Legislator Case Law & Legislation
1513/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for inadmissible procedural grounds and lack of substantive review.

Case Number 1513/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of a civil claim. The appellant argued procedural errors regarding the court's failure to examine specific appeal grounds and document distortions. The court ruled these arguments inadmissible because the lower court had already rejected the claim as legally unfounded without conducting a substantive trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a claim as legally unfounded is inadmissible because it presupposes a substantive judgment which did not occur.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive review legal unfounded claim procedural error court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1513 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1513/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. συζύγου Δ. Τ., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Δημάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαρτίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 960/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3505/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του και τους από 18 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως ως και την από 5 Νοεμβρίου 2012 συμπληρωματική έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργεια του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε απ' αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Απαγορευτικός κανόνας, του οποίου η παραβίαση συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, ο οποίος απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 13/2004).

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί βέβαια στον περιορισμό της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων, επιβάλλοντας στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, καθιερώνει όμως και ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την τήρηση του καθήκοντος αληθείας, προκύπτει ότι ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, η με πρόθεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, η οποία εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 281, 919 ΑΚ, 116 ΚΠολΔ και εκείνων για την προσκύρωση και αρτιότητα οικοπέδων, διότι έκρινε την αγωγή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία, μη νόμιμη, μολονότι συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 138, 178 ΑΚ, διότι, αν και συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων αυτών, έκρινε επίσης μη νόμιμη την αγωγή του, κατά το κεφάλαιο της για αναγνώριση της ακυρότητας του εκεί αναφερόμενου συμβολαίου γονικής παροχής, λόγω εικονικότητας και αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τους πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα διατείνεται ότι η κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής …/1988 της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Σιαγκαμέ μεταξύ της εναγομένης και του πατέρα της Σ. Δ., στο οποίο το εκεί περιγραφόμενο οικόπεδο, φέρεται να περιλαμβάνει και τμήμα γειτονικού οικοπέδου της κυριότητας της Α. Μ., επιφάνειας 20,70 τ.μ., με τη συνυπογραφή της τελευταίας, το οποίο όμως τμήμα είχε προσκυρωθεί με πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Πολεοδομίας Αθηνών σε δικό του όμορο οικόπεδο, αποτελεί πράξη παράνομη, καθώς η ενέργεια αυτή κατέτεινε στην καταστρατήγηση των προστατευτικών για τον ίδιο διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν.

δ. 698/1948, που απαγορεύουν τη συνένωση μη άρτιων οικοπεδικών τμημάτων που δεν οδηγούν σε αρτιότητα, και περαιτέρω υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, συγχρόνως δε είναι αντίθετη στην επικρατούσα κοινωνική και συναλλακτική ηθική και στις θεμελιώδεις ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου.

Ακόμη διατείνεται ότι η κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου γονικής παροχής έγινε εικονικά και εναντίον των χρηστών ηθών για να επιτύχει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την έκδοση οικοδομικής άδειας. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της επίμαχης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία κατήρτισε, ως δικαιοδόχος, με τον πατέρα της Σ.

Δ., ως δικαιοπάροχο, το συμβόλαιο γονικής παροχής οικοπέδου …/1988 της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Σιαγκαμέ, έπεισε την Α., Μ. να συμβληθεί στο συμβόλαιο αυτό και να δηλώσει ψευδώς ότι στο μεταβιβαζόμενο με τη γονική παροχή οικόπεδο εντάσσεται και γειτονικό τμήμα οικοπέδου της κυριότητας της τελευταίας, επιφάνειας 20,70 τ.μ., το οποίο όμως είχε προσκυρωθεί με την 3/1976 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Πολεοδομίας Αθηνών σε δικό του όμορο οικόπεδο, και το οποίο απέκτησε κατά κυριότητα μετά τη συντέλεση της προσκύρωσης με την καταβολή το έτος 1991 στην Α.

Μ. της σχετικής αποζημίωσης και τη μεταγραφή της σχετικής πράξης προσκύρωσης, ότι, μολονότι το συμβόλαιο αυτό γονικής παροχής, στο οποίο εμφανιζόταν ότι το προαναφερόμενο οικοπεδικό τμήμα των 20,70 τ.μ. ανήκε κατά κυριότητα στην εναγομένη, ήταν εικονικό, η τελευταία το εμφάνισε στην Πολεοδομία Αθηνών και πέτυχε την έκδοση της 1788/1988 οικοδομικής άδειας, η οποία ανακλήθηκε στη συνέχεια ύστερα από δικές του ενέργειες, ότι η εναγομένη, χρησιμοποιώντας το εικονικό αυτό συμβόλαιο, επιδόθηκε σε δικαστικό αγώνα εναντίον του, ότι ο ίδιος εξαιτίας της πιο πάνω παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης αναγκάστηκε να διεξαγάγει δίκες και να υποβληθεί στις αναφερόμενες στην αγωγή του δικαστικές δαπάνες, να χάσει πολλές ώρες εργασίας και τα προσδοκώμενα από την εκμετάλλευση του προσκυρωθέντος ακινήτου κέρδη, και στη συνέχεια ζήτησε α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της αδικοπραξίας, το ποσό των 40.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει για την ίδια αιτία το συνολικό ποσό των 193.800 ευρώ και β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του παραπάνω συμβολαίου γονικής παροχής, λόγω εικονικότητας.

Τα ιστορούμενα όμως πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και συνακόλουθα υποχρέωση αυτής για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος. Η προβολή, ως παράνομης συμπεριφοράς, του ισχυρισμού ότι η εναγομένη έπεισε την Α. Μ. να δηλώσει ψευδώς τα όρια του γειτονικού οικοπέδου της και με τον τρόπο αυτό να εμφανίζεται ότι τμήμα αυτού περιλαμβάνεται στο δικό της οικόπεδο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν.

δ. 698/1948 για συνένωση και προσκύρωση μη άρτιων οικοπέδων, δεν θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, διότι οι εν λόγω διατάξεις για την προσκύρωση μη άρτιων οικοπέδων έχουν τεθεί για την προστασία του γενικού συμφέροντος και σε κάθε περίπτωση, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατομικό συμφέρον του ενάγοντος, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου συμβολαίου γονικής παροχής (1988) ο ενάγων δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα στο προσκυρωθέν στο ακίνητο του εδαφικό τμήμα των 20,70 τ.μ, αφού, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, η εκ μέρους αυτού καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης για τη συντέλεση της προσκύρωσης έλαβε χώρα το 1991 με την κατάθεση του σχετικού χρηματικού ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Περαιτέρω, με βάση τα ίδια περιστατικά, δεν θεμελιώνεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθα παράνομη συμπεριφορά αυτής κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ούτε με πρόθεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ και επομένως δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής ούτε της τελευταίας αυτής διάταξης.

Εξάλλου,, δεν θεμελιώνεται εικονικότητα (138 ΑΚ) και ακυρότητα για την αιτία αυτή του πιο πάνω συμβολαίου γονικής παροχής, αφού, με βάση το ιστορικό της αγωγής, οι δηλώσεις σ'αυτό της εναγομένης του αντισυμβαλλομένου πατέρα της και της τρίτης Α. Μ. έγιναν με πραγματική βούληση να ισχύσουν και να παράγουν τις έννομες συνέπειες τους, δηλαδή να εμφανίζεται το οικόπεδο της εναγομένης ότι εμπεριέχει και το πιο πάνω προσκυρωθέν στο ακίνητο του ενάγοντος τμήμα του οικοπέδου της Α.

Μ.. Ακόμη, με το προαναφερόμενο ιστορικό δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη των δικαιοπρακτικών δηλώσεων της εναγομένης και της Α. Μ. στο επίμαχο συμβόλαιο γονικής παροχής και συνακόλουθα ακυρότητας του εν λόγω συμβολαίου για την αιτία αυτή. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε στο σύνολο της, ως μη νόμιμη την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ελέγχονται αβάσιμα.

Για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν εξέτασε τους προβληθέντες λόγους έφεσης με την έφεση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης. Με τέτοιο όμως περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη.

Εξάλλου και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, λόγω διαγνωστικού λάθους του δικαστηρίου, αναγόμενου στη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου με συνέπεια την παραδοχή περιστατικών προδήλως διαφορετικών από εκείνα που πράγματι περιέχει το έγγραφο, προϋποθέτει ουσιαστική επίσης κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, α) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν έχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και β) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εκεί αναφερόμενου εγγράφου.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτοι, προεχόντως διότι το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, νομικά αβάσιμη την αγωγή και δεν εξέτασε την υπόθεση από ουσιαστική πλευρά. Επομένως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.10.2011 αίτηση και τους από 18.10.2012 πρόσθετους λόγους του Σ. Κ. για αναίρεση της απόφασης 3505/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ