Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation and procedural admissibility grounds in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The court found that the lower court correctly evaluated multiple documents, including employment records and termination letters, to determine the existence of an out-of-court admission. Consequently, the appeal was dismissed because the lower court's assessment of evidence falls within its discretionary power and does not constitute a legal error reviewable by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20, 11 no. g, 12 KPolD: The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments; it does not overturn a lower court's evaluation of evidence unless the court distorted the document's content or failed to consider legally admissible evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1514/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ..................και 2) ................... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βουργίδη. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία «ΚΑ-ΣΤΕΛ Ε.Β.Α.Ε. – ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκηρύχθη σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ΄ αριθμ. 1173/6-8-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με διορισθέντα οριστικό σύνδικο της πτωχεύσεως τον Ιωάννη Κατοχιανό. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σταυριανό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2637/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7935/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-12-2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 5-1-2004 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, η οποία έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειουσών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα,.........., με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέθεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, διότι παραμόρφωσε το καταστατικό, ως προς τα άρθρα 17 και 18, της αναιρεσίβλητης εταιρείας, καθώς και την από 2.2.1984 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, γιατί έκρινε ότι το συμβούλιο αυτό με την εν λόγω απόφασή του ανέθεσε στον πρόεδρό του την ενάσκηση και του δικαιώματος να απολύει τους υπαλλήλους της εταιρείας μόνο εφόσον δεν πρόκειται περί μελών του διοικητικού συμβουλίου, όπως ήταν η αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε την πιο πάνω κρίση του, αφού συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η επιχειρούμενη δε με τις προτάσεις της αναιρεσειούσης συμπλήρωση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως με την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι η παραμόρφωση του ως άνω καταστατικού της εταιρείας έλαβε χώρα και με την παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει το καθοριζόμενο μέρος (εδάφια γ' και ζ') του άρθρου 17 αυτού, είναι απαράδεκτη.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αυτή ως άνω πρώτη αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας χορήγησε στον πρόεδρό του την εξουσία να απολύει τους υπαλλήλους της εταιρείας μόνο εφόσον δεν πρόκειται περί μελών του διοικητικού συμβουλίου, δεν έλαβε υπόψη την από 20.6.2000 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης με την οποία χορηγήθηκε στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου το δικαίωμα να εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη, χωρίς κανένα απολύτως περιορισμό.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως από την διαλαμβανόμενη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και «…….. τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία εκτιμώνται και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα οποία λαμβάνονται υπόψη και ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ……..» και τις αιτιολογίες της αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα του χορηγηθέντος στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας δικαιώματος προς απόλυση των υπαλλήλων αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως επί του ζητήματος αυτού και την ανωτέρω απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας, την οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, με τον πρώτο, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ........., λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πλημμέλεια έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από κανένα διάδικο ισχυρισμό, ότι η αναιρεσείουσα, κατόπιν συμφωνίας της με την αρχική εργοδότρια εταιρεία, δεν έλαβε αποζημίωση για την πρώτη απόλυσή της, στις 28.2.1988, προκειμένου να επαναπροσληφθεί στις 2.10.1995 με νέα σύμβαση εργασίας και να συνυπολογιστεί σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αυτής, στο συνολικό χρόνο εργασίας της και το ως άνω χρονικό διάστημα της πρώτης συμβάσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, η ίδια προέβαλε τον σχετικό ισχυρισμό.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 4 του ν. 2122/1920 προκύπτει ότι, σαν λυθεί η σύμβαση εργασίας και καταρτιστεί νέα σύμβαση, η κατά το νόμο αυτόν αποζημίωση καθορίζεται μόνο βάσει του διανυθέντος χρόνου της νέας συμβάσεως και δεν συνυπολογίζεται ο προς τον αυτό εργοδότη χρόνος της προηγουμένης συμβάσεως (ΑΠ 86/1970) ή ο χρόνος υπηρεσίας σε άλλον εργοδότη, εκτός αν, και στις δύο περιπτώσεις, ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη νόμου ή διάταξη κανονιστικού περιεχομένου ή με όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή επί μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, που έχει ως αποτέλεσμα την υποκατάσταση αυτοδικαίως του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργασιακές σχέσεις, αποτέλεσμα για το οποίο αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι συνεχίζονται οι εργασίες της επιχειρήσεως ως οικονομικής μονάδας και δεν απαιτείται νομική διαδοχή και δη νομικός δεσμός μεταξύ του προηγουμένου και του νέου εργοδότη (ΑΠ 1559/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ............. προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την εταιρεία με την επωνυμία «ΕΚΑ ΜΑΡ ΑΕ» στις 15.8.1977 και απολύθηκε στις 28.2.1988 και ακολούθως επαναπροσ-λήφθηκε με νέα σύμβαση εργασίας στις 2.10.1995, δυνάμει δε των συμβάσεων αυτών απασχολήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία ως υπάλληλος γραφείου.
Στις 31.10.1998, η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία διαδέχθηκε ως εργοδότρια την ως άνω εταιρεία «ΕΚΑ ΜΑΡ ΑΕ» στη σύμβαση εργασίας, που αυτή είχε συνάψει με την ενάγουσα και έκτοτε η τελευταία συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στη νέα εργοδότρια εταιρεία. Αλλά, στις 15.11.2000, η εναγομένη, δια του προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου ..............., στον οποίο αυτό είχε χορηγήσει σχετική αντιπροσωπευτική εξουσία, κατήγγειλε εγγράφως την πιο πάνω σύμβαση εργασίας, χωρίς όμως να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση.
Η ενάγουσα αποδέχεται την απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και ζητεί να της καταβληθεί η οφειλόμενη γι' αυτή νόμιμη αποζημίωση, η οποία, με βάση το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας της από 2.10.1995, που προσλήφθηκε για δεύτερη φορά με νέα σύμβαση εργασίας από την εταιρεία «ΕΚΑ ΜΑΡ ΑΕ», την οποία διαδέχθηκε ως εργοδότρια η εναγομένη, ανέρχεται στο ύψος των τριών μηνιαίων τακτικών αποδοχών εξ 1.959.999 δραχμών συνολικά υπολογιζόμενων με βάση τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές της κατά τον τελευταίο μήνα της απασχολήσεώς της και με συνυπολογισμό των επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα.
Ο ισχυρισμός της εναγούσης ότι κατόπιν συμφωνίας με την εταιρεία «ΕΚΑ ΜΑΡ ΑΕ» δεν έλαβε αποζημίωση κατά την απόλυσή της στις 28.2.1988, προκειμένου να επαναπροσληφθεί στις 2.10.1995 με νέα σύμβαση εργασίας και να συνυπολογιστεί, σε περίπτωση καταγγελίας της νέας συμβάσεως εργασίας, ως προϋπηρεσία της, και το χρονικό διάστημα από 15.8.1977, μέχρι 28.2.1988, που εργάστηκε με την προηγούμενη σύμβαση εργασίας, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ως εκ τούτου κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσειούσης κατά το κεφάλαιό της περί αποζημιώσεως για την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα την πιο πάνω, εκ τριών τακτικών μηνιαίων αποδοχών της, αποζημίωση, βάσει του χρόνου υπηρεσίας μόνο της τελευταίας συμβάσεως εργασίας και χωρίς συνυπολογισμό στο χρόνο αυτόν του χρόνου της προηγούμενης συμβάσεώς της.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο δεν παραβίασε και δη εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 4 του ν. 2112/1920, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα του διανυθέντος χρόνου υπηρεσίας της αναιρεσειούσης, με βάση τον οποίο προσδιόρισε την οφειλόμενη αποζημίωση για την απόλυσή της, αλλά διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ως προς το εν λόγω ζήτημα.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος για την ως άνω αναιρεσείουσα λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, κι' αυτά που δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ακόλουθα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι: α) το με αριθμό πρωτ. ......... έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς τον ΟΑΕΔ, με το οποίο αυτή γνωστοποιεί την ανάληψη από την ίδια των υποχρεώσεων της προηγουμένης εργοδότριας έναντι της αναιρεσειούσης και των άλλων εργαζομένων, β) την από 16.11.1998 κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας της αναιρεσίβλητης, στην οποία περιλαμβάνεται και το όνομα της αναιρεσειούσης και ο χρόνος προϋπηρεσίας της και γ) την από 15.11.2000 έγγραφη καταγγελία της μεταξύ των συμβάσεως εργασίας, στην οποία διαλαμβάνονται και τα δύο χωριστά χρονικά διαστήματα της εργασίας της αναιρεσειούσης στην αναιρεσίβλητη και στην προκάτοχό της.
Συνεπώς, ο εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε ουσιαστική εκτίμηση και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/1993).
Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το εφετείο εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται, κατά την αναιρεσείουσα, στην προαναφερθείσα από 15.11.2000 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Όμως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ περί εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδικάστηκε η προκείμενη υπόθεση, στην οποία δεν έχουν αποδεικτική δύναμη τα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αυτά. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.12.2002 αίτηση των .............. και ...................., για αναίρεση της αριθ. 7935/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ