Legislator Case Law & Legislation
1514/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry court decision regarding property ownership transfer in Greece.

Case Number 1514/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Regional Court of Dodecanese's decision rejecting a property ownership transfer claim. The appellant argued the court failed to verify the substantive facts of the land registry entry, but the court held the registry judge possesses broad jurisdiction to examine both form and substance based on actual conditions. Since the appellant's grounds were deemed legally unfounded and inadmissible, the appeal was rejected in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 12(1), (2) of the Code of Civil Procedure; The Regional Court of Dodecanese, acting as a registry judge, has broad jurisdiction to examine the substance of land registry claims based on actual conditions, not merely formal documents, and its rejection of a transfer claim is valid if supported by evidence of the real legal situation.

Keywords

AI generated
land registry court property ownership transfer appeal admissibility substantive examination Dodecanese Islands Code of Civil Procedure registry judge jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 12(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 28(3) of Law 2579/1998
Article 54(3) of the Dodecanese Land Registry Regulation
Article 53(3) of the Dodecanese Land Registry Regulation

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1514 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1514/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ….., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., 2) Δ. συζ. Ε. Κ., το γένος Π. Μ. και 3) Α. Κ. του Ε., κατοίκων Ρόδου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-1995 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 396/1997 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-1998 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Κατσιμαγκλή διάβασε την από 22-9-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ακολουθίαν της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-5-1998 και με αριθμό κατάθεσης 17/03-6-1998 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 396/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12-2-1997 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 245/1996 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 613/02-11-1995 προσφυγή του αναιρεσείοντος και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε εκ νέου επί της ανωτέρω προσφυγής του αναιρεσείοντος και επί της από 18-01-1996 πρόσθετης παρέμβασης των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε την πρόσθετη αυτή παρέμβαση και απέρριψε την άνω προσφυγή του αναιρεσείοντος.

Για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσκομίζεται η υπ' αριθμ. 696/25-6-1998 εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του αρμόδιου Δ` Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία αποφαίνεται θετικά για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αναίρεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998, η οποία έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (03-06-1998), καθόσον το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 13 παρ. 9 του Ν. 3790/2009, με έναρξη ισχύος την 07-8-2009 (ΑΠ 763/2020, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 26/2011).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του προβαλλόμενου κατ' ιδίαν λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ.

α', 287, 290 και 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου διακοπής της δίκης από τον υπερού η διακοπή, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 Α.Κ. περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ 963/2020, ΑΠ 649/2020, ΑΠ 47/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 963/2020, AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από το αναιρεσείον έγγραφα και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ..., 2) την υπ' αριθμ. ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου του ιδίου ανωτέρω Ληξίαρχου, 3) τα υπ' αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) τα υπ' αριθμ. ..., ... και ... πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, 5) τα υπ' αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά περί μη αποποίησης κληρονομιάς του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, 6) το από ...

πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Ρόδου, 7) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ..., 8) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρόδου και 9) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό περί αποποίησης κληρονομιάς του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσίβλητων, κάτοικοι εν ζωή Ρόδου, απεβίωσαν στη Ρόδο, στις 24-4-2006 και στις 13-6-2011 αντίστοιχα, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (που έλαβε χώρα στις 03-6-1998) και ότι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους είναι τα τέκνα τους: 1) Δ.

Κ., 2) Σ. Κ., 3) Ε. Κ., 4) Α. Κ. (τρίτος αναιρεσίβλητος), 5) Π. Κ., 6) Ε. Κ., 7) Π. Κ., 8) Ι. Κ. και 9) Γ. Κ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά και υπεισήλθαν στη θέση των άνω αρχικά πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και νομιμοποιούνται, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, σε συνέχιση της παρούσας δίκης. Ήδη η δίκη επισπεύδεται από το αναιρεσείον, αντίδικο των ανωτέρω πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και ήδη αποβιωσάντων, το οποίο, μετά από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 Α.Κ.

περί αποποίησης της κληρονομιάς, επέδωσε σε καθένα από τους ως άνω κληρονόμους αυτών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 28-5-1998 και με αριθμό κατάθεσης 17/03-6-1998 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά τη νόμιμα αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 15-10-2021, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω.

Ενόψει αυτών, και σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, παραδεκτά και νόμιμα το αναιρεσείον επέσπευσε την επανάληψη της παρούσας δίκης. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ..., εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Π. - Τ. Ν. Χ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 28-5-1998 και με αριθμό κατάθεσης 17/03-6-1998 αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 396/1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με τη στη συνέχεια αυτής υπ' αριθμ. 543/22-9-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος, ως αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης και την από 22-9-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου στις 15-10-2021, προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (15-10-2021), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους ανωτέρω κληρονόμους αντίστοιχα, του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που νομιμοποιούνται σε συνέχιση της παρούσας δίκης.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε εξαιτίας της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Περιφέρειας Αττικής "λόγω των αιφνιδίων και έκτακτων καιρικών φαινομένων" και με την από 03-11-2022 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 260 Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει και την υπ' αριθμ. 45298/15-10-2021 (ΦΕΚ Β'4762/15-10-2021) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-5-2022.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (20-5-2022), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι (που υπεισήλθαν, κατά τα προεκτιθέμενα, στη θέση των άνω αρχικά πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων), ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο της 20-5-2022, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 260 Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει και οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν κατά την εν λόγω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

Με το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στα Δωδεκάνησα, με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948-10 Ιανουαρίου 1949 (βλ. και άρθρο 21 παρ.1 ν.3800/1957), ορίζονται, εκτός άλλων, τα εξής : " 1..... . 2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3.

Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.

Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.

Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ' άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.

Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον. 9.... . 10. .... . 11. Πάσα αγωγή, επιταγή και παν ανεξαιρέτως δικογράφον κατά των εν τη παρ. 2 αναφερομένων ιδιοκτητών, στρέφεται και κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητος και του δικογράφου και της επιδόσεως, λαμβανομένης και αυτεπαγγέλτως υπ` όψει, και κατά του Δημοσίου, δυναμένου ν` ασκήση επί δικαστηρίου, ή άλλως, πάντα τα εις τον απόντα ανήκοντα δικαιώματα, ανεξαρτήτως του αν ήσκησε ταύτα ο τελευταίος ούτος ή ου.

Κατά των κατ` απόντων ιδιοκτήτων ήδη εκδοθεισών ή εκδοθησομένων αποφάσεων, χωρεί ανακοπή εκ μέρους του Δημοσίου, εφ` όσον τούτο δεν εκλήθη ή δεν παρέστη κατά την συζήτησιν. Η ανακοπή αύτη ασκείται δια καταθέσεως δικογράφου παρά τω Γραμματεί του εκδόντος την ανακοπτομένην απόφασιν δικαστηρίου, άνευ καταθέσεως εξόδων ή παραβόλου, εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προς το Δημόσιον κοινοποιήσεως της κατά του απόντος εκδοθείσης αποφάσεως.

Η προσηκόντως ασκηθείσα ανακοπή έχει τας εν άρθρω 507 της Πολιτικής Δικονομίας συνεπείας". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής).

Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας. Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα.

Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του. Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ' αυτό.

Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 256/2020, ΑΠ 333/2020, ΑΠ 47/2019, ΑΠ 736/2008, ΑΠ293/1998, πρβλ.

ΑΠ 648/2016, ΑΠ 656/2012, ΑΠ 1758/2009, ΑΠ 1324/2003). Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο, διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες (ΑΠ 256/2020, ΑΠ 333/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ο οποίος θεσπίστηκε με το υπ' αριθμ. 132/1929 διάταγμα του τότε Ιταλού Κυβερνήτη των Δωδεκανήσων και ο οποίος μετά την προσάρτησή τους στην Ελλάδα διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του N. 510/1947, ορίζεται ότι : "Ο τίτλος δυνάμει του οποίου ενεργείται η καταχώρισις δέον νομικώς να είναι επιτήδειος διά την κτήσιν την μεταβίβασιν ή απόσβεσιν του δικαιώματος κατά τους εν ισχύι νόμους.

Τα έγγραφα βάσει των οποίων δύναται να γίνη η καταχώρησις δέον να είναι συντεταγμένα αυθεντικώς η ιδιωτικώς μεν αλλά με αυθεντικοποιημένας τας υπογραφάς ή βεβαιωμένας δικαστικώς και οσάκις είναι ανάγκη δεόντων τεθεωρημένας. Αι αποφάσεις δέον να προσάγωνται εις αντίγραφον εκτελεστόν. Δεν δύναται να λάβη χώραν ουδεμία καταχώρισις μεταγενέστερα άλλης ενδιαμέσου εκκρεμούσης δι' οιονδήποτε λόγον εάν προηγουμένως δεν αποφασισθή τι περί της τελευταίας ταύτης έστω και αιτήσει μόνον του τελευταίου δηλούντος.

Οιαδήποτε περί καταχωρίσεως αίτησις άμα τη υποβολή ή αυτής δέον να εγγράφηται διαταγή του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου εις ειδικόν Βιβλίον κατά σειράν αυστηρώς χρονολογικήν και μετ' ενδείξεως της ημέρας και ώρας. Εξ άλλου θα εγχειρίζηται εις τον υποβάλλοντα απόδειξις παραλαβής της αιτήσεως των εγγράφων και των υποβληθέντων τίτλων ήτις απόδειξις θα δύναται να συνίσταται και εις αντίγραφον αυτής ταύτης της αιτήσεως υπογεγραμμένης υπό του παραλήπτου υπαλλήλου.

Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου κατόπιν ερεύνης του τύπου και της ουσίας της πράξεως του τίτλου και του εγγράφου ή θα αρνηθή ή θα διατάξη συμφώνως προς τας διατάξεις τας καθοριζομένας εις το επόμενον άρθρον την καταχώρισιν της αιτήσεως και την εγγραφήν του εν αυτή προσδιοριζομένου δικαιώματος ή της αγωγής επί του Κτηματικού Βιβλίου και του τίτλου.

Αι εν τω ειδικών βιβλίω και τω Κτηματικώ Βιβλίω καταχωρίσεις αποτελούν πλήρη απόδειξιν δια πάσας τας εννόμους συνεπείας ως προς την χρονολογίαν και την προτεραιότητα των υποβαλλομένων αιτήσεων και των περιελθουσών (τη υπηρεσία) αγωγών". Ακολούθως, με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 54 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού ορίζεται ότι "Ουδεμία καταχώρισις δύναται να γίνη εις το Κτηματικόν Βιβλίον και επί των τίτλων χωρίς να διαταχθή αύτη υπό του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου και υπογραφή υπ' αυτού ή υπό του παρ' αυτού εντεταλμένου.

Θα απορρίπτεται η καταχώρισις όταν εκ της αιτήσεως και των εγγραφών δεν προκύπτουσιν αι σχετικαί προς την εγγραφήν του ακινήτου εις το Κτηματικόν Βιβλίον ενδείξεις. Οσάκις ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου κρίνει δι' οιανδήποτε αιτίαν ότι δεν δύναται να προβή εις την αιτουμένην καταχώρισιν θα εκδίδη ητιολογημένην διάταξιν κοινοποιουμένην εις τον αιτούντα.

Κατά της διατάξεως, ήτις αρνείται (απορρίπτει) μίαν καταχώρισιν, επιτρέπεται εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως προσφυγή εις το Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις εγγραφές στο Κτηματολογικό Βιβλίο καθιερώνεται η αρχή της νομιμότητας, αφού ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου οφείλει να διαπιστώσει τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων, τυπικών και ουσιαστικών, για την εγκυρότητα του τίτλου και τη νομιμότητα της καταχώρισης (Ολ.

ΑΠ 569/1975) και ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για εγγραφή επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με την καθιερούμενη από τις διατάξεις του άνω Κανονισμού αρχή της νομιμότητας, αποβλέπει ο νομοθέτης στο να εξασφαλίσει την ουσιαστική αλήθεια των καταχωρίσεων στα άνω βιβλία, ώστε να υπάρχει συμφωνία μεταξύ της πραγματικής εμπράγματης έννομης κατάστασης των ακινήτων και της στα κτηματικά βιβλία καταχωρισμένης.

Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο χαρακτήρας των διατάξεων του Κτηματολογικού Κανονισμού είναι προδήλως δημοσίας τάξεως, ο δε Δικαστής του κτηματολογίου δεν είναι απλά όργανο τακτοποιήσεως των κατατιθεμένων εγγράφων, αλλά δικαιοδοτικό όργανο με ευρύτατη εξουσία ελέγχου, όχι μόνο του τύπου, αλλά και της ουσίας των καταχωριστέων πράξεων, τίτλων και εγγράφων.

Η δικαιοδοσία του αυτή, δεν έχει δικαστική φύση, αλλά είναι εξουσία διοικητική, αφού, είτε δεχόμενος, είτε απορρίπτοντας τη σχετική αίτηση, δεν δικαιοδοτεί με δύναμη δεδικασμένου, αλλά ερευνά το υποστατό της αιτήσεως με βάση την απεικονιζόμενη στα κτηματολογικά βιβλία πραγματική κατάσταση και την εναρμόνιση με εκείνη των αναμφισβήτητης γνησιότητας και απόλυτης αποδεικτικής δυνάμεως εγγράφων, χωρίς να γίνεται διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 2143/2013, ΑΠ 736/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδομένη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (AΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 256/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 396/1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ.

ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Δυνάμει του από 31-1-1973 πρωτοκόλλου κατάληψης του τότε Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου κατελήφθη ως εγκαταλελειμμένο το ακίνητο με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών ..., φύλλο 9, μερίδα 710 και φάκελλος 316, ιδιοκτήτες του οποίου φέρονταν από αρχική καταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία οι 1) Χ.

Τ. ανά 14/40, 2) Ι. Τ. ανά 14/40, 3) Ε. Τ. ανά 7/40 και 4) Α. Ν. ανά 5/40. Το πρωτόκολλο αυτό μεταγράφτηκε νομότυπα στα κτηματολογικά βιβλία δυνάμει της 525/2-2-1973 πράξης του Κτηματολογικού Δικαστή Ρόδου. Μετά πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη αυτή χωρίς να διακοπεί η προθεσμία αυτή ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδ/σου υπέβαλε στο Κτηματολόγιο Ρόδου την από 18-1-1994 αίτηση περί περιέλευσης του καταληφθέντος ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 34 παρ. 8 ΑΝ 1539/1938.

Την αίτηση αυτή απέρριψε η επί του Κτηματολογίου Δικαστής με την αιτιολογία ότι με την 39/1987 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ανατράπηκε η κατάληψη του Ελληνικού Δημοσίου. Η διάταξη αυτή της επί του Κτηματολογίου Δικαστή ήταν σύμφωνη με την εισήγηση της αρμοδίας υπαλλήλου του Κτηματολογίου Ρόδου, κατά την οποία " με την απόφαση 39/1987 Εφετείου Δωδ/σου εξαφανίσθηκε η από 6-6-1972 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 234/1969 αποφάσεως χρησικτησίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και ως εκ τούτου ισχυροποιείται η παραπάνω αναφερόμενη απόφαση χρησικτησίας".

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι με την 234/1969 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δύο πρώτων των παρεμβαινόντων ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής για την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Η απόφαση αυτή μεταγράφτηκε νομότυπα στα κτηματολογικά βιβλία δυνάμει της 1217/1970 πράξης του Κτηματολογικού Δικαστή Ρόδου, ποσοστό δε 2200/6610 εξ αδιαιρέτου μεταβιβάστηκε από τους δύο πρώτους παρεμβαίνοντες στον τρίτο παρεμβαίνοντα λόγω γονικής παροχής με το 9442/1983 συμβόλαιο της συμβ/φου Ρόδου Μ.

Λ.-Κ.. Κατά της παραπάνω 234/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 6-6-1972 (366/1972) ανακοπή του. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκαν 1) οι 551/1972 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση, η 402/1981 προδικαστική απόφαση και η 132/1986 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την πρώτη και την τρίτη των οποίων απορρίφθηκε η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη, και 2) μετά από έφεση του Ελληνικού Δημοσίου η 39/1987 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία εξαφανίστηκαν οι παραπάνω εκκαλούμενες αποφάσεις και απορρίφθηκε η ανακοπή ως νομικά αβάσιμη.

Τέλος αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο της παραπάνω κατάληψης του (31-1-1973) και κατά τη δεκαετία που επακολούθησε το επίδικο ακίνητο δεν είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του δύο πρώτους παρεμβαίνοντες, οι οποίοι εξακολούθησαν να το νέμονται και να το αναζητούν με τη συνεχή συμμετοχή τους στο μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, που ξεκίνησε με την από 6-6-1972 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτών και διήρκεσε μέχρι την έκδοση της 39/1987 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, πέραν τούτου δε οι παρεμβαίνοντες αυτοί (δύο πρώτοι ) με την από 1-9-1983 αίτησή τους προς το Υπουργείο Οικονομικών, η οποία επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών στις 19-9-1983 (βλ.

επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 5684 Γ /1983 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Β. Κ.), ζήτησαν την απόδοση του επίδικου ακινήτου σ' αυτούς προβάλλοντας ευθέως ότι το ακίνητο αυτό ουδέποτε υπήρξε εγκαταλελειμμένο. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων (προς απόδειξη των θεμάτων που τάχθηκαν με τις προαναφερθείσες προδικαστικές αποφάσεις) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων, που περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 41/1981 και 69/1985 εισηγητικές εκθέσεις και συνεκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Συνεπώς η κατάληψη αυτή του επίδικου ακινήτου δεν είχε καμία έννομη συνέπεια και ειδικότερα την περιέλευση της κυριότητάς του στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού προς τούτο δεν αρκεί απλώς η παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, αλλά απαιτείται και η ιδιότητα του καταληφθέντος ως εγκαταλελειμμένου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον δέχθηκε, ότι με, την παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη και την μη ανατροπή της με απόφαση του αρμοδίου οργάνου ή με δικαστική απόφαση περιήλθε η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 34 ΑΝ 1539/1938 δέχθηκε την κριθείσα προσφυγή, αντί να την απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της έφεσης.

Ύστερα απ' αυτά πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει να απορριφθεί η 613/1995 προσφυγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να γίνει δεκτή, η από 15-1-1996 πρόσθετη παρέμβαση ως ουσιαστικά βάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12-02-1997 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 245/1996 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου [ με την οποία είχε γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της από 18-10-1995 διάταξης της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, με την οποία είχε απορριφθεί η αριθμ. 381/18-01-1994 αίτηση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου για εγγραφή στα κτηματικά βιβλία της περιέλευσης της κυριότητας του καταληφθέντος ακινήτου στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 8 του Α.Ν. 1539/1938 ] και αφού δίκασε επί της ανωτέρω υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγής του αναιρεσείοντος, καθώς και επί της από 18-01-1996 πρόσθετης παρέμβασης των αναιρεσίβλητων, απέρριψε την άνω προσφυγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε την ανωτέρω πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ήδη, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2, 5, 7, 11 του Α.Ν. 1539/1938 και 53 παρ. 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε με εσφαλμένη υπαγωγή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938 και του άρθρου 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε: α) ότι με την 234/1969 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δύο πρώτων των παρεμβαινόντων και ήδη των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής για την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και η απόφαση αυτή μεταγράφτηκε νομότυπα στα κτηματολογικά βιβλία δυνάμει της 1217/1970 πράξης του Κτηματολογικού Δικαστή Ρόδου, ποσοστό δε 2200/6610 εξ αδιαιρέτου μεταβιβάστηκε από τους δύο πρώτους παρεμβαίνοντες (ήτοι δύο πρώτους αναιρεσίβλητους) στον τρίτο παρεμβαίνοντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, λόγω γονικής παροχής με το 9442/1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.

Λ.-Κ., β) ότι η από 6-6-1972 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 234/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 39/1987 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, γ) ότι κατά το χρόνο της παραπάνω κατάληψης του επίδικου ακινήτου (31-1-1973) από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και κατά τη δεκαετία που επακολούθησε, αυτό δεν είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του, δύο πρώτους παρεμβαίνοντες (ήτοι δύο πρώτους αναιρεσίβλητους), οι οποίοι εξακολούθησαν να το νέμονται, αλλά και να το αναζητούν με τη συνεχή συμμετοχή τους στο μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, που ξεκίνησε με την από 6-6-1972 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτών και διήρκεσε μέχρι την έκδοση της 39/1987 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και ότι πέραν τούτου οι παρεμβαίνοντες αυτοί (δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι), με την από 1-9-1983 αίτησή τους προς το Υπουργείο Οικονομικών, η οποία επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών στις 19-9-1983 ζήτησαν την απόδοση του επίδικου ακινήτου σ' αυτούς, προβάλλοντας ευθέως ότι το ακίνητο αυτό ουδέποτε υπήρξε εγκαταλελειμμένο και δ) ότι η κατάληψη αυτή του επίδικου ακινήτου από το αναιρεσείον δεν είχε καμία έννομη συνέπεια και ειδικότερα την περιέλευση της κυριότητάς του στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού προς τούτο δεν αρκεί απλώς η παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, αλλά απαιτείται και η ιδιότητα του καταληφθέντος ως εγκαταλελειμμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938 και του άρθρου 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και προέβη σε ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν προεκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938, είναι το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας, ως δε εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητά του και στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο με την προεκτεθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες, σαφείς και πλήρεις παραδοχές του, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο, αλλά αντίθετα κατά το χρόνο της παραπάνω κατάληψής του από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και κατά τη δεκαετία που επακολούθησε, νέμονταν αυτό οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους αναγνωρίστηκε, με την 234/1969 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής για την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, απορριφθείσας της, κατά της αποφάσεως αυτής, ασκηθείσας, κατ' άρθρο 34 παρ. 11 του Α.Ν. 1539/1938, ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι το αναζητούσαν με τη συνεχή συμμετοχή τους στο μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, που ξεκίνησε με την από 6-6-1972 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτών και διήρκεσε μέχρι την έκδοση της 39/1987 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Συνεπώς, με τις ανωτέρω παραδοχές του το άνω Δικαστήριο της ουσίας, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και σε ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις στο πραγματικό των οποίων υπάγονταν, χωρίς να απαιτείται να κριθεί η ιδιότητα του καταληφθέντος ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου στα πλαίσια μόνο της διαδικασίας για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, κατ' άρθρο 34 παρ. 5 και 7 του Α.

Ν. 1539/1938, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού, ακόμα και αν δεν ακολούθησε τη διαδικασία για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του (ΑΠ 256/2020) και στην ένδικη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, νέμονταν συνεχώς το επίδικο ακίνητο τόσο κατά το χρόνο της παραπάνω κατάληψής του από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας που επακολούθησε, από την κατάληψή του, ώστε να ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση για την κτήση της κυριότητας, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του καταληφθέντος ακινήτου, ήτοι η ιδιότητα αυτού ως εγκαταλελειμμένου, ενώ περαιτέρω, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω μνημονευόμενων διατάξεων, αποφαινόμενο επί του αντικειμένου δίκης και δη επί της υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω από 18-10-1995 απορριπτικής διάταξης, της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή [και όχι περί του κύρους του πρωτοκόλλου καταλήψεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον], κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού και απέρριψε την ως άνω ένδικη υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγή του αναιρεσείοντος, κρίνοντας συνακόλουθα, ως ορθή την ανωτέρω από 18-10-1995 απορριπτική διάταξη της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμό 381/18-01-1994 αίτηση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου για περιέλευση της κυριότητας του καταληφθέντος επίδικου ακινήτου στην κυριότητα του αναιρεσείοντος.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στο μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα : 1) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, εφόσον υπήρξε νομότυπη κατάληψη του ακινήτου και παρήλθε δεκαετία, χωρίς αυτή να διακοπεί με την κίνηση της διαδικασίας για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, κατ' άρθρο 34 παρ. 5 και 7 του Α.Ν. 1539/1938, η κυριότητα αποσβένεται και περιέρχεται στο αναιρεσείον, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938, είναι το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας, ενώ η μη τήρηση της διαδικασίας των παρ. 5 και 7 του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938, δεν οδηγεί στην περιέλευση της κυριότητας του καταληφθέντος ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, εφόσον αυτό δεν έχει πράγματι εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα και στην ένδικη περίπτωση κρίθηκε ανελέγκτως από το Εφετείο ότι ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση για την κτήση της κυριότητας, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του καταληφθέντος ακινήτου, ήτοι η ιδιότητα αυτού ως εγκαταλελειμμένου κατά το χρόνο της κατάληψης αυτού και κατά τη δεκαετία που επακολούθησε από την κατάληψή του. 2) Η αιτίαση ότι, το Εφετείο κατά νομικό άλμα δίκασε περί του κύρους του πρωτοκόλλου καταλήψεως, ενώ αντικείμενο του δικαστικού αγώνα ήταν η ορθότητα ή μη της απορριπτικής διάταξης της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή με την επί του σώματος της αιτήσεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμη, καθόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το διατακτικό της, αποφάνθηκε επί του αντικειμένου δίκης και ειδικότερα επί της υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω από 18-10-1995 απορριπτικής διάταξης, της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, την οποία (υπ' αριθμ. 613/1995 προσφυγή), κατά τα προεκτιθέμενα, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 3) Η αιτίαση ότι, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι τα αποτελέσματα της κατ' άρθρο 34 παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 κατάληψης του επίδικου ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, άρθηκαν με την υπ' αριθμ. 39/1987 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε επί της, κατ' άρθρο 34 παρ. 11 του Α.Ν. 1539/1938, ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν περιέλαβε τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά δέχθηκε ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου δεν είχε καμία έννομη συνέπεια και ειδικότερα την περιέλευση της κυριότητάς του στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού προς τούτο δεν αρκεί απλώς η παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, αλλά απαιτείται και η ιδιότητα του καταληφθέντος ως εγκαταλελειμμένου και δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτό ήταν εγκαταλελειμμένο, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, επίσης κατά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά το χρόνο της κατάληψής του και κατά τη δεκαετία που επακολούθησε, το επίδικο ακίνητο δεν είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του δύο πρώτους παρεμβαίνοντες, οι οποίοι εξακολούθησαν να το νέμονται και να το αναζητούν με τη συνεχή συμμετοχή τους στο μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με το αναιρεσείον. 4) Η αιτίαση ότι, το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η άνω από 18-10-1995 απορριπτική διάταξη της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, ήταν νομικά εσφαλμένη, διότι αυτή όφειλε να ερευνήσει μόνο το υποστατό της αίτησης, εάν δηλαδή ήταν καταχωρημένο το πρωτόκολλο κατάληψης και εάν παρήλθε δεκαετία από της καταλήψεως και να διατάξει την εγγραφή της από 18-01-1994 αίτησης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου για περιέλευση της κυριότητας του καταληφθέντος επίδικου ακινήτου στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, ο κτηματολογικός Δικαστής δεν είναι απλό όργανο τακτοποίησης των κατατιθεμένων εγγράφων, αλλά δικαιοδοτικό με ευρύτατη εξουσία ελέγχου όχι μόνο του τύπου, αλλά και της ουσίας των καταχωριστέων πράξεων και ερευνά το υποστατό της αίτησης με βάση την πραγματική κατάσταση, όπως αυτή απεικονίζεται στα κτηματολογικά βιβλία και ελέγχει την εναρμόνιση με εκείνη των, αναμφισβήτητης γνησιότητας και απόλυτης αποδεικτικής δυνάμεως, εγγράφων, ώστε να υπάρχει συμφωνία μεταξύ της πραγματικής εμπράγματης έννομης κατάστασης των ακινήτων και της, στα κτηματικά βιβλία, καταχωρισμένης και στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προεκτιθέμενη αιτιολογία την υπ'αριθμ. 613/1995 προσφυγή του αναιρεσείοντος και δεχόμενο συνακόλουθα ως νομικά και ουσιαστικά ορθή την ως άνω από 18-10-1995 απορριπτική διάταξη της επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, που ενήργησε σύμφωνα με την προεκτιθέμενη δικαιοδοτική της εξουσία, δεν παραβίασε τις ανωτέρω σχετικές διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και ειδικότερα του άρθρου 54 παρ. 3 του Κανονισμού αυτού.

Και 5) Η αιτίαση ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του ισχύοντος Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται καθόλου στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, ούτε οι παραδοχές (αιτιολογίες) της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση αυτή και έτσι από το αναιρετήριο δεν προκύπτει η αποδιδομένη νομική πλημμέλεια αναφορικά ειδικά με την παράγραφο 3 της διάταξης αυτής.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις που περιέχονται στο μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και η τελευταία ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως ηττώμενου για την αναίρεση της διαδίκου, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι, που ερημοδίκησαν, δεν υποβλήθηκαν σ' αυτά, ούτε βέβαια υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 28-5-1998 και με αριθμό κατάθεσης 17/03-6-1998 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 396/1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ