1514/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1514/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 76/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε κατά τύπους την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλομένης 7/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Στυμφαλίας, και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1514/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Του αναιρεσίβλητου: στο Κιάτο Κορινθίας, εδρεύοντος Ο.Τ.Α. με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΣΙΚΥΩΝΙΩΝ, νόμιμα εκπροσωπουμένου, ως ειδικού διαδόχου του τέως Δήμου Στυμφαλίας Ν. Κορινθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Τσατσανή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Στυμφαλίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον δεύτερο λόγο αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει, ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 76/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε κατά τύπους την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλομένης 7/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Στυμφαλίας, και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, οι οποίες όμως, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι και τα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 Ν. ΔΝΖ/1912 και του άρθρου 241 παρ. 1δ' του Π.
Δ/τος 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, τα κοινόχρηστα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια Δήμου ή Κοινότητας περιέρχονται στην κυριότητά τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ, ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα, μεταξύ των οποίων είναι, σύμφωνα με το άρθρο 966 του ίδιου Κώδικα, και τα κοινόχρηστα.
Έτσι, τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 πανδ 39, 3 ν. 28 Πανδ. 22, 3), αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Εκείνος δε, που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσίβλητος τέως Δήμος Στυμφαλίας Κορινθίας, στη δικονομική θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ως ειδικός διάδοχος αυτού ο εδρεύων στο Κιάτο ΔΗΜΟΣ ΣΙΚΥΩΝΙΩΝ, επί της ένδικης αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ένσταση ιδίας κυριότητας, ισχυριζόμενος, "ότι ο ίδιος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης εδαφικής έκτασης, διότι η έκταση αυτή είναι δημοτική (τέως κοινοτική) κοινόχρηστη έκταση, καθόσον υφίσταται από αμνημονεύτων ετών και δη πλέον της εκατοπεντηκονταετίας ήταν πάντοτε σε δημόσια χρήση, εξυπηρετούσα πάντοτε δημόσιο συμφέρον και αποτελούσα πλάτωμα της γειτονεύουσας δημοτικής οδού που συνδέει τον οικισμό Στυμφαλίας με άλλους οικισμούς και αγροτικές περιοχές, την έκταση δε αυτή χρησιμοποιούσαν προ αμνημονεύτων ετών πλέον της εκατοπεντηκονταετίας οι δημότες Στυμφαλίας, αλλά και όλος ο κόσμος, για να προσεγγίζουν τις πηγές και χρησιμοποιούν και σήμερα πέραν των δημοτών τουρίστες και διάφοροι επισκέπτες ως χώρο στάθμευσης, χωρίς ποτέ να εμποδιστεί η δυνατότητα να την χρησιμοποιούν ή ποτέ να ενοχληθούν από κάποιο τρίτο ή τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα".
Ζήτησε δε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω ένσταση περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία και μάλιστα για ακίνητο που αφορά κοινόχρηστη εδαφική έκταση, και είναι ορισμένη, αφού καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος με τον οποίο το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα αυτή και γίνεται επίκληση της κοινής χρήσης του επιδίκου σε χρόνο που ανατρέχει 80 και πλέον έτη προ της εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946).
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, που με την προβαλλόμενη απόφασή του έκρινε πλήρως ορισμένη την άνω ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου Δήμου, δεν έσφαλε και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα νόμιμα στοιχεία και, έτσι, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 πανδ 39, 3 ν. 28 Πανδ. 22, 3, των άρθρων 966, 967, 968, 1054 ΑΚ, των άρθρων 12 και 13 Ν.
ΔΝΖ/1912 και του άρθρου 241 παρ. 1δ' του Π. Δ/τος 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή νόμιμος τρόπος πρόσληψης του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η επίδικη έκταση αποτελεί εδαφική λωρίδα εμβαδού 65 τ.μ. κατά την ένδικη αγωγή και κατά ορθότερη καταμέτρηση περίπου 50 τ.μ., κείμενη στην περιοχή "Πηγές" της τέως Κοινότητος Στυμφαλίας, νυν δημοτικού διαμερίσματος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Στυμφαλίας, η οποία εμφαίνεται στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα από Μάιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.
Γ. και στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο από 10-8-2006 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Κ. Φ. με στοιχεία Α', Β', Γ', Δ', Α' (και στα δύο) και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, νότια με κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα, επί της οποίας έχει κατασκευασθεί βάση από σκυρόδεμα και πάνω σε αυτή έχουν τοποθετηθεί πλάκες άρρηκτα συνδεδεμένη (η εδαφική λωρίδα) με τον πέραν αυτής και στο ίδιο ύψος δημοτικό δρόμο, ανατολικά με δημοτική πλατεία εντός της οποίας και πλησίον της κεντρικής πηγής έχουν κατασκευασθεί εξωραϊστικά δημοτικά έργα και δυτικά με κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα επί της οποίας έχει κατασκευασθεί βάση από σκυρόδεμα και πάνω σε αυτή έχουν τοποθετηθεί πλάκες, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πέραν αυτής και στο ίδιο ύψος δημοτικό δρόμο.
Δυνάμει του .../15-9-1962 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Στυμφαλίας Νικολάου Οικονόμου περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος το περιγραφόμενο στο άνω συμβόλαιο ακίνητο, κείμενο στην περιοχή "Πηγές" της τέως Κοινότητος Στυμφαλίας, νυν δημοτικού διαμερίσματος του αναιρεσειβλήτου Δήμου, και συνορευόμενο, σύμφωνα με τον άνω τίτλο κτήσης, γύρωθεν με κληρονόμους Γ.
Κ., δρόμο, κεντρική πηγή και αύλακες. Αμέσως μετά την αγορά του ακινήτου, ο αναιρεσείων οριοθέτησε αυτό περιφράσσοντάς το με συρματόπλεγμα, καταλείποντας έξωθεν της άνευ θύρας περιφράξεως της νότιας πλευράς του ακινήτου του και κατά μήκος αυτής εδαφική λωρίδα, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο κτήμα.
Το έδαφος της λωρίδας αυτής ήταν αδιαμόρφωτο, ενώ από του σημείου της περιφράξεως του ακινήτου του αναιρεσείοντος και μέχρι τον παραπλεύρως αυτής κοινοτικό δρόμο είχε μικρή ανηφορική κλίση. Εντός της παραπάνω εδαφικής λωρίδας και μέχρι την απαρχή του κοινοτικού δρόμου υπήρχαν σε ακανόνιστη μεταξύ τους απόσταση περί τα έξι έως οκτώ δένδρα, χρήση δε αυτής, ως χώρου διάβασης πεζών και στάθμευσης μεταφορικών μέσων, έκαναν αδιάκριτα, συνεχώς και ακωλύτως, κάτοικοι της περιοχής και πλέον πλήθος επισκεπτών των εκεί ευρισκομένων πηγών της Στυμφαλίας, προς τέρψιν των οποίων η τέως Κοινότητα Στυμφαλίας δημιούργησε πλατεία, στο ανατολικό τμήμα του παραπάνω εδάφους που συνορεύει με το επίδικο κτήμα και σε χαμηλότερο επίπεδο από τον άνω κοινοτικό δρόμο και αργότερα, περί το έτος 1955, κατασκεύασε πλησίον της εκεί ευρισκομένης κεντρικής πηγής εξωραϊστικά αυτής έργα.
Λόγω του τουριστικού ενδιαφέροντος της περιοχής "Πηγές", άρχισαν σταδιακά να λειτουργούν εκεί εξοχικές ταβέρνες, μία από τις οποίες ανήκει στον αναιρεσείοντα, εγκατεστημένη εντός του οριοθετούμενου ως άνω ακινήτου του, ο οποίος αργότερα, περί το έτος 1965, κατεδάφισε την περίφραξη με συρματόπλεγμα και στην ίδια ακριβώς θέση κατασκεύασε μανδρότοιχο και πάνω σε αυτόν τοποθέτησε κάγκελα και πάλι άνευ θύρας στην νότια πλευρά του που συνορεύει με το επίδικο κτήμα, καταλείποντας και πάλι έξωθεν της περιφράξεως του ακινήτου του την επίδικη λωρίδα, όπως και ο ίδιος ομολογεί στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του.
Εκ των υστέρων εντός της τελευταίας δεκαετίας η τέως Κοινότητα Στυμφαλίας επίστρωσε με άσφαλτο τον παραπάνω κοινοτικό δρόμο και ένα τμήμα της παραπλεύρως αυτού ευρισκομένης ως άνω αδιαμόρφωτης εδαφικής λωρίδας, διαπλατύνοντας αυτόν. Στη συνέχεια κατά τα έτη 1999-2000 ο αναιρεσείων με την άτυπη συναίνεση του αναιρεσίβλητου Δήμου κατασκεύασε σε τμήμα της λοιπής αδιαμόρφωτης εδαφικής λωρίδας, με δαπάνες του, βάση από σκυρόδεμα και πάνω σε αυτή τοποθέτησε πλάκες, άρρηκτα συνδεδεμένης (της λωρίδας) με τον παραπάνω δημοτικό δρόμο, με τούτο δε το έργο αφενός βελτιώθηκε η ομαλή διάβαση των κατοίκων του δημοτικού διαμερίσματος Στυμφαλίας και των επισκεπτών των εκεί ευρισκόμενων πηγών Στυμφαλίας, προς το συμφέρον των οποίων συναίνεσε άτυπα ο αιτών Δήμος, και αφετέρου καλλωπίστηκε ο περιβάλλων χώρος της εξοχικής ταβέρνας του αναιρεσείοντος.
Πέραν των παραπάνω έργων, αδιαμόρφωτο εξακολούθησε να παραμένει το εναπομείναν τμήμα της λοιπής ως άνω εδαφικής λωρίδας και δη το επίδικο τμήμα εμβαδού 50 τ.μ. μετά των εντός αυτού ευρισκομένων δένδρων, το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ του μανδρότοιχου του αναιρεσείοντος και του παραπάνω πλακόστρωτου χώρου κοινής χρήσης με τον παραπλεύρως αυτού δημοτικό δρόμο, έχοντας συνεχώς την αυτή ως άνω χρήση και προσφέροντας φυσικό κάλλος κατά μήκος αυτών μέχρι την κλίμακα που οδηγεί στη δημοτική πλατεία και την εντός αυτής κεντρική πηγή.
Ωστόσο τον Απρίλιο του έτους 2006 ο αναιρεσείων, προέβη στην κατεδάφιση του παραπάνω μανδρότοιχού του, στην ισοπέδωση της ευρισκομένης έξωθεν αυτού επίδικης κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας 50 τ.μ., ώστε αυτή να ευρίσκεται στο ίδιο ύψος με το άνω ακίνητό του, και στην εκρίζωση τινών εκ των υπαρχόντων εντός αυτής δένδρων, μεταβάλλοντας την μέχρι τούδε πραγματική κατάσταση με την αφαίρεση των τεχνητώς υφισταμένων, ήδη από το έτος 1962, ορίων μεταξύ του ακινήτου του και της επίδικης κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας, με την ενσωμάτωση της τελευταίας στην άνω ιδιοκτησία του και με τη δημιουργία μεγαλύτερης υψομετρικής διαφοράς μεταξύ αυτής και του άνω πλακόστρωτου χώρου κοινής χρήσης.
Από τις πράξεις δε αυτές του αναιρεσείοντος δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ αυτού και των κατοίκων του δημοτικού διαμερίσματος Στυμφαλίας, οι οποίοι συνάμα διαμαρτυρήθηκαν προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο για την στέρηση της μέχρι τούδε συνεχούς και ακώλυτης χρήσης της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατέθεσε μήνυση σε βάρος του αναρεσείοντος, ενώ προσέφυγε και με αίτησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, αιτούμενος την προστασία της νομής του επί της επίδικης έκτασης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 10/2006 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου και με την 1/2007 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, με τις οποίες ο ενάγων συμμορφώθηκε επιφυλασσόμενος των νομίμων δικαιωμάτων του. Από όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και ότι αυτή ανήκει στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, λόγω της από αμνημονεύτων ετών κοινής χρήσης αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος και πλεοναστικώς ότι αυτή ανήκει στον αναιρεσίβλητο Δήμο, λόγω της από αμνημονεύτων ετών κοινής χρήσης αυτής, και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή κυρίως, επειδή η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κατ' αποτέλεσμα έκρινε όμοια.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το να δεχτεί ότι η επίδικη λωρίδα ανήκει στον αναιρεσίβλητο Δήμο, λόγω της από αμνημονεύτων ετών κοινής χρήσης αυτής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προμνημονεύθηκαν, γιατί αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις διατάξεις αυτές, αφού δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη, αν η κοινή χρήση της επίδικης λωρίδας είχε διαρκέσει δύο συνεχόμενες γενεές επί συνολικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικάσαν ως Εφετείο Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως αναπόδεικτη, με την αιτιολογία, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο τίτλο του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, η οποία αιτιολογία επαρκώς στηρίζει το διατακτικό, και όλως πλεοναστικώς περιέλαβε την παραδοχή ότι η επίδικη λωρίδα ανήκει στον αναιρεσίβλητο Δήμο, λόγω της από αμνημονεύτων ετών κοινής χρήσης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2010 αίτηση του Π. Κ. του Γ. για αναίρεση της 76/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει μειωμένα στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ