19, 11, 12 και 8 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν προσδιορίζει τις έννοιες της ηθικής βλάβης και της χρηματικής ικανοποιήσεως, περιέχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα υπ΄ αριθ. .....

και..... πιστοποιητικά του Περιφ. Γεν. Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ" και τις υπ΄ αριθ. .....και ..... εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ..... και ...... , αντίστοιχα, παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με τα πρώτα δύο και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δη τη σοβαρότητα του τραυματισμού της αναιρεσείουσας και των συνεπειών του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που γίνεται επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση αυτών, πλήττεται αληθώς η ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη, του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.

ως απαράδεκτος επίσης γιατί κατ΄ απόφασης που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, δεν ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, κατά δε το μέρος που γίνεται επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.

ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, όπου αναφέρεται ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "όλα τα νομίμως και με επίκληση (βλ. τις προτάσεις των διαδίκων) προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα.... τις με ημερομηνία ..... και .....

γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων ειδικών ιατρών ..... και ..... και όλα τα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της άνω κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα και τις δύο εκθέσεις - γνωμοδοτήσεις των οποίων μάλιστα γίνεται ειδική μνεία.

XV. Από το άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκβαση της νίκης ή της ήττας του καθενός, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ως άνω άρθρου, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, η περί αυτού δε κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς καθώς και ότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να προβαίνει και στην εκκαθάριση του υποβαλλόμενου πίνακα των γενόμενων εξόδων.

Εν προκειμένω το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδίκασε τους εναγομένους να πληρώσουν στους ενάγοντες 5.950 ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά τους έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας αφού δέχθηκε τα εξής: "οι εναγόμενοι, που ηττώνται κατά το μεγαλύτερο μέρος, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή αναλόγου μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τον εν μέρει βάσιμο πίνακα που υποβάλλεται από αυτούς (Κ.Πολ.Δ 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2)".

΄Ετσι που έκρινε και αποφάνθηκε εμπεριέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία, έλαβε υπόψη του τον πίνακα εξόδων και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Επομένως ο υπό στοιχ. 11 και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας ή έχει ασαφή και ανεπαρκή τέτοια, ως προς τον προσδιορισμό των εξόδων της δίκης, δεν λήφθηκε υπόψη ο πίνακας εξόδων και παρά την μη αμφισβήτηση δεν συνήγαγε το εφετείο ομολογία ως προς τη βασιμότητα του πίνακα, πρέπει, για το λόγο που στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε και αφού υπήρξε αμφισβήτηση και η περί ομολογίας ή μη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί μη αμφισβητηθέντος πράγματος δεν ελέγχεται αναιρετικώς, να απορριφθεί ως απαράδεκτος προεχόντως και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα με τις ιδιότητες που παρίσταται στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που κατέθεσαν και προτάσεις.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2004 αίτηση της X1, υπό τις ιδιότητες που παρίσταται, για αναίρεση της 2508/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα υπό τις αμέσως πιο πάνω ιδιότητες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ