1514/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1514/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1514/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος με την ιδιότητά του ως δικηγόρου εμφανίστηκε και δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ανακαλεί την από 24-8-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως.
Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το Ν. 3226/2004 (ΦΕΚ Α' 24) καθορίστηκε το νομοθετικό πλαίσιο για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι οποίοι έχουν χαμηλό εισόδημα. Με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου προβλέπονται οι προϋποθέσεις παροχής της νομικής βοήθειας σε ποινικές, αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η διαδικασία διορισμού συνηγόρων, ως και ο τρόπος και η διαδικασία καταβολής αποζημιώσεως στους δικηγόρους που διορίζονται ως συνήγοροι των δικαιούχων νομικής βοήθειας.
Στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση".
Επίσης, στο άρθρο 14 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τα τυχόν προβλεπόμενα κατώτατα όρια καθορισμού αμοιβής.
Η αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων σε περίπτωση αναίρεσης και παράστασης ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου και του μικτού ορκωτού εφετείου. Με όμοια απόφαση, καθορίζεται το πλαίσιο και η διαδικασία εκκαθάρισης και είσπραξης της αποζημίωσης". Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως εκδόθηκαν οι ΚΥΑ 64762/9-6-2004, 67900/6-6-2005, 7790/16-2-2007, η πρώτη των οποίων, η οποία ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, καθόρισε την αποζημίωση σε βάρος του Δημοσίου, των Δικηγόρων υπηρεσίας, Συμβολαιογράφων, δικαστικών Επιμελητών και προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, "σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατώτατα όρια καθορισμού αμοιβής, όπως αυτά προσδιορίζονται εκάστοτε από τις οικείες κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκτός της αμοιβής για παράσταση σε ΜΟΑ, ΜΟΕ και κατά την αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου οι προβλεπόμενες αμοιβές, η βάσει των σχετικών πινάκων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής μειώνονται κατά 20%".
Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 167 του Κώδικα Δικηγόρων ορίζει ότι: "Εάν οι εν τοις προηγουμένοις άρθροις αναφερόμεναι πράξεις και εργασίαι εγένοντο κατ' εντολήν πλειόνων του ενός το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% δι' έκαστον των πέραν του ενός εντολέων, μη δυνάμενου εν πάση περιπτώσει να υπερβή το διπλάσιον".
Οι ελάχιστες αμοιβές δικηγόρων προσδιορίζονταν κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο από την ΚΥΑ 1085081/1473/A0012/ΠΟΛ.1108/24-9-2003 ΦΕΚ Β 1960, 2003, χωρίς να θίγονται οι διατάξεις του Γ' Κεφαλαίου του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρα 167 έως 179), οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα είδη αμοιβών των δικηγόρων που ρυθμίζονται από τον ως άνω Κώδικα. (Ήδη από 1ης Ιανουαρίου ισχύει η ΚΥΑ 120867/30-12-2005).
Οι ελάχιστες αυτές αμοιβές καθορίζονται στο συνημμένο στην εν λόγω ΚΥΑ πίνακα, προκειμένου για την ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του σε απολογία κατηγορουμένου για κακούργημα καθορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων είκοσι (520) ευρώ. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αποζημίωση των δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο παροχής νομικής βοήθειας, καθορίζεται, καταρχήν, μόνο από στις διατάξεις των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκάστοτε ισχύουν και καθορίζουν τις αμοιβές των προσώπων αυτών για τις εν λόγω υπηρεσίες, όχι και στις σχετικές διατάξεις περί καθορισμού αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων (εκτός της αμοιβής για παράσταση σε ΜΟΔ, ΜΟΕ και στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου όπου οι ελάχιστες αμοιβές μειώνονται κατά 20%).
Οι μη θιγείσες από την εν λόγω ΚΥΑ ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στην περίπτωση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών στο πλαίσιο παροχής νομικής βοήθειας κατά τις διατάξεις του Ν. 3226/2004, καθόσον ρυθμίζουν ζητήματα που δεν εμπίπτουν στις ρυθμίσεις των διατάξεων αυτής (ΚΥΑ).
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 167 του Κώδικα Δικηγόρων προσαύξηση 5% του ελάχιστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου, για κάθε πέραν του ενός εντολέα χωρίς να μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο του ελαχίστου ορίου, αν οι πράξεις και εργασίες του δικηγόρου γίνονται κατ' εντολή πλειόνων, εφαρμόζεται όταν πρόκειται για πράξεις και ενέργειες που εκτελέσθηκαν από δικηγόρο με εντολή που αφορά την ίδια κοινή υπόθεση των εντολέων.
Δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για υποθέσεις της αυτής φύσεως που ενδιαφέρουν πολλούς, οι σχετικές πράξεις όμως και ενέργειες εκτελέσθηκαν από τον δικηγόρο με την εντολή καθενός ενδιαφερομένου. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για αμοιβή του δικηγόρου για πράξεις ή εργασίες που έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων που είχαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου, προκειμένου να παραστεί αυτός ως συνήγορός τους κατά τη λήψη απολογιών κατά το στάδιο της ανάκρισης.
Το γεγονός ότι η υπόθεση για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι βασίζεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, δεν αρκεί για να θεωρηθεί η υπόθεση ως κοινή υπόθεση όλων των κατηγορουμένων, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 167 Κωδ. Δικ. Δηλαδή οι της αυτής φύσης υποθέσεις των κατηγορουμένων, που έχουν ως βάση την τέλεση του ίδιου αδικήματος, δηλαδή το ίδιο βιοτικό συμβάν, δεν συνιστούν κοινή υπόθεση αυτών, εφόσον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον καθένα εξ αυτών και εκτελέστηκαν από τον δικηγόρο με την εντολή καθενός.
Έτσι οι περισσότεροι κατηγορούμενοι μπορεί να διέπραξαν το αυτό αδίκημα, πλην όμως εξ αυτού και μόνο δεν πρόκειται για κοινή υπόθεση όλων, αλλά για υπόθεση που αφορά τον καθένα χωριστά και τα διατυπούμενα κατά την απολογία εκάστου υπερασπιστικά στοιχεία δεν ταυτίζονται, κατ' ανάγκη, με τα υπερασπιστικά στοιχεία των άλλων.
Συνεπώς κατά την απολογία των κατηγορουμένων στον Ανακριτή, η οποία από τη φύση της αποτελεί αυτοτελή νομική πράξη για τον καθένα, η προετοιμασία και απασχόληση του δικηγόρου δύναται να είναι αυξημένη και διαφορετική για τον καθένα, ενώ και ο χρόνος που θα απαιτηθεί να αναλώσει αυτός, όχι μόνο για την προετοιμασία, αλλά και - κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, συμπαριστάμενος με τον εντολέα του, ενδέχεται να είναι κατά περίπτωση σημαντικός.
Κατ' ακολουθία η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω ΚΥΑ και όχι από τη διάταξη του άρθρου 167 του Κωδ. Δικ., η οποία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 εδ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, στην πρώτη περίπτωση όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή και στη δεύτερη περίπτωση όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, εξετάζοντας το μοναδικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα χαρακτήρισε την αυτεπαγγέλτως ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση έντεκα αλλοδαπών κατηγορουμένων ως "κοινή υπόθεση περισσοτέρων του ενός εντολέων", και συνακόλουθα έκρινε ότι είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 167 του "Κώδικα περί Δικηγόρων", ενώ αντίθετα έπρεπε να κρίνει ότι αυτός διορίστηκε ως συνήγορος υπεράσπισης για "υποθέσεις της αυτής φύσεως που ενδιαφέρουν περισσότερους από έναν χωριστά", με συνέπεια οι σχετικές πράξεις να εκτελεστούν χωριστά με εντολή καθενός ενδιαφερομένου και να τυγχάνει εφαρμογής η ΚΥΑ 1085081/1473/Α0012/ΠΟΛ.1108/24-9-2003, δέχθηκε τα εξής:
Από το περιεχόμενο της αγωγής, αλλά και την επισκόπηση του φακέλου της υπόθεσης, καταρχάς προκύπτει ότι ο εκκαλών στις 6-4-2005, διορίστηκε αυτεπαγγέλτως από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Χανίων ως συνήγορος υπεράσπισης προκειμένου να παραστεί κατά το στάδιο της ανάκρισης για λογαριασμό έντεκα Αιγυπτίων κατηγορουμένων, των οποίων η μόνιμη κατοικία βρίσκεται στην Αίγυπτο, για την κακουργηματική πράξη της από κοινού παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου, από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, από τη μεταφορά δε αυτή θα μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο.
Τούτο σημαίνει, κατ' αρχάς, α) ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του Ν. 3226/2004, καθότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι δεν ήταν πολίτες κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε είχαν νομίμως κατοικία ή διαμονή σε κράτος αυτής, σε κάθε δε περίπτωση, η ΚΥΑ με αριθ. ΥΑ 120867/30-12-2005, στην οποία ρητά αναφέρεται η εκκαλουμένη απόφαση, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθότι αυτή τέθηκε σε ισχύ την 1-1-2006, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από το χρόνο που ανατέθηκε στον εκκαλούντα η παροχή των ανωτέρω δικαστικών ενεργειών.
Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η ΚΥΑ 1085081/1473/Α0012/ΠΟΛ. 1108/24-9-2003 (ΦΕΚ Β 1960, 2003), η οποία ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο και σύμφωνα με τον πίνακα της η ελάχιστη αμοιβή για την παράσταση δικηγόρου κατά το στάδιο της ανάκρισης ανέρχεται στο ποσό των 520 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η υπόθεση των έντεκα αλλοδαπών κατηγορουμένων που ανατέθηκε στον εκκαλούντα, αφορούσε μεν το ίδιο βιοτικό συμβάν, ήτοι την από κοινού παράνομη μεταφορά αλλοδαπών, πλην όμως δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως "κοινή υπόθεση που ανατέθηκε με εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων" και να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 167 του "Κώδικα περί Δικηγόρων".
Και τούτο διότι, η εν λόγω υπόθεση αφορούσε κάθε κατηγορούμενο ιδιαιτέρως, ενόψει του ότι: α) η απολογία κάθε κατηγορουμένου είναι ξεχωριστή, δεδομένου της αρχής της μυστικότητας που ισχύει κατά το στάδιο της ανάκρισης, χωρίς ο συνήγορος υπεράσπισης να μπορεί να ασκήσει ταυτόχρονα τα υπερασπιστικά καθήκοντά του για το σύνολο των εντολέων του κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα να απαιτείται περισσότερος χρόνος για την απασχόλησή του και β) ο αυτεπάγγελτος διορισμός του εκκαλούντος έλαβε χώρα από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Χανίων, για περισσότερες από μία δικαστικές ενέργειες που αφορούσε την υπεράσπιση καθενός κατηγορουμένου ξεχωριστά, κατά το στάδιο της απολογίας, έναντι της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας ...
Επομένως, ο εκκαλών με την ανωτέρω αγωγή του νομίμως ζήτησε να του καταβληθεί ως αμοιβή το ποσό των 520 ευρώ για κάθε παράστασή του ξεχωριστά κατά το στάδιο της ανακριτικής απολογίας των έντεκα κατηγορουμένων ανάκρισης, ήτοι συνολικά το ποσό των 5.720 ευρώ (520 επί 11) ...". Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή την οποία και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρο 167 του Κώδικος των Δικηγόρων και ΥΑ 1085081/1473/Α0012/ΠΟΛ.1108/24-9-2003) και ο από το άρθρο 560 παρ. 1 περ. 1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι κατ' ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 167 του "Κώδικα περί δικηγόρων", "κακώς κρίθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη ότι η υπόθεση των 11 αλλοδαπών κατηγορουμένων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως "κοινή" υπόθεση και να υπαχθεί στη ρύθμιση της ως άνω διάταξης, παρά το γεγονός ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνταν οι 11 εντολείς του αναιρεσιβλήτου προκύπτει από το ίδιο βιοτικό συμβάν ..." , είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 112/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Και
Καταδικάζει τo αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ