Legislator Case Law & Legislation
1515/2006 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal on fixed fee contract dispute, citing insufficient reasoning in lower court judgment.

Case Number 1515/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a fixed fee contract dispute. The appellant argued the lower court ignored evidence proving the fixed fee did not match services rendered, but the court found the lower court had properly considered all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's reasoning was legally sound and based on a valid assessment of the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63 para. 4 and 5, Article 94 of the Lawyers Code; Article 559 no. 19 of the Civil Procedure Code: A judgment lacks legal basis if its reasons fail to reference the material facts supporting the substantive law rule applied, but it remains valid if deficiencies concern only the parties' arguments or the court's non-reviewable evidence evaluation.

Keywords

AI generated
lawyer fixed fee contract appeal admissibility insufficient reasoning evidence evaluation legal basis requirement substantive law application court of appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 63 para. 4 and 5, Article 94 of the Lawyers Code
Article 559 no. 19 of the Civil Procedure Code
Article 561 para. 1 of the Civil Procedure Code
Article 559 no. 11 of the Civil Procedure Code
Articles 678-681 of the Civil Procedure Code
Article 671 para. 1 in conjunction with Article 681 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1515 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1515/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..........................., ο οποίος εκπροσω-πήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λουκά Αποστολίδη και Στέφανο Ευθυμιάδη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πούλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20990/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1548/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2004 αίτησή του και τους από 1-9-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 3-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 και 94 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως το άρθρο 63 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 720/1977 και το άρθρο 94 με το άρθρο 3 του ν. 1093/1980, συνάγεται ότι ο δικηγόρος μπορεί κατ' εξαίρεση να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή υπηρεσίες νομικού ή δικαστικού συμβούλου ή δικηγόρου.

Η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και καταρτίζεται ατύπως. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο και σε τι ακριβώς συνίσταται η αποδιδόμενη στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ. ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, του κυρίως δικογράφου, πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδονται οι πλημμέλειες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν μπορούν να στηρίξουν το συμπέρασμα, ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης δικηγορικής αμοιβής και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι ενόψει της ανυπαρξίας τέτοιας σύμβασης, η παράθεση των ποσών που καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή για τις παρεχόμενες και συνομολογούμενες υπηρεσίες του, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση το δικαστήριο, αφού ο τρόπος αυτός καταβολής και τα ποσά που μπορούσε να εγκρίνει ο εδώ νομικός σύμβουλος της αναιρεσίβλητης ήταν θέμα συμφωνίας των διαδίκων, 2) ως συνέπεια αυτού του τρόπου καταβολής ήταν να εμφανίζονται διάφορα ποσά που ενδεχομένως να ταιριάζουν στις ανάλογες αμοιβές σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες, 3) αν είχε συναφθεί η επικαλούμενη συμφωνία και ο αναιρεσείων αμειβόταν με πάγια αντιμισθία δεν θα υπήρχε λόγος να συνοδεύει αυτός την αμοιβή του με αναλυτικούς πίνακες ενεργειών, και 4) ενώ δέχεται ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής και ότι ο τρόπος καταβολής της αμοιβής του αναιρεσείοντος ήταν αντικείμενο συμφωνίας και μεθόδευσης, την οποία αποδέχτηκε ο τελευταίος, δέχεται, επίσης ότι, συνέπεια του τρόπου καταβολής της αμοιβής του ήταν να εμφανίζονται διάφορα ποσά που ενδεχομένως προσιδιάζουν στις αμοιβές για τις υπηρεσίες που παρείχε προς αυτήν.

Ανεξάρτητα όμως από το ότι δεν προσδιορίζεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και σε ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου, επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο κατά το πρώτο μέρος του λόγους της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότεινε ο αναιρεσείων με τους τρίτο, όγδοο και ένατο πρόσθετους λόγους της εφέσεώς του και συγκεκριμένα ότι 1) η καταβολή πάγιου ποσού 180.000 δρχ.

μηνιαίως από 1-9-1997, 360.000 δρχ. από 1-5-1998 και 420.000 δρχ. από 1-12-2000 προσδίδουν στη σύμβαση αυτή το χαρακτήρα έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, και 2) η πάγια αμοιβή που του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη, δεν έχει σχέση με την αποτίμηση των εργασιών που προσέφερε σ' αυτήν μηνιαίως, αφού είναι άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη από τη νόμιμη αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών.

Από το περιεχόμενο των ανωτέρω προσθέτων λόγων εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι ο τελευταίος παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναλύοντας και σχολιάζοντας δια μακρών τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως και προβάλλοντας επιχειρήματα που ενίσχυαν τους ισχυρισμούς που διελάμβανε στην αγωγή του για σύναψη συμφωνίας έμμισθης εντολής με πάγια αμοιβή με την αναιρεσίβλητη τράπεζα.

Οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, αν και αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι «πράγματα» με την έννοια που εκτέθηκε, αφού και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1996). 'Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, εξετάζοντας τη βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από το γεγονός ότι δεν απάντησε ειδικώς στα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτά δεν αποτελούν «πράγματα» και όταν ακόμη προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 1274/1994). Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Με τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος, δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος, τρίτο κατά το δεύτερο μέρος και τέταρτο του αναιρετηρίου, και πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του δικογράφου των προσθέτων λόγους της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων για την απόδειξη των ισχυρισμών του και ειδικότερα: 1) τις αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει ότι από την 1-9-1997 η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε σταθερά, αρχικά το ποσό των 180.000 δρχ., από 1-5-1998 το ποσό των 360.000 δρχ., και από το Δεκέμβριο του έτους 2000 το ποσό των 420.000 δρχ.

μηνιαίως, 2) τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την αναιρεσίβλητη και τους πίνακες των ενεργειών του που τις συνόδευαν, από τη σύγκριση των οποίων προκύπτει ότι η πάγια μηνιαία αντιμισθία που του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη δεν είχε σχέση με τις παρεχόμενες από τον αναιρεσείοντα υπηρεσίες, και 3) τις υπ' αριθ. 1112 και 1113/2003 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων .................

και ..............., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και οι αριθ. 1112 και 1113/7-2-2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, καθώς και «όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που μετ' επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι», σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την έλλειψη συμφωνίας έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τις ανωτέρω αποδείξεις, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται.

Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, από την ίδια ως άνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του περί ελλείψεως συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, έλαβε υπόψη του ως δικαστικά τεκμήρια ότι α) η αναιρεσίβλητη χορηγούσε στον αναιρεσείοντα βεβαιώσεις αμοιβών και παρακρατήσεων Ζ΄πηγής, β) η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε στον αναιρεσείοντα ποσοστό 2/5 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων δικηγόρων στο Ταμείο Νομικών, Πρόνοιας και ΚΕΑΔ, γ) ο αναιρεσείων δεν προσκόμιζε για τις προτάσεις του ενώπιον των δικαστηρίων προεισπράξεις δικηγόρου αμειβόμενου με πάγια αντιμισθία, αλλά προεισπράξεις δικηγόρου αμειβόμενου για κάθε υπόθεση, και δ) ο ίδιος ουδέποτε δήλωσε στο δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης την ύπαρξη συμβάσεως με πάγια αντιμισθία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν απαγορεύονται στη διαδικασία των άρθρων 678-681 του ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές για τις αμοιβές των δικηγόρων, αφού άλλωστε κατ' αυτήν λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 σε συνδ.

με το άρθρο 681 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 1548/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ