Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest in divorce dissolution cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a divorce judgment, ruling that neither party had a legal interest to challenge the final decision. The court found that since both spouses successfully claimed divorce based on mutual breakdown, the legal effect of dissolution was achieved for both, rendering further litigation pointless. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the absence of legal interest under the relevant procedural codes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73, 556 of the Code of Civil Procedure; In divorce cases where both parties succeed in claiming dissolution due to mutual breakdown, neither party possesses a legal interest to appeal the final judgment as the legal effect of dissolution has already been realized for both.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1514/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ψ, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο .
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 20 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) την από 20 Απριλίου 2005 ομοία του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αμφότερες και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8148/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3206/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθμό ...
πληρεξουσίου του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Στουτγάρδη. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί για αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμία περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ..
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ο καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της εγγάμου σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, και το δικαστήριο έκανε δεκτές και τις δύο, διότι έκρινε ότι ο κλονισμός αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, τότε ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια, την οποία επιδίωκαν αμφότεροι οι διάδικοι με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς για τον καθένα διάδικο, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσεως επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά μείζονα λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της αποφάσεως επί της ουσίας και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του, αφού, με την παραδοχή της δικής του αγωγής, επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως, ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου και δεν υπάρχει πλέον το αντικείμενο της δίκης(Α.Π. 28/2009, 13/2009, 170/2008, 1756/2006, 669/2005). Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3206/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμό 8148/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές αυτών για λύση του γάμου τους με διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού από γεγονότα που αφορούν το πρόσωπο και των δύο, αλλά και της αποφάσεως αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 68, 73 και 577 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3206/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ