Supreme Court dismisses appeal on sale validity, ruling unpaid price does not prove fictitious contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the validity of property sales. The appellants argued that the failure to pay the purchase price rendered the contracts fictitious, while the respondents contended the transactions were genuine and substantial. The court rejected this claim, establishing that an unpaid price alone cannot prove a contract is fictitious without further evidence of lack of intent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138-139, 513, and 1033 of the Civil Code; The failure to pay the purchase price constitutes only a presumption of fictitiousness when combined with other factors, not an independent ground for declaring a sale contract void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1514/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζύγου Ε. Π., 2) Ε. Π. του Ε., 3) Μ. Π. του Ε., 4) Κ. Π. του Ε., 5) Σ. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Γ., 2) Μ. Π. του Γ., 3) Β. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μαργωμένο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6465/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8759/2006 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 6-7-2007 αίτησή τους. Επ'αυτής εκδόθηκε η 323/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο εξέδωσε την 3318/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν ήδη οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 14-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να γίνει όμως δεκτός αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη των αντιδίκων στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3318/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 323/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθ. 8759/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί από ουσιαστικής πλευράς η από 27.3.2006 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε επικυρωθεί η υπ' αριθ. 6465/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη ως προς τον ενάγοντα Ε.
Π. την από 6.6.2003 αγωγή, που άσκησε αυτός από κοινού με τους ήδη αναιρεσείοντες, ενώ τη δέχθηκε κατά τα λοιπά ως προς αυτούς και αναγνώρισε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που εικονικά αγόρασαν από τους ήδη αναιρεσείοντες τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι υποχρεωμένοι να τους αποδώσουν τις ιδιοκτησίες αυτές κατά τα ποσοστά της ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας που αντιστοιχούν σε καθέναν απ' αυτούς.
Ήδη μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης η από 27.3.2006 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε μεν με τη μεταγενέστερη και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ως προς τον εφεσίβλητο Ε. Π., έγινε όμως δεκτή στην ουσία της ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες και αφού εξαφανίσθηκε ως προς αυτούς η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως προς τους ίδιους η ένδικη αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Κατά το άρθρ. 138 ΑΚ η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, συνιστά εικονική δικαιοπραξία και είναι άκυρη, άλλη όμως δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Η ακυρότητα της εικονικής δικαιοπραξίας, που έχει ως αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται κατά το άρθρ. 180 ΑΚ σαν να μην έγινε, είναι απόλυτη, καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης. Εικονική λοιπόν είναι η δήλωση βούλησης που εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς όμως να υπάρχει στο δηλούντα η πρόθεση τέτοιας μεταβολής.
Επομένως σύμφυτη με την έννοια της εικονικότητας είναι η γνώση του δηλούντος ότι η βούλησή του, όπως δηλώνεται, δεν είναι σοβαρή. Αντίστοιχα στην περίπτωση εικονικής σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση της εικονικότητας από όλους τους συμβαλλομένους και η συμφωνία τους ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Διαφορετικά ισχύει η διάταξη του άρθρ. 139 ΑΚ, που ορίζει ότι η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την. Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί απλή άρνηση της εικονικότητας και έχει υποχρέωση αυτός που επικαλείται την εικονικότητα να αποδείξει ως προς αυτή τη γνώση όλων των συμβαλλομένων (ΑΠ 794/2008).
Επομένως η γνώση δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής και ούτε απαιτείται για την πληρότητα της απόφασης που καταφάσκει την εικονικότητα να γίνεται αναφορά στο στοιχείο της γνώσης όλων των συμβαλλομένων, εφόσον αυτή δεν έχει ειδικά αμφισβητηθεί (ΑΠ 1534/2001? 1169/2003).
Εικονική είναι και η σύμβαση πώλησης όταν οι δηλώσεις των συμβαλλομένων δεν αντιστοιχούν στην πραγματική βούλησή τους ως προς οποιοδήποτε από τα ουσιώδη στοιχεία της, που είναι κατά το άρθρ. 513 ΑΚ το πωλούμενο πράγμα ή δικαίωμα (αντικείμενο της πώλησης), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων σχετικά με τη μεταβίβαση του πράγματος ή του δικαιώματος και την πληρωμή του τιμήματος, η οποία (συμφωνία) προκειμένου για ακίνητο πρέπει κατά το άρθρ. 369 ΑΚ να γίνει συμβολαιογραφικά.
Έτσι εικονική είναι η πώληση, όταν η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων και σε αντίθεση με τη δήλωσή τους είναι να μην υπάρχουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις τους ή οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές για μεταβίβαση του πράγματος ή δικαιώματος και καταβολή του τιμήματος. Κατά την έννοια αυτή η εικονικότητα μπορεί να αφορά και μόνον το τίμημα, το οποίο πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η συμφωνία ως προς αυτό πρέπει να είναι ειλικρινής και σπουδαία.
Διαφορετικά υπάρχει εικονικότητα, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της υποσχετικής σύμβασης της πώλησης, που συνεπιφέρει την ακυρότητα και της μεταβιβαστικής του πράγματος ή δικαιώματος σύμβασης, όταν πρόκειται για ακίνητο, αφού κατά τα άρθρ. 1033, 1121, 1143, 1187, 1191 ΑΚ η μεταβίβασή τους είναι αιτιώδης. Αντίθετα η μη καταβολή του τιμήματος δεν επηρεάζει το κύρος της πώλησης, αφού το τίμημα μπορεί να χαρισθεί ή με άλλο τρόπο η σχετική με αυτό αξίωση να αποσβεσθεί ή να παραγραφεί και απλώς το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από τη μη καταβολή του τιμήματος τεκμήριο ή επιχείρημα υπέρ της εικονικότητας της πώλησης.
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: " Τον Δεκέμβριο του 2001 ο πρώτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων Ε.
Π., ενεργώντας ως πληρεξούσιος των υπολοίπων (και ήδη αναιρεσειόντων), ήρθε σε συνεννόηση με το Δ. Μ., ο οποίος εμφανιζόταν και ως πολιτικός μηχανικός, προκειμένου ο τελευταίος να αναλάβει ως εργολάβος οικοδομών την κατεδάφιση της υπάρχουσας παλαιάς ισόγειας κατοικίας και την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου έκτασης 1095,50 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ..., στο οικοδομικό τετράγωνο …, επί της οδού ...
αριθ…. Την ψιλή κυριότητα στο παραπάνω οικόπεδο, ιδιοκτησίας ως τότε της δεύτερης των εναγόντων, είχε ήδη μεταβιβάσει η τελευταία στα τέκνα της, δηλαδή στην τρίτη, την τέταρτη, τον πέμπτο και τον έκτο των εναγόντων, με το υπ' αριθ. .../29.12.2000 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Τσιγκριμάνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί..., λόγω γονικής παροχής και δη κατά ποσοστό 30/100, 30/100, 20/100 και 20/100 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς, αντιστοίχως, καθώς επίσης και απεριορίστως το δικαίωμα του υψούν, παρακρατώντας για τον εαυτό της εφ' όρου ζωής την επικαρπία.
Στις 7.2.2002 υπογράφτηκε μεταξύ του πρώτου των εναγόντων, συζύγου της δεύτερης και πατέρα των λοιπών, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιός τους, και του ως άνω εργολάβου Δ. Μ., πατριού των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και πατέρα του τελευταίου, ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικής σύμβασης..., το οποίο έχει ως περιεχόμενο ότι "από την ανέγερση οικοδομής επί της οδού ...
αριθ …, στο Δάσος ..., κατόπιν συμφωνίας μεταξύ οικοπεδούχων και πολιτικού μηχανικού Δ. Μ., θα ανήκουν σ' αυτόν για τη χρηματοδότηση, μέχρι την ολοκλήρωση (κατοικίσιμο) του όλου έργου, τα Α1, Α3, Β1, Β3, Γ1, Δ1 διαμερίσματα, οι Υ1, Υ2, Υ5, Υ6, Υ8, Υ9 βοηθητικοί χώροι (αποθήκες) και 12, 13, 16, 18, 11, 112 και 114 χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, σύμφωνα με τα επίσημα σχέδια και τον πίνακα αναλογισμού".
Η υπογραφή του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού αντί του συνήθους στις περιπτώσεις αυτές συμβολαιογραφικού εγγράφου προτιμήθηκε εν προκειμένω λόγω της γνωριμίας μεταξύ των συμβαλλομένων και της σχέσης εμπιστοσύνης, αλλά και για φορολογικούς λόγους κατ' απαίτηση του ως άνω εργολάβου, διότι ο τελευταίος ήταν ήδη ηλικίας 76 ετών και συνταξιούχος του ΟΑΕΔ...
Στη συνέχεια ο ως άνω εργολάβος, ο οποίος ουδέποτε ήταν πολιτικός μηχανικός, ανέθεσε στον ανεψιό του Β. Μ., που είναι πολιτικός μηχανικός, την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών και σχεδίων και εκδόθηκαν στο όνομα των εναγόντων οι υπ' αριθ. 262/2002 άδεια κατεδάφισης της υπάρχουσας στο οικόπεδο παλαιάς ισόγειας οικίας και η υπ' αριθ. 497/2002 άδεια ανέγερσης τετραώροφης οικοδομής με πυλωτή και ισόγειο...
και στη συνέχεια οι ενάγοντες προχώρησαν στην υπογραφή της υπ' αριθ. 3104/10.6.2002 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Έως τον Ιούλιο του 2002 οι διενεργηθείσες στο οικόπεδο εργασίες έγιναν με αποκλειστικές δαπάνες του ως άνω εργολάβου και αφορούσαν την κατεδάφιση της...
παλαιάς ισόγειας κατοικίας, την εκσκαφή του οικοπέδου και θεμελίωση της οικοδομής, την σκυροδέτηση περιμετρικών τοιχίων και πλάκας δαπέδου και οροφής υπογείου, την σκυροδέτηση υποστυλωμάτων πυλωτής και το καλούπωμα και τοποθέτηση οπλισμού οροφής πυλωτής... Σε εκτέλεση του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού...
οι ενάγοντες με το υπ' αριθ. 3128/19.7.2002 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου πούλησαν και μεταβίβασαν στην Ε. Σ. την κυριότητα οριζόντιων ιδιοκτησιών της υπό ανέγερση πολυκατοικίας, που θα περιέρχονταν στον εργολάβο και συγκεκριμένα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες..., αντί τιμήματος 98.637,67 ευρώ... Το ποσό του εισπραχθέντος αμέσως από τους ενάγοντες μέρος του τιμήματος ύψους 58.600 ευρώ οι τελευταίοι το απέδωσαν στον ως άνω εργολάβο...
προκειμένου αυτός να χρηματοδοτηθεί για τη συνέχιση του έργου. Επειδή όμως στο στάδιο αυτό των εργασιών της οικοδομής δεν εκδηλωνόταν από τρίτους ενδιαφέρον για την αγορά των μελλοντικών διαμερισμάτων και ο εργολάβος δεν διέθετε ίδια κεφάλαια για την πρόοδο του έργου, αυτός, προκειμένου να αποκτήσει χρήματα για τη συνέχιση και την ολοκλήρωσή του, συμφώνησε με τους ενάγοντες ορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, από αυτές που κατά το συμφωνητικό τους "θα του ανήκουν", να μεταβιβαστούν στους δύο πρώτους εναγομένους, ηλικίας τότε 27 και 24 ετών, τέκνα της συζύγου του από προηγούμενο γάμο της, με σκοπό οι τελευταίοι να λάβουν στεγαστικά δάνεια από τράπεζα για την αγορά των οριζόντιων ιδιοκτησιών, τα ποσά των οποίων κατ' ουσίαν θα εισέπραττε ο ίδιος και θα τα δαπανούσε για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση του έργου, ενώ αξίωσε για την εξασφάλιση της εργολαβικής του αμοιβής άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες να μεταβιβαστούν στον ηλικίας τότε 20 ετών τρίτο εναγόμενο και τέκνο αυτού από το δεύτερο γάμο του με τη Μ.
Α., διότι για φορολογικούς λόγους, εξαιτίας της συνταξιοδότησής του και της μεγάλης ήδη ηλικίας του, αλλά και της επιβαρυμένης υγείας του, την οποία ο ίδιος γνώριζε..., δεν επιθυμούσε την απευθείας στο πρόσωπό του μεταβίβαση των οριζόντιων ιδιοκτησιών. Πράγματι με τα υπ' αριθ. .../22.7.2002, .../22.7.2002 και .../29.7.2002 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Τσιγκριμάνη οι ενάγοντες πούλησαν και μεταβίβασαν στους εναγομένους την κυριότητα των παρακάτω οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν στον εργολάβο και συγκεκριμένα α) στον πρώτο εναγόμενο τις ιδιοκτησίες..., αντί τιμήματος 60.855,05 ευρώ, από το οποίο ποσό 8.804 ευρώ φέρεται ότι καταβλήθηκε στους ενάγοντες πωλητές αμέσως πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο ποσό των 52.051,05 ευρώ πιστώθηκε και ήταν καταβλητέο σε πέντε δόσεις από δάνειο που θα λάμβανε ο πρώτος εναγόμενος αγοραστής από την Τράπεζα ALPHA BANK, β) στο δεύτερο εναγόμενο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες..., αντί τιμήματος 61.221,45 ευρώ, από το οποίο ποσό 8.804 ευρώ φέρεται ότι καταβλήθηκε στους ενάγοντες πωλητές αμέσως πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο ποσό των 52.417,45 ευρώ πιστώθηκε και ήταν καταβλητέο σε πέντε δόσεις από δάνειο που θα λάμβανε ο δεύτερος εναγόμενος αγοραστής από την Τράπεζα ALPHA BANK και γ) στον τρίτο εναγόμενο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες..., αντί τιμήματος 122.645,95 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι καταβλήθηκε ολόκληρο στους ενάγοντες πωλητές αμέσως πριν από την υπογραφή του συμβολαίου...
Λίγες ώρες μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού, τις πρωϊνές ώρες της 30.7.2002, ο ως άνω εργολάβος αποβίωσε αφήνοντας ανολοκλήρωτο το αναληφθέν έργο... Μετά το θάνατο του ως άνω εργολάβου οι εργασίες της οικοδομής συνεχίστηκαν κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 2002 από τη σύζυγό του και μητέρα των εναγομένων Μ.
Α...., πλην όμως στη συνέχεια αυτή δήλωσε στους ενάγοντες και στο απασχολούμενο από το σύζυγό της εργατοτεχνικό προσωπικό ότι αδυνατεί να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το οικοδομικό έργο ελλείψει των αναγκαίων χρημάτων. Μετά ταύτα το έργο αυτό συνεχίσθηκε από τους ενάγοντες... και ήδη έχει αποπερατωθεί με δαπάνες των εναγόντων ύστερα από τη λήψη σχετικών στεγαστικών δανείων που έλαβαν οι τελευταίοι...
Ο μάρτυρας των εναγόντων και λογιστής του θανόντος εργολάβου... διαπίστωσε ύστερα από έλεγχο όλων των παραστατικών ότι ο θανών είχε δαπανήσει για το μέχρι του θανάτου του εκτελεσθέν έργο το ποσό των 90.260,91 ευρώ, ενώ όφειλε σε διάφορους προμηθευτές για αγορά υλικών του έργου το ποσό των 31.798 ευρώ περίπου.
Με τις διαπιστώσεις αυτές του ως άνω λογιστή συμφώνησαν οι ενάγοντες όχι όμως και οι εναγόμενοι, καθώς και η σύζυγος του θανόντος..., κατά την άποψη των οποίων η αξία του εκτελεσθέντος έργου, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του θανόντος εργολάβου, υπερέβαινε το ποσό των 200.000 ευρώ, ισχυρισμός όμως που ουδόλως αποδείχθηκε...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ούτε κατά την υπογραφή των προαναφερόμενων τριών συμβολαίων ούτε και μετέπειτα καταβλήθηκε από τους εναγομένους στους ενάγοντες το αναφερόμενο σε καθένα από τα τρία αυτά συμβόλαια τίμημα, γεγονός που συνομολογείται άλλωστε από τους εναγομένους... Ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγομένων κατέβαλαν στους ενάγοντες, στις αρχές Οκτωβρίου 2002 μόνον το ποσό των 14.673 ευρώ ο καθένας και συνολικά 29.346 ευρώ, ποσά τα οποία έλαβαν από την πρώτη εκταμίευση, στις 26.9.2002 και στις 2.10.2002, των ήδη εγκριθέντων δανείων από την Τράπεζα ALPHA BANK.
Η καταβολή όμως των ποσών αυτών δεν έγινε από τους δύο πρώτους εναγομένους για τη μερική εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος, αλλά για να εξοφλήσουν οι ενάγοντες με τα χρήματα αυτά τα προαναφερόμενα χρέη του εργολάβου σε διάφορους προμηθευτές από την αγορά υλικών για την ανέγερση της οικοδομής, τα οποία και πράγματι εξοφλήθηκαν...
Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν προέβησαν στην εκταμίευση του υπόλοιπου ποσού των δανείων, που είχαν εγκριθεί από την Τράπεζα ALPHA BANK, συνολικού ύψους 52.051,05 ευρώ για τον πρώτο και 52,417,45 ευρώ για τον δεύτερο, και στην καταβολή του στους ενάγοντες, αλλά αντίθετα αυτοί, στις 24.3.2004 ο πρώτος και την 1.10.2003 ο δεύτερος, προεξόφλησαν (επέστρεψαν στην Τράπεζα) το μέχρι τότε αναληφθέν μέρος του δανείου, ύψους 14.673 ευρώ για τον καθέναν και ουδέποτε εκταμίευσαν κάποιο άλλο ποσό.
Ο τρίτος εναγόμενος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι κατέβαλε το ποσό των 120.000 ευρώ... στον εργολάβο πατέρα του για τη χρηματοδότηση της εκτέλεσης του έργου. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο αποθανών εργολάβος δεν είχε ίδια κεφάλαια για την εκτέλεση του έργου (αφού και από το συνολικώς αναλωθέν για την οικοδομή ποσό των 90.260,91 ευρώ ποσό 58.600 ευρώ προερχόταν από την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών προς την Ε.
Σ. και περαιτέρω ποσό 29.346 ευρώ προήλθε από την εκταμίευση της πρώτης δόσης των δανείων των δύο πρώτων εναγομένων), δεν ασκεί (ο ισχυρισμός) κάποια επιρροή στην ένδικη διαφορά, εφόσον τα χρήματα αυτά δεν καταβλήθηκαν στους ενάγοντες για την εξόφληση του τιμήματος από την αγορά του μεταβιβασθέντος διαμερίσματος....
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πωλήσεις των οριζόντιων ιδιοκτησιών προς τους εναγομένους και οι αντίστοιχες συμβάσεις μεταβιβάσεως της κυριότητας προς αυτούς... είναι απολύτως εικονικές και συνεπώς άκυρες, καθόσον δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά, διότι οι ως άνω συμβληθέντες δεν είχαν σπουδαία συναλλακτική πρόθεση οι μεν πρώτοι να πουλήσουν, οι δε τελευταίοι να αγοράσουν τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά συνήψαν τις ανωτέρω πωλήσεις μόνο φαινομενικά, υποκρύπτοντας, πίσω από τη σύμβαση πωλήσεως, αφενός μεν τη μερική και προκαταβολική προεξόφληση της εργολαβικής αμοιβής..., αφετέρου δε την εξασφάλιση της έμμεσης χρηματοδότησης του εργολάβου για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών με τα χρήματα των δανείων που θα λάμβαναν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι από την ALPHA BANK και θα απέδιδαν στον εργολάβο του έργου, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.
Από όσα λεπτομερώς προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως... είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν..., αφού αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των αντισυμβαλλομένων αληθής συναλλακτική πρόθεση, εξ ου και οι ενάγοντες συμβλήθηκαν ελευθέρως και καταρτίσθηκαν οριστικά συμβόλαια πωλήσεως χωρίς καμία επιφύλαξη, παρακράτηση κυριότητας, αίρεση κλπ.
Το γεγονός... ότι με τα συμβόλαια προς τους δύο πρώτους εναγομένους επιτεύχθηκε η λήψη στεγαστικών δανείων από τους διαδίκους αυτούς, τα ποσά των οποίων θα δίνονταν ως χρηματοδότηση στον εργολάβο για να συνεχίσει την ανέγερση της οικοδομής, καταδεικνύουν τη σοβαρή πρόθεση των συμβληθέντων για τη μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθεισών ιδιοκτησιών στους εναγόμενους αγοραστές.
Εξ άλλου ακριβώς αυτό ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολάβου, στις 7.2.2002, ότι δηλαδή οι αναφερόμενες εκεί οριζόντιες ιδιοκτησίες "θα ανήκουν στο Δ. Μ. για τη χρηματοδότηση μέχρι την ολοκλήρωση (κατοικίσιμο) του όλου έργου". Με το παραπάνω συμφωνητικό δεν ορίζεται κανένα απολύτως χρονικό σημείο από το οποίο οι οριζόντιες ιδιοκτησίες θα ανήκουν στον εργολάβο, αλλά και ούτε κάποια χρονική διαδρομή στην οποία ενδεχομένως οι οικοπεδούχοι θα υποχρεούνταν, ο δε εργολάβος θα εδικαιούτο να ζητήσει τμηματικά ή όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα του ανήκαν π.χ.
ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών ή με άλλα κριτήρια κλπ. Αντίθετα προκύπτει ότι όλα τα παραπάνω ζητήματα είχαν αφεθεί στην καλή πίστη μεταξύ των εκεί συμβαλλομένων λόγω της γνωριμίας τους.
Συνεπώς, όταν ο εργολάβος ζήτησε από τους ενάγοντες να προβούν στην πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των οριζόντιων ιδιοκτησιών προς τους δύο πρώτους εναγομένους, τούτο ήταν συμβατό με όσα είχαν συμφωνηθεί στο από 7.2.2002 συμφωνητικό, αφού αφενός μεν τούτο συνιστούσε μερική και προκαταβολική εξόφληση του εργολαβικού ανταλλάγματος (για το οποίο δεν είχε τεθεί χρονικός περιορισμός), αφετέρου δε θα εξασφαλιζόταν η ανεύρεση οικονομικών πόρων μέσω στεγαστικών δανείων για τη συνέχιση της οικοδομής.
Όσον αφορά δε την πώληση και μεταβίβαση των οριζόντιων ιδιοκτησιών προς τον τρίτο εναγόμενο αυτή επίσης αφορούσε μερική προκαταβολική εξόφληση του εργολαβικού ανταλλάγματος, όπως άλλωστε συνομολογούν και οι ενάγοντες (όπως και για τις δύο πρώτες περιπτώσεις), οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρουν απολύτως καμία διαφορετική δικαιολογία, που να ασκεί έννομη επιρροή και να τους οδήγησε στην κατάρτιση του συμβολαίου αυτού...
Έτσι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών και στα τρία επίμαχα συμβόλαια ήταν αληθινές και συνακόλουθα οι αντίστοιχες συμβάσεις πωλήσεως και οι δι' αυτών μεταβιβάσεις της κυριότητας των ακινήτων προς τους εναγομένους έγκυρες. Ας σημειωθεί ότι ενδεχόμενες απαιτήσεις των εναγόντων από τη σύμβαση έργου που είχε καταρτισθεί με τον εργολάβο ή αναφορικά με το τίμημα των πωλήσεων που δεν καταβλήθηκε από τους εναγομένους ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργολάβου ή των εναγομένων ή από άλλη αιτία δεν επηρεάζουν το κύρος των επίμαχων συμβάσεων, αφού για το κύρος τους δεν ασκεί καμία επιρροή αν και πως κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά αυτή και μόνη εικονική την πώληση.
Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας σε συνδυασμό και με άλλες παραμέτρους, όχι όμως και αυτοτελή ισχυρισμό για τη θεμελίωση δικαιώματος για την ακύρωση της πώλησης ως εικονικής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με τους αναιρεσείοντες και αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε ως προς τους ίδιους την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 138-139, 513 και 1033 ΑΚ και ορθά αρνήθηκε, εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, να αναγνωρίσει ως άκυρες τις επίδικες συμβάσεις πώλησης, εφόσον προηγουμένως είχε καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν είναι εικονικές, αλλά αντίθετα αληθινές και σπουδαίες.
Βέβαια, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το συμφωνημένο με τις συμβάσεις αυτές τίμημα δεν καταβλήθηκε, το γεγονός όμως αυτό δεν οφείλεται σε εικονικότητα της σχετικής με το τίμημα συμφωνίας των διαδίκων, αλλά στο ότι μέρος του τιμήματος, που συνολικά και για τις τρεις συμβάσεις πώλησης συμποσούται σε 244.722,45 ευρώ, κάλυψε το οφειλόμενο μέχρι τότε στο Δ.
Μ. εργολαβικό αντάλλαγμα για το έργο της κατασκευής απ' αυτόν με το σύστημα της αντιπαροχής πολυώροφης οικοδομής με δαπάνες του στο οικόπεδο των αναιρεσειόντων, με δεδομένο ειδικότερα ότι η δαπάνη του έργου κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων δεν είχε υπερβεί το ποσό των 90.260,91 ευρώ, υπήρχαν οφειλές του εργολάβου σε προμηθευτές 31.798 ευρώ και αυτός είχε ήδη λάβει από τους αναιρεσείοντες το ποσό των 58.600 ευρώ.
Δηλαδή στην πράξη το οφειλόμενο από τους αναιρεσείοντες στον Δ. Μ. εργολαβικό αντάλλαγμα συμψηφίστηκε με ισόποσο μέρος από το τίμημα των επίδικων συμβάσεων πώλησης, ενώ κατά την ίδια έννοια το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος πιστώθηκε έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος, που θα προέκυπτε από τη συνέχιση του έργου με δαπάνες πλέον της χήρας του αποβιώσαντος εν τω μεταξύ Δ.
Μ. και μητέρας των αναιρεσιβλήτων Μ. Α.. Η λειτουργία αυτή του τιμήματος δεν το καθιστά εικονικό, αλλά προϋποθέτει τη σπουδαιότητα ακριβώς της σχετικής με το τίμημα συμφωνίας των διαδίκων.
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.11.2010 αίτηση των Μ. συζ. Ε. Π., Ε. Π., Μ. Π., Κ. Π. και Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3318/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ