1513/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1513/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγο ανώτερης βίας, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1513 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1513/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Α., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.3341/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/24-4-2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ (όπως αυτό αντικ. διαδοχικά με τους ν. 3904/2010, 4055/2012 και 4139/2013) και του άρθρου 501 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγο ανώτερης βίας, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Πρέπει, δηλαδή, αυτή να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορουμένου ή γεγονός ανώτερης βίας) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ.ΑΠ 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου εμφανίστηκε, ως άγγελος, ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Κ., ο οποίος δήλωσε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από τον δικηγόρο Αθηνών Κ.
Α., ο οποίος αδυνατεί να παραστεί, λόγω επαγγελματικής απασχόλησης με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου πολιτικής αγωγής σε υπόθεση που εκδικάζεται μετά από διακοπή στο Γ’ Τριμελές Εφετείο Αθηνών με κατηγορούμενο τον Σ. Μ. και γι’ αυτόν τον λόγο ζητεί την αναβολή της δίκης. Προσκόμισε δε την από 10-11-2014 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς τον παραπάνω δικηγόρο καθώς και το 639/2014 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, τα οποία αναγνώστηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, μετά από όμοια εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "... Το αίτημα αυτό αναβολής της υπόθεσης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του εκκαλούντος-κατηγορουμένου είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ καθόσον κατά την αληθή έννοια του παραπάνω άρθρου νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης, για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ο υπό του συνηγόρου απεσταλμένος συνάδελφός του δικηγόρος, ως άγγελος αυτού, ανεξάρτητα από την παρουσία ή την απουσία του κατηγορουμένου, αφού ο απεσταλμένος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου για να αναγγείλει το κώλυμα, είναι μεν άγγελος του διορισμένου να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο δικηγόρο, στην ουσία όμως το αίτημα υποβάλλεται για λογαριασμό του κατηγορουμένου για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου του, που παραδεκτά μπορεί να αναγγείλει και ο άγγελος του ήδη με εξουσιοδότηση διορισμένου δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 § 2β’ του ΚΠοινΔ και το αίτημα αυτό πρέπει να ερευνάται (ΑΠ 592/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) στην προκείμενη όμως περίπτωση, πρέπει το υποβληθέν αίτημα αναβολής να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο καθόσον, κατά πλειοψηφία, το Δικαστήριο κρίνει, ότι υποβάλλεται με σκοπό την παρέλκυση της δίκης, ενόψει του γεγονότος ότι πρόκειται για πράξη τελεσθείσα το έτος 2010, η οποία εισάγεται για να δικασθεί σήμερα κατ’ έφεση μετά από δύο συνεχείς αναβολές εκ των οποίων η μεν πρώτη αφορούσε συμμετοχή του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου σε αποχή δικηγόρων και η δεύτερη αφορούσε κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου (βλ.
τα αποσπάσματα των υπ’ αριθμ. 3569/18-9-2013 και 855/6-3-2014 αναβλητικών αποφάσεων αντίστοιχα του Δικαστηρίου τούτου). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε εξαντλήσει το κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος αναβολής επί δύο φορές, αφού κατά το άνω άρθρο 349 § 4 εδ. β ΚΠΔ, κάθε άλλη, μετά τη δεύτερη αναβολή, απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές, πράγμα που δεν ζητήθηκε από τον αποσταλμένο άγγελο δικηγόρο του κατηγορουμένου.
Εξάλλου υπήρχε η δυνατότητα του κατηγορουμένου να αναθέσει σε άλλον δικηγόρο την υπεράσπισή του, αφού το κώλυμα του ως άνω συνηγόρου υπεράσπισης του Κ. Α. ήταν ήδη γνωστό σε αυτόν (βλ. την προσκομιζόμενη από 10-11-2014 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου). Κατόπιν τούτων, το αίτημα περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης, πρέπει να απορριφθεί κατά την άποψη της πλειοψηφίας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (σχετικό έγγραφο λχ.
κλήση κλπ) δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο απασχόληση (ΑΠ 361/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης ...". Με αυτό το περιεχόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο σκεπτικό της, διέλαβε τη ρητή ουσιαστική παραδοχή, ότι δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η επικαλούμενη επαγγελματική απασχόληση του δικηγόρου Κ.
Α. και ότι το σχετικό αίτημα αποσκοπούσε στην παρέλκυση της δίκης, η παραδοχή δε αυτή στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς την απορριπτική κρίση του αιτήματος αναβολής. Οι λοιπές σκέψεις που περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (για εξάντληση του δικαιώματος αναβολής, επειδή είχαν ήδη χορηγηθεί δύο αναβολές, για τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης και τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να αναθέσει την υπεράσπισή του σε άλλον δικηγόρο) είναι πλεοναστικές, δεν διασυνδέονται άμεσα με την προαναφερόμενη ουσιαστική παραδοχή και δεν θίγουν την επαρκή πληρότητα της απορριπτικής αιτιολογίας.
Κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, που αντικατέστησε το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 και όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του ν. 3702/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ.
για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται, με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Με τη νέα αυτή ρύθμιση: α) Το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και στα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον με ενιαίο τρόπο ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον αν αυτό ήταν καταβλητέο σε δόσεις ή εφάπαξ, β) Στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, συνυπολογίζονται και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, γ) Οι ποινές καθορίζονται με βάση το κατώτερο ποσό της συνολικής, κατά οφειλέτη, ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ.).
Και δ) Αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη για κάθε πίνακα χρεών, που γεννήθηκαν μετά την 1-1-2004. Αφού συνυποβληθεί στον εισαγγελέα ο συνοδευτικός πίνακας βεβαιωμένων χρεών με τη σχετική αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ κλπ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία και ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης του κάθε μερικότερου χρέους.
Δεν πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες ομοειδείς πράξεις, οι οποίες προσβάλλουν διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουν χρονικά και συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούν σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, αλλά η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των βεβαιωμένων χρεών, που περιέχονται στον πίνακα, τυποποιείται σε μία και μόνη αξιόποινη πράξη, που τελείται μόλις συμπληρωθεί τετράμηνο από τον χρόνο που το χρέος έπρεπε να καταβληθεί.
Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στον νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα.
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του οικείου πίνακα χρεών που συνοδεύει την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης, ο οποίος χρόνος καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων χρεών που έχουν προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις και, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.
Και 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν.
Ενώ, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης.
Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και τον υποκείμενο της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ.) και η οποία συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη.
Ενώ, όπως ήδη σημειώθηκε, ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη, για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος.
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17,18, 19, 21 παρ. 2 και 23 του ν. 2523/1997 προκύπτει ότι, αντίθετα με όσα ισχύουν στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις των εγκλημάτων φοροδιαφυγής (μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος, μη απόδοση ΦΠΑ και λοιπών φόρων, έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων), στις οποίες η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (που επέρχεται με την τελεσίδικη απόρριψη της προσφυγής από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ή με την πάροδο άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής), αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση παραδεκτής ποινικής δίωξης, στο έγκλημα της μη έγκαιρης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους (μη ιδιώτες), που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες (άρθρο 25 ν. 2523/1997), δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης.
Η τυχόν άσκηση προσφυγής κατά της οικείας καταλογιστικής πράξης και η συνακόλουθη αναστολή καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του σχετικού εγκλήματος, ούτε οδηγεί σε αθώωση του κατηγορουμένου, αφού καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπει τέτοιον τρόπο άρσης του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εγκλήματος αυτού, ενώ, αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ματαίωνε τον σκοπό θέσπισης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 περ. β’ του ίδιου ν. 1882/1990, όπως ισχύει, όταν πρόκειται για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ποινές που προβλέπονται από την παρ. 1 αυτού επιβάλλονται στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Επίσης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 αυτού (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες κλπ.), η σε βάρος τους ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους (μη ιδιώτες), που ήταν βεβαιωμένα κατά τον χρόνο που αυτοί απέκτησαν την αντίστοιχη ιδιότητα ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που αυτοί είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα την απέβαλαν με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, μεταγενέστερα, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν τη σχετική ιδιότητα αυτή.
Η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων, και όχι μόνο μερικών από αυτά, επιλεκτικά.
Το στοιχείο του δόλου απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μόνο όταν ο νόμος αξιώνει για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, και άλλα στοιχεία (πέραν της πρόθεσης), όπως συμβαίνει με τον άμεσο ή με τον υπερχειλή δόλο. Το έγκλημα της πλημμεληματικής παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει, προϋποθέτει δόλο με την έννοια της πρόθεσης, αφού δεν καθορίζεται από το άρθρο αυτό άλλη μορφή υπαιτιότητας. Ο δόλος δε αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της σχετικής αξιόποινης πράξης, ώστε να μην απαιτείται γι’ αυτόν τον λόγο ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια αιτιολογία για την ενοχή του δράστη, στην οποία εμπεριέχεται και εκείνη που αφορά τον δόλο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3341/2014 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, εκτιμώμενα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 §1 ΚΠΔ) -σημειωτέον ότι η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι’ αυτόν και να απαντά στις ερωτήσεις αντί γι’ αυτόν ....
αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν κατά το κατηγορητήριο πράξη και ειδικότερα: Στην Πάτρα, στις 31-12-2009, ο εκκαλών-κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στην Πάτρα Αχαΐας, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." καθυστέρησε την καταβολή προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα, βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής αυτών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (ήτοι την 2-6-2010) υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ βεβαιώθηκαν στη Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών σε βάρος του και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα χρέη σε βάρος της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας, συνολικού ποσού 2.723.206,83 ευρώ, που εισπράττονται από την ανωτέρω Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών, καθ’ όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο εκκαλών- κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων [4] μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τα ακόλουθα χρέη με τις προσαυξήσεις τους:
όπως τα ανωτέρω χρέη, συνολικού ποσού 2.723.206,83 ευρώ, κατά οφειλόμενο κεφάλαιο και προσαυξήσεις, κατά είδος φόρου, τρόπο, ημερομηνία πληρωμής και ημερομηνία λήξης, καθώς και κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης και βεβαίωσης του προϊσταμένου της Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών, αναφέρονται στον από 2-6-2010 πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ.
Το δε συνολικό χρέος από την ανωτέρω αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του προαναφερομένου πίνακα χρεών (ήτοι 2-6-2010) ανερχόμενο στο ποσό των 2.723.206,83 ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Η αμφισβήτηση όμως, του χρέους από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι τα εν λόγω χρέη έχουν παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως αυτά έχουν βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της υπόχρεης οφειλέτιδας του Δημοσίου, ομόρρυθμης εταιρείας, όφειλε στην περίπτωση αυτή, να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπομένη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου ....
Ο δε προβαλλόμενος από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο μέσω του συνηγόρου του ισχυρισμός περί παραγραφής, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύχτηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεν είναι νόμιμος, διότι κατά τη νέα αυτή σαφή διατύπωση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, τα οποία γεννήθηκαν μετά την 1-1-2004, όπως εν προκειμένω, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων [4] μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος και οι ποινές καθορίζονται βάσει του ποσού συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής και έτσι δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακας για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου μη καταβολής αυτών, γι’ αυτό και γίνεται λόγος περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, οπότε δεν μπορεί να τύχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 §1 ΠΚ όπως επικαλείται ο κατηγορούμενος αφού στην συγκεκριμένη περίπτωση χρόνος τέλεσης του αδικήματος, είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων [4] μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το τελευταίο χρέος ήτοι η 31-12-2009.
Από το χρόνο δε τέλεσης του αδικήματος, ήτοι την 31-12-2009 η διάταξη του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/1990, ισχύει όπως η § 1 είχε τροποποιηθεί με την § 2 του άρθρου 18 και §§ 2-4 του άρθρου 28 του ν. 2948/2001 και είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 34 του ν. 3016/2002 [ΦΕΚ 110/17.5.2002] και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, διότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης στην προκειμένη περίπτωση, ανάγεται στο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004.
Έτσι από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης στις 31-12-2009 μέχρι την επίδοση του από 27-8-2010 [ΑΒΩρ: …/10] κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 23-9-2010 (όπως προκύπτει από το σχετικό από 23-9-2010 αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών, Α. Δ.) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ούτε από το χρόνο δε τέλεσης της αξιόποινης πράξης στις 31-12-2009 μέχρι τη σημερινή εκδίκαση της [13-11-2014] έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της οκταετίας ώστε να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο συνεπεία παραγραφής, όπως αβασίμως, διατείνεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος δια του συνηγόρου υπεράσπισης του και συνεπώς, ο σχετικά προβαλλόμενος ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί.
Η επίκληση δε εκ μέρους του εκκαλούντος-κατηγορουμένου του γεγονότος ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία "..." της οποίας αυτός [εκκαλών-κατηγορούμενος] ήταν ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος -ιδιότητα που δεν αμφισβήτησε- κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, δυνάμει της υπ’ αριθ. 3/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας] με ημερομηνία παύσης των πληρωμών την 30-9-1995, δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη, όπως αναφέρεται ειδικότερα στον από 2-6-2010 πίνακα χρεών της Β’ ΔΟΥ Πατρών που παρατίθεται στο διατακτικό, εξακολουθούσε η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης (ad hoc ΑΠ 65/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και συνεπώς πρέπει για τα ανωτέρω χρέη να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν κατά το κατηγορητήριο πράξης της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο ....".
Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή για το ότι: "Στην Πάτρα, την 2-6-2010, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το οποίο ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000,00 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "..." ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του από την Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών ατομικά χρέη του προς το Δημόσιο που έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ και σε ρυθμισμένες μηνιαίες δόσεις κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2009 έως 31-8-2009, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμός ειδικού βιβλίου …/2010) που συνοδεύεται από την από 2-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της παραπάνω Δ.Ο.Υ.
και ο οποίος (πίνακας χρεών) αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο του παρόντος ως εξής ....". Ενσωματώνονται δε στις σελ. 23 έως 25 της απόφασης ο προαναφερόμενος πίνακας χρεών, όπου περιέχονται και προσδιορίζονται τα μερικότερα χρέη ως προς την Αρχή και τα στοιχεία της βεβαίωσής τους, την αιτία προέλευσης, τον τρόπο πληρωμής (εφάπαξ ή σε δόσεις) και τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που έγιναν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να πληρωθούν μέσα στο χρονικό διάστημα από 30-1-2009 έως 31-8-2009.
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Σ. και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού α) διαλαμβάνονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη έγκαιρης καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχτηκε ένοχος ο αναιρεσείων, β) λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και στα οποία αυτό στήριξε τη δικανική πεποίθησή του και γ) περιέχονται νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε διαδοχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα, όπως ήδη σημειώθηκε, προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την ενσωμάτωση στο διατακτικό της του προαναφερόμενου πίνακα χρεών (38/2010) της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Β Πατρών, που είχε προσαρτηθεί στην οικεία μηνυτήρια αναφορά, η φορολογική αρχή που βεβαίωσε τα χρέη σε βάρος του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, το είδος και το ύψος των χρεών, ο χρόνος βεβαίωσής τους, ο τρόπος πληρωμής τους και οι συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες που έγιναν απαιτητά τα μερικότερα χρέη και έπρεπε να καταβληθούν από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο.
Από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εκδίκασε και αποφάνθηκε για την ένδικη κατηγορία ως μία ενιαία αξιόποινη πράξη, της μη έγκαιρης καταβολής του αθροίσματος περισσότερων βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, όπως το ειδικό έγκλημα αυτό τυποποιείται στο άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 και προσδιορίζεται ως προς τα ειδικότερα στοιχεία του στο διατακτικό της απόφασης και στον επισυνημμένο σ’ αυτό πίνακα χρεών, και όχι ως κατ’ εξακολούθηση έγκλημα κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, για την οποία έγινε λόγος στο νομικό μέρος της παρούσας απόφασης.
Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε με βεβαιότητα υπόψη και συνεκτίμησε κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του και για τη θεμελίωση της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν (σελ. 13-14 αποφ.), τα οποία ήταν και τα μόνα αποδεικτικά μέσα, που εισφέρθηκαν στη σχετική δίκη, έστω και αν δεν υπάρχει ρητή και ειδική αναφορά σε όλα αυτά τα έγγραφα στο σκεπτικό της απόφασης.
Επίσης, για τη θεμελίωση της ενοχής του κατηγορουμένου, διατυπώνεται στην απόφαση ρητή ουσιαστική παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο βεβαίωσης των χρεών και την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου της οφειλέτριας Ο.Ε., εκτός από εκείνη του νομίμου εκπροσώπου αυτής (σελ. 20 απόφασης αλλά και ένδειξη "Ο.Μ.", δηλαδή ομόρρυθμο μέλος, στην πρώτη στήλη του ενσωματωμένου στην απόφαση πίνακα χρεών υπό τον τίτλο "ιδιότητα").
Επομένως, η κρίση ενοχής του κατηγορουμένου θεμελιώθηκε και στην ιδιότητά του ως εταίρου της συγκεκριμένης Ο.Ε. κατά την βεβαίωση των ενδίκων χρεών, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης, δεύτερος και τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η και Δ για υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, αντίστοιχα, επειδή η κρίση ενοχής στηρίχτηκε μόνο στην ιδιότητα του κατηγορουμένου ως νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω Ο.Ε., είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ως προς το στοιχείο του δόλου, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αλλά η αιτιολόγησή του εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, αφού, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, ο δόλος (ως πρόθεση) ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία άμεσου ή υπερχειλούς δόλου.
Ο αναιρεσείων, υπολαμβάνοντας και ισχυριζόμενος ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 1882/1990 απαιτείται υπερχειλής δόλος (όπως συμβαίνει στα εγκλήματα φοροδιαφυγής των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 ν. 2523/1997), προέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κειου τον μη αυτοτελή ισχυρισμό ότι κατά το έτος 2008 που έπρεπε να πληρωθούν οι δόσεις των χρεών η οφειλέτρια εταιρεία και ο ίδιος ως ομόρρυθμο μέλος της ήταν σε πλήρη οικονομική αδυναμία να τα καταβάλουν, επειδή είχαν και οι δύο κηρυχθεί σε πτώχευση με την απόφαση 3/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με χρόνο παύσης πληρωμών την 30η/9/1995 και ότι δεν υπάρχει στο πρόσωπό του υπερχειλής δόλος για την μη πληρωμή τους (βλ.
σελ. 12-13-απόφασης). Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμος με την παραδοχή ότι δεν αποδείχτηκε ότι εξακολουθούσε η επικαλούμενη πτώχευση και κατά τον χρόνο που βεβαιώθηκαν τα χρέη, όπως αυτός αναφέρεται στον από 2-6-2010 πίνακα χρεών (19-12-2008 έως 17-2-2009). Για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού δεν ήταν αναγκαία ειδική αιτιολογία, αφού δεν πρόκειται για άμεσο ή υπερχειλή δόλο, η δε επίκληση απλώς οικονομικής αδυναμίας για πληρωμή του χρέους λόγω πτώχευσης δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά συνιστά αρνητικό ισχυρισμό του δόλου (με την έννοια της πρόθεσης) ως στοιχείου της κατηγορίας, για τον οποίο αρκεί η γενική αιτιολόγηση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επομένως, δεν ευσταθούν οι αντίθετες αιτιάσεις που περιέχονται στον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του δόλου, ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο αναιρεσείων, υπολαμβάνοντας ότι πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, του οποίου οι μερικότερες διαδοχικές πράξεις τελέστηκαν κατά τα έτη 1993-1994-1995, αφότου και άρχισε να τρέχει, κατ’ αυτόν, η πενταετής παραγραφή της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης, που είχε συμπληρωθεί όταν βεβαιώθηκαν ταμειακά τα χρέη κατά το έτος 2008, ασκήθηκε η ποινική δίωξη και επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα (στις 2-4-2009), προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τον αυτοτελή ισχυρισμό της εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης λόγω παραγραφής (σελ. 11-12 απόφασης).
Ο ισχυρισμός δε αυτός ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκε με την παραδοχή ότι το έγκλημα του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 34 παρ. 1 ν. 320/2004, δεν είναι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αλλά μία και ενιαία αξιόποινη πράξη, που τελέστηκε με την παρέλευση τετραμήνου από την ταμειακή βεβαίωση του τελευταίου χρέους, στις 31-12-2009, με συνέπεια να μην έχει συμπληρωθεί πενταετία μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (27-8-2010), ούτε οκταετία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (13-11-2014).
Εξάλλου, μόνη η αμφισβήτηση από τον κατηγορούμενο της ύπαρξης των ενδίκων χρεών και η προβολή παραγραφής της αστικής αξίωσης, χωρίς επίκληση ότι έχει ασκηθεί σχετική ανακοπή από την οφειλέτρια Ο.Ε., δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στην αστική αξίωση, η οποία παραμένει υποστατή και ενεργός, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη και όπως ορθά γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε και Η ΚΠΔ, για παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, ως προς την απόρριψη της ένστασης παραγραφής. Ακόμη, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, προβάλλεται η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ως προς την παραδοχή ότι όλα τα χρέη της ένδικης Ο.Ε. ανάγονται στη χρονική περίοδο από 1-1-1993 έως 31-12-1995 και την παραδοχή ότι όλα τα χρέη αφορούν σε χρονική περίοδο πριν από τον χρόνο παύσης πληρωμών, που ορίστηκε στις 30-9-1995. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος (αλυσιτελής), επειδή η προβαλλόμενη ασάφεια ή αντίφαση (αν δηλαδή τα χρέη του τελευταίου τριμήνου του έτους 1995 ανάγονται σε χρόνο πριν ή μετά τον χρόνο παύσης πληρωμών της Ο.Ε.), δεν συνάπτεται με ουσιώδες ζήτημα για την κρίση ενοχής, ούτε θίγει το στοιχείο του δόλου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σαφείς και ορθές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ έως ε’ ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντιστοίχων ελαφρυντικών περιστάσεων. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους.
Εξάλλου, για την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης, απαιτείται να αποδεικνύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σύννομης και θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε διατυπωμένο σε έγγραφο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά, μεταξύ άλλων, και τον ακόλουθο αυτοτελή ισχυρισμό: "Καλή συμπεριφορά του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (84 παρ. 2ε ΠK). Όλο τα διάστημα που διέρρευσε από το χρόνο τέλεσης της πράξεώς μου μέχρι σήμερα δεν έχω τελέσει καμία αξιόποινη πράξη, πλην της υπό κρίση, η οποία τελέστηκε από εμένα με την τυπική συμμετοχή στην ανωτέρω Ο.Ε του αδελφού μου Α. Ξ. και λόγω της πτώχευσης τούτου (491/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και προκειμένου να λειτουργήσει την επιχείρησή του, όπως και ανωτέρω αναφέρεται, χωρίς να έχω την παραμικρή ανάμιξη στα εσωτερικά της Ο.Ε, ούτε καμία οικονομική απολαβή. Αντίθετα, έχω υποστεί τεράστια ζημιά αφού και το μοναδικό διαμέρισμά μου (πρώτη κατοικία) που απέκτησα με στεγαστικό δάνειο της εργατικής κατοικίας ως εργαζόμενος στην εταιρία "..." έχει κατασχεθεί αναγκαστικά από το Ελληνικό Δημόσιο για χρέη (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμόν .../27-9-2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Πατρών Α. Μ.).
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με το εξής σκεπτικό: "... απορριπτομένου ως αβάσιμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης της επί μακρό χρόνο καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 § 2ε’ ΠΚ), όπως εκτίθεται στο υποβληθέν σημείωμά του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε και προφορικά ο συνήγορος υπεράσπισής του διότι, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2ε’ ΠΚ, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητας του δράστη ... και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ... ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού.... Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πραγματικά μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά ..., στοιχεία όμως που δεν αποδείχθηκαν στην προκειμένη περίπτωση.".
Όπως, όμως, προβλήθηκε και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι αόριστος. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων (μη τέλεση άλλης αξιόποινης πράξης, τυπική συμμετοχή στην οφειλέτρια Ο.Ε. και αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου του) δεν στοιχειοθετούν καλή συμπεριφορά κατά την έννοια της οικείας διάταξης, και κυρίως δεν συνιστούν ατομική και κοινωνική συμπεριφορά δηλωτική επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Επομένως και αφού ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, ο δε σχετικός έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2015 αίτηση του Α. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 3341/2014 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ