Legislator Case Law & Legislation
1514/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property rights and evidence evaluation grounds under Greek Civil Code.

Case Number 1514/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property rights and evidence. The appellants argued that the lower court distorted documentary evidence and violated substantive law rules, but the court found these claims unmeritorious. The court ruled that the lower court's findings were based on factual evaluation rather than legal error, thus rejecting the appeal and ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 981, 984, 987, 989, 1018 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of evidence documents is inadmissible if the lower court's conclusion stems from a factual evaluation rather than a diagnostic legal error.

Keywords

AI generated
property rights evidence evaluation distortion of documents substantive law violation factual assessment appeal admissibility legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 981, 984, 987, 989, 1018 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1260/1998
OL. AP 1/1999
AP 194/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1514 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1514/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαθέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1171/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 27-12-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 981, 984, 987, 989 και 1018 ΑΚ προκύπτουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, παροδικό όμως από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής, β) η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, γ) αποβολή αποτελεί κάθε πράξη τρίτου, που συνεπάγεται για το νομέα στέρηση, ολική ή μερική, της δυνατότητας να εξουσιάζει το πράγμα, διατάραξη δε συνιστά κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της επί του πράγματος εξουσιάσεως του νομέα αυτού, που όμως δεν φθάνει μέχρι την αποβολή του (ΑΠ 1260/1998), δ) ο νομέας, που αποβλήθηκε ή διαταράχθηκε παράνομα στη νομή του έχει δικαίωμα να αξιώσει στη μεν αποβολή την απόδοση της (νομής), στη δε διατάραξη την παύση, όπως και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται και αξίωση αποζημιώσεώς του κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και ε) αν απαιτείται για την επισκευή ή ανακαίνιση κτιρίου η είσοδος και η κυκλοφορία του εργαζόμενου προσωπικού στο γειτονικό ακίνητο ή η παροδική τοποθέτηση σ' αυτό εγκαταστάσεων ή οικοδομικού υλικού, έχει υποχρέωση ο κύριος του γειτονικού ακινήτου, εφόσον δεν παρακωλύεται σοβαρά η χρήση του, να ανεχθεί αυτές τις ενέργειες έναντι αποζημιώσεως ή παροχής ασφάλειας για τυχόν ζημία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ήτοι αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε αναφορικώς με την πρώτη επίδικη έκταση, εμβαδού 3,7 τετραγωνικών μέτρων, τα εξής: Κατά το έτος 1989 ο εναγόμενος, προκειμένου να επισκευάσει την οικία ανέθεσε στον μηχανικό ... να εκδώσει σχετική οικοδομική άδεια.

Οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν αυτό και με αιτήσεις τους στις αρμόδιες υπηρεσίες προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας στο εδαφικό τμήμα βορείως της οικίας Ψ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρχικώς να διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες, όμως στη συνέχεια η σχετική ... άδεια κρίθηκε νόμιμη από τις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες και ο εναγόμενος συνέχισε τις οικοδομικές εργασίες.

Στα πλαίσια των οικοδομικών αυτών εργασιών επισκευής της οικίας του ο εναγόμενος, προκειμένου να προστατεύσει το ισόγειο της οικοδομής του από υγρασία, που εμφανίζονταν στον τοίχο αυτής, που έχει ανεγερθεί στο κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών, προέβη σε εκσκαφή επί της ιδιοκτησίας των εναγόντων, η οποία είναι υπερυψωμένη, προκειμένου να αποκαλυφθεί ο τοίχος της οικοδομής και στεγανοποιηθεί, επικαλυφθεί δε το έδαφος, ώστε να παρεμποδιστεί η εισροή υδάτων από την πλευρά του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου των εναγόντων.

Ο τοίχος αυτός της οικίας του εναγομένου έχει ανεγερθεί στην ιδιοκτησία του ιδίου και επομένως ανήκει στον ίδιο και δεν εξυπηρετεί το παρακείμενο (δυτικώς) ακάλυπτο ακίνητο της συννομής των εναγόντων. Για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών αποκάλυψης και στεγανοποίησης του τοίχου, που έγιναν κατά μήνα Αύγουστο 1999, παρέστη ανάγκη να ανασκαφεί, παρά τα θεμέλια το έδαφος της παρακείμενης ιδιοκτησίας των εναγόντων και στη συνέχεια, αφού έγιναν τα απαραίτητα τεχνικά έργα επικαλύφθηκε και πάλι το έδαφος.

Με τις ενέργειές του αυτές ο εναγόμενος δεν απέβαλε τους ενάγοντες από τη νομή τους ούτε διαταράσσει αυτούς στην άσκηση της νομής τους, αλλά απέβλεψε μόνο στην επισκευή του δυτικού τοίχου της οικίας του, χωρίς να παρακωλύεται η χρήση του ακινήτου των εναγόντων από αυτούς, οι οποίοι αν έχουν υποστεί ζημία από την ενέργεια αυτή του εναγομένου δικαιούνται αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΑΚ.

Έτσι έχοντας κρίνει το Εφετείο, με το να δεχτεί δηλαδή ότι ο εναγόμενος, με τις παραπάνω ενέργειες, δεν απέβαλε τους ενάγοντες από τη νομή τους ούτε τους διαταράσσει στην άσκηση αυτής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 981, 984, 987, 989 και 1018 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με έλλειψη σχετικής νόμιμης βάσεως, αφού εξέθεσε σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις το εκ των αποδείξεων πόρισμα, στο οποίο εκείνο οδηγήθηκε και τα αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανομένων διατάξεων πραγματικά γεγονότα, ο δε περί του εναντίου τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 714/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης υποστηρίζουν ότι, αναφορικά με την άλλη επίδικη έκταση των 33 τ.μ., "η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική, αφού ενώ αρχικά το Εφετείο δέχεται ότι τα ακίνητα των διαδίκων έχουν κοινό ανατολικό δυτικό όριο, ο δυτικός δε εξωτερικός τοίχος της οικίας του εναγομένου έχει κατασκευασθεί επί του κοινού ορίου των δύο ιδιοκτησιών, ακολούθως, μεταθέτει το ακίνητο, του εναγομένου νοτίως της οδού ...-..., ενώ το ακίνητο των εναγόντων το τοποθετεί βορειότερα αυτής, εις τρόπον ώστε να καταλείπει αμφιβολία ως προς την ακριβή τοπικό προσδιορισμό της επίδικης ως άνω έκτασης και την επ' αυτής άσκηση πράξεων νομής".

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ακριβή τοπικό προσδιορισμό της επίδικης έκτασης εμβαδού 33 τ.μ., δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι και συννομείς οικοπεδικής έκτασης με τα επ' αυτής παλαιά κτίσματα, που βρίσκεται στην πόλη της ..., εντός σχεδίου πόλεως και κοντά στη θέση <...>.

Η ιδιοκτησία αυτή των εναγόντων, την οποία απέκτησαν από κληρονομία του πατέρα τους ΧΧ, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1974, συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του εναγομένου, με τον οποίο οι ενάγοντες συνδέονται και με συγγενική σχέση. Ειδικότερα το επίδικο τμήμα έκτασης 33 τ.μ. βρίσκεται βορείως της οικίας του εναγομένου, που υπάρχει στην προαναφερόμενη ιδιοκτησία του.

Ο δυτικός εξωτερικός τοίχος της οικίας του εναγομένου έχει κατασκευασθεί επί του κοινού ορίου των δύο ιδιοκτησιών και κατά το μήκος αυτού αποτελεί εν μέρει το όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών. Η οικία αυτή του εναγομένου έχει κατασκευασθεί πριν το έτος 1930 από τον απώτερο δικαιοπάροχό του, παππού του Ψ, οποίος το έτος 1931 με το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Κυρίτση Τρικκαίου, νομίμως μεταγραφέντος, αγόρασε από τους ΑΑ και ΧΧ (πατέρα των εναγόντων) εδαφική περιοχή, εκτεινόμενη βορείως της παραπάνω οικίας και του μέχρι τότε οικοπέδου της. Στο συμβόλαιο αυτό το εδαφικό τμήμα που αγόρασε ο Ψ αναφέρεται ότι έχει εμβαδό 125 τ.μ.

ως έγγιστα και ότι το πωληθέν αυτό τμήμα συνορεύει νοτίως με οικία ΕΕ, βορείως με κοινοτική οδό και υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών. Συνεχίζει το Εφετείο ότι από την ως άνω περιγραφή αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται α) ότι η έκταση που αγόρασε ο Ψ εκτείνονταν βορείως της ιδιοκτησίας της τότε συζύγου του ΕΕ, β) ότι αυτή εκτείνονταν βορειότερα μέχρι του σημείου που τότε (1931) διέρχονταν κοινοτική οδός με την οποία συνόρευε το πωληθέν εδαφικό τμήμα και γ) ότι εν μέρει βορείως το ίδιο αυτό τμήμα συνόρευε και με υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών.

Το ότι το πωληθέν αυτό τμήμα εκτείνονταν βορείως της ιδιοκτησίας Ψ μέχρι του τότε κοινοτικού δρόμου, αποδεικνύεται και από το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ευθυμίου Μανούσου, καθώς και από το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ανδρέα Αθανασίου, με το οποίο οι αδελφοί ΧΧ, ΒΒ, ΑΑ και ΓΓ, τέκνα του ΔΔ, διένειμαν την πατρική τους κληρονομία, και στο οποίο το διανεμηθέν ακίνητο φέρεται ότι νοτίως συνορεύει με οδό ...-..., χωρίς να αναφέρεται ότι νοτιότερα της οδού αυτής υπήρχε ιδιοκτησία αυτών και χωρίς επίσης να αναφέρεται ως νότιο όριο του διανεμηθέντος ιδιοκτησία Ψ.

Από την περιγραφή αυτή αποδεικνύεται ότι η παραπάνω οδός (ήδη οδός ...) είχε κατασκευασθεί το έτος 1951 και ότι νοτιότερα αυτής, προς την ιδιοκτησία Ψ δεν υπήρχε ιδιοκτησία των κληρονόμων ΔΔ, ώστε αυτή να περιέλθει με τη διανομή στον δικαιοπάροχο των εναγόντων πατέρα τους ΧΧ. Κατά συνέπεια νοτίως της οδού αυτής προς τη νοτιότερα κείμενη οικία Ψ, η υπάρχουσα εδαφική έκταση ανήκε στην ιδιοκτησία Ψ και ήταν όση απέμεινε μετά τη διάνοιξη της οδού ... .

Η εδαφική αυτή έκταση κατεχόταν από το έτος 1931 αρχικώς από τον αγοραστή Ψ, ο οποίος κατασκεύασε εντός αυτής καλύβα για τη στέγαση των οικοσίτων ζώων του, φύτευσε κυπαρίσσια και γενικώς ασκούσε σ' αυτή τις αρμόζουσες στη φύση της πράξεις νομής ως κύριος. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι την έκταση αυτή και ειδικότερα το τμήμα εμβαδού 33 τ.μ.

είχε παραχωρήσει κατά χρήση ο δικαιοπάροχος πατέρας τους αρχικώς στον Ψ και στη συνέχεια στους κληρονόμους του δεν αποδεικνύεται. Ουδέποτε οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, συνεχίζει το Εφετείο, άσκησαν πράξεις νομής στην επίδικη έκταση. Αντιθέτως, τέτοιες πράξεις ασκούσαν ο Ψ και οι διάδοχοί του, χωρίς ποτέ μέχρι το έτος 1984 οι ενάγοντες ή ο πατέρας τους να διαμαρτυρηθούν.

Μάλιστα το έτος 1984 πληροφορηθείς ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, ρητώς με επιστολή του προς τον Χ3 ανέφερε ότι αυτό ανήκε στην ιδιοκτησία Ψ, επικαλούμενος μάλιστα και εμφανείς πράξεις νομής (κατασκευή καλύβας, περίφραξη, φύτευση κυπαρισσιών) και δηλώνοντας ρητά ότι, αν οι ενάγοντες προέβαλαν οποιοδήποτε δικαίωμα στην επίδικη έκταση, και μάλιστα σ' εκείνη που κατά την αγωγή είναι εμβαδού 33 τ.μ., να προσφύγουν στα δικαστήρια.

Το έτος 1985 ο εναγόμενος και η μητέρα του αποδέχτηκαν την κληρονομία του πατέρα του, κατά τα εξ αδιαθέτου ποσοστά τους, δήλωσαν δε το παραπάνω ακίνητο, αναφέροντας ως βόρειο όριο αυτού την ήδη διανοιγείσα οδό ... . Όταν το έτος 1986 οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν τούτο, με εξώδικό τους διαμαρτυρήθηκαν ισχυριζόμενοι ότι βορείως της οικίας Ψ και μέχρι την οδό ...

η ιδιοκτησία ανήκει στους ίδιους. Όμως, από τις εξώδικες αυτές δηλώσεις των εναγόντων προς τον εναγόμενο και τη μητέρα του προκύπτει, ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται σ' αυτές επί ποίου ακριβώς εμβαδού προβάλλουν δικαιώματα, αν δηλαδή αμφισβητούν ολόκληρο το βορείως της οικίας Ψεδαφικό τμήμα ή μέρος αυτού.

Καταλήγει δε το Εφετείο ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 33 τ.μ. από το έτος 1931 βρισκόταν στη κατοχή του παππού του εναγόμενου, ο οποίος το μεταβίβασε ατύπως στον πατέρα του εναγόμενου ΨΨ. Μετά το θάνατο του ΨΨ το κατείχαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ο εναγόμενος και η μητέρα του, από δε το έτος 1985 το κατείχε ο εναγόμενος μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Όλοι αυτοί νέμονταν το επίδικο τμήμα των 33 τ.μ. ως κύριοι, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του προαναφερθείσες πράξεις νομής στο δικό τους όνομα και όχι ως αντιπρόσωποι των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή των εναγόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να αναγνωριστούν οι ίδιοι συννομείς και του πιο πάνω επίδικου εδαφικού τμήματος των 33 τ.μ.

και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τον ακριβή τοπικό προσδιορισμό της επίδικης ως άνω έκτασης των 33 τ.μ.

και την επ' αυτής άσκηση πράξεων νομής από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το ορθό διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ποιος ασκούσε νομή στην επίδικη ως άνω εδαφική έκταση των 33 τ.μ., παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων, ήτοι α') του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Κυρίτση Τρικκαίου, β') του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Ευθυμίου Μανούσου και γ') του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ανδρέα Αθανασίου, προς απόδειξη της βασιμότητας των σχετικών αγωγικών τους ισχυρισμών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικώς ανωτέρω εκτέθηκε, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς τον ακριβή τοπικό προσδιορισμό της επίδικης έκτασης και την επ' αυτής άσκηση πράξεων νομής, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση, μεταξύ μάλιστα των άλλων αποδεικτικών μέσων, και του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2004 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 1171/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ