1513/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1513/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1513 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1513/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Γ. Β., το γένος Π. Θ., κατοίκου ..., 2. Ρ. συζ. Ν. Μ., το γένος Π. Θ., κατοίκου ..., 3. Χ. χας Ν. Π., το γένος Π. Θ., κατοίκου ..., 4. Ν. Π. Θ., κατοίκου ..., 5. Γ. Π. Θ., κατοίκου ... και 6. Η. Π. Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κουρή.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος Σπυρίδων Μπουρμπούλης ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 31-10-2008 αίτησής τους, για αναίρεση της 1453/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Ο πιο πάνω δικηγόρος δεν προσκόμισε το πληρεξούσιο έγγραφο περί της εν λόγω παραίτησης στο ακροατήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει κατάργηση της δίκης.
Για την παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή γίνεται στο ακροατήριο με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε γίνεται στην προδικασία με εξώδικη δήλωση σε δικόγραφο που επιδίδεται στο αντίδικο του παραιτουμένου απαιτείται και αρκεί να έχει ο δηλών για το διάδικο την παραίτηση δικηγόρος τη γενική πληρεξουσιότητα του διαδίκου αυτού που παραιτείται, όπως προκύπτει από το άρθρο 98 εδ.
β' ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 3994/ 2011, 104, 105 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία.
να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 1453/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Σπυρίδων Μπουρμπούλης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τους αναιρεσείοντες και ότι οι τελευταίοι παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Επίσης, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας οι αναιρεσείοντες με το από 2-4-2012 δικόγραφο (εξώδικη δήλωσή τους), που υπογράφεται από τον ίδιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Μπουμπούλη, το οποίο επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 2-4-2012, δήλωσαν ότι παραιτούνται από την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι οι αναιρεσείοντες χορήγησαν σχετική πληρεξουσιότητα (για την εκπροσώπησή τους και την παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης) στον ανωτέρω δικηγόρο.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αναιρεσείοντες θεωρούνται δικονομικώς απόντες και η γενόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι άκυρη. Περαιτέρω, από την 4926β/29-11-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 31-10-2008 αίτησης για αναίρεση της ως άνω 1453/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο (της 4-4-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω δικηγόρο των αναιρεσειόντων, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 εδ. α' και γ' παρ. 2 ΚΠολΔ).
2.- Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία.
Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο δικαιοπάροχος και πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Π. Θ. και ο αδελφός του Λ. Θ., αγόρασαν με το .../1933 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σπυρίδωνος Πολλάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα οικόπεδο που κείται στη θέση "ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΑ" της κοινότητας Τρωϊννάτα Κεφαλληνίας, έκτασης 732 τ.μ., το οποίο συνορεύει προς τη δύση με κεντρική κοινοτική οδό, προς την ανατολή με άλλη κοινοτική οδό, προς το νότο με οικόπεδο ιδιοκτησίας Α.
Ψ. και προς βορρά με ιδιοκτησίες Ν. Τ., Ε. Β. και οικόπεδο κληρονομιάς Θ.. Μέσα στο οικόπεδο υπήρχε προσεισμική οικία στην οποία κατοικούσαν τόσον οι οικογένειες του δικαιοπαρόχου των εναγόντων μέχρι το έτος που ο τελευταίος απεβίωσε, όσο και η οικογένεια του Λ. Θ.. Ο Π. Θ. απεβίωσε το έτος 1944 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του και τους έξι (6) ενάγοντες-τέκνα του, κληρονόμησαν δε το παραπάνω οικόπεδο κατά ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και κατά ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ενάγων.
Το οικόπεδο και την οικία νέμονταν ως συγκύριοι μέχρι το έτος 1953, όταν η οικία καταστράφηκε από τους σεισμούς και εγκαταλείφθηκε. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο πέμπτος ενάγων, ο οποίος ήταν εύπορος και διέμενε στο ..., ενεργώντας για λογαριασμό των αδελφών του - εναγόντων και της μητέρας του Ε. Θ., που ήταν αδελφή του αρχικά εναγομένου Δ.
Κ., παραχώρησε με άτυπη δωρεά στον τελευταίο ένα τμήμα του παραπάνω οικοπέδου εκτάσεως 350 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει βορείως και νοτίως με κοινοτικές οδούς ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Ψ. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Θ., προκειμένου να εγκαταστήσει σε αυτό πρόχειρο στέγαστρο για στέγαση αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι δεν είχε ιδιόκτητο οικόπεδο, για να ανοικοδομήσει μετασεισμική οικία.
Αμέσως και δη από τον Οκτώβριο 1953 ο Δ. Κ., πατέρας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εισήλθε ως νομέας και κύριος στο παραπάνω οικόπεδο και αφού το περιέφραξε απομάκρυνε από μέρος αυτού τα υπάρχοντα ερείπια της παλαιάς οικίας και καθάρισε τμήμα του, στο οποίο τον Νοέμβριο 1953 κατασκεύασε ξύλινο οικίσκο, στον οποίο εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και κατοικούσε σε αυτή μέχρις και του τέλους του έτους 1954.
Στο ίδιο διάστημα απομάκρυνε και άλλη ποσότητα ερειπίων και στις αρχές του έτους 1955 με χρήματα δύο αρωγών που έλαβε οικοδόμησε στο οικόπεδο μόνιμη αντισεισμική οικία, αποτελούμενη από 4 δωμάτια στην οποία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του από το τέλος του έτους 1956 και διέμενε σε αυτή μέχρι του θανάτου του, που επήλθε την 30.4.1984.
Το έτος 1957 επεξέτεινε την οικία μέσα στο ίδιο οικόπεδο με την προσθήκη κουζίνας και λουτροκαμπινέ. Επίσης από το έτος 1953 διαμόρφωσε τον περιβάλλοντα χώρο και καλλιεργούσε σε αυτό κηπευτικά και λουλούδια, από το έτος δε 1956, φύτεψε διάφορα δένδρα και κληματαριές, τα οποία καλλιεργούσε και συνέλεγε κάθε χρόνο τους καρπούς τους.
Το έτος 1958 κατασκεύασε βεράντα και σκάλα εισόδου από σκυρόδεμα, ενώ ενωρίτερα είχε επισκευάσει την παλαιά στέρνα (δεξαμενή). Ο Δ. Κ. από του έτους 1953 που παρέλαβε το παραπάνω οικόπεδο και έκτισε την οικία συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι του θανάτου του, περιποιόταν αυτά καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο, φρόντιζε και καλλιεργούσε τα κηπευτικά που κάθε χρόνο φύτευε τα λουλούδια και τα δένδρα από τα οποία κάθε χρόνο συνέλεγε τους καρπούς τους και γενικά ασκούσε με διάνοια κυρίου και με την θέληση ότι είναι κύριος του οικοπέδου και της οικίας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση του οικοπέδου.
Ο πατέρας των εναγομένων, τόσο με λόγια όσο και με έργα είχε καταστήσει γνωστό στους χωριανούς του, αλλά και στους ενάγοντες και την μητέρα τους, ότι νέμεται το παραπάνω οικόπεδο για λογαριασμό του και ως αποκλειστικός κύριος αυτού. Το χρονικό διάστημα που κατοικούσε ο Δ. Κ. στην παραπάνω οικία, τον επισκέπτονταν σχεδόν κάθε χρόνο και φιλοξενούνταν σε αυτή μέχρι και το έτος 1978, οι ενάγοντες και η μητέρα τους, χωρίς όμως να διαμαρτυρηθούν ποτέ για την ανέγερση της οικίας και των προσθέτων κτισμάτων.
Αντίθετα δεν απεδείχθησαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι το παραπάνω οικόπεδο παραχωρήθηκε από τον πέμπτο εναγόμενο στον Δ. Κ. με σύμβαση χρησιδανείου και με τον όρο να το αποδώσει στους ενάγοντες το χρόνο που θα ανήγειρε την δική του οικία σε οικόπεδο της συζύγου του στα ... Κεφαλληνίας. Το αβάσιμο των ισχυρισμών αυτών αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Δ.
Κ. δεν ανήγειρε ποτέ οικία στα ..., τούτο δε το γνώριζαν οι ενάγοντες και η μητέρα τους, λόγω της συγγενικής σχέσεως που είχαν. Για το λόγο αυτό με την από 17.11.1981 εξώδικη καταγγελία, που κοινοποιήθηκε την 23.11.1981, οι ενάγοντες και η μητέρα τους κατήγγειλαν την, κατά τους ισχυρισμούς τους, σύμβαση χρησιδανείου, χωρίς να αναφερθούν στον παραπάνω όρο που κατά τους ισχυρισμούς των είχε συμφωνηθεί για αποπεράτωση της οικίας στα ....
Με βάση, επομένως, τα παραπάνω και με το δεδομένο ότι αν δεν ήταν βέβαιος ο Δ. Κ. ότι του είχε παραχωρηθεί το οικόπεδο, δεν θα ανάλωνε τις δύο αρωγές και ενδεχομένως και δικά του χρήματα για την ανέγερση της οικίας την οποία με διάνοια κυρίου και παραπάνω από 20 έτη νεμόταν καθώς και το επίδικο οικόπεδο, με αποτέλεσμα να γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καταλυθείσας έτσι της συγκυριότητας των εναγόντων και της μητέρας τους επ' αυτού.
Ο Δ. Κ. που ήταν αρχικά εναγόμενος, απεβίωσε την 30.4.1984 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγομένους Γ. και Γ. Κ., καθώς και από την μητέρα τους Μ. Κ., η οποία και αυτή απεβίωσε την 23.7.1987, χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους εναγομένους. Έκτοτε οι εναγόμενοι αναμείχθηκαν στην κληρονομιά και συνέχισαν να ασκούν επί του παραπάνω επιδίκου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που ασκούσαν μέχρι το έτος 1984 και 1987 οι γονείς τους, αντίστοιχα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του αρχικώς εναγομένου, στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι αναιρεσίβλητοι, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήσαν αναγκαία για την απόκτηση εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης η αναφορά ότι στην παραχώρηση της νομής του επιδίκου ακινήτου κατά το 1953 στον Δ. Κ. προέβησαν ή συνήνεσαν και οι συγκύριοι αυτού Γ. Θ. και Λ. Θ.. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ζήτημα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το γεγονός της νομής του επιδίκου εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου με τα νόμιμα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας είναι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, απαράδεκτος.
3.- Επειδή, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, που ο αρχικώς εναγόμενος είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, επικουρικά (όπως από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει), τ' ακόλουθα "Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η επί σειρά ετών και δη από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1978, που οι ενάγοντες με τη μητέρα τους προέβησαν με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή με τον Λ.
Θ. στη διανομή του επιδίκου και ακολούθως η μητέρα των εναγόντων μεταβίβασε σε αυτούς το ποσοστό συνιδιοκτησίας της, η άσκηση πράξεων νομής και κατοχής στο επίδικο, η ανέγερση οικίας και προσθέτων κτισμάτων, χωρίς καμία διαμαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων και της μητέρας των, οι σημαντικές δαπάνες στις οποίες ο Δ.
Κ. υπεβλήθη, η προσωπική προσφορά του τελευταίου στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, δημιούργησαν σε αυτόν την πεποίθηση ότι οι ενάγοντες και η μητέρα τους, ουδέποτε θα αξίωναν την απόδοση του επιδίκου, η οποία αν πραγματοποιηθεί θα ανατρέψει μια παγιωμένη γι' αυτόν επί σειρά ετών κατάσταση και θα καταστήσει υπέρμετρα επαχθή την θέση του και γι' αυτόν η μετά την πάροδο τόσων ετών άσκηση της κρινομένης διεκδικητικής αγωγής με την συνδρομή των παραπάνω αναφερομένων περιστάσεων, οι οποίες προκαλούν την έντονη εντύπωση αδικίας εις βάρος του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων".
Οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση της παραβίασης, με εσφαλμένη εφαρμογή, του άρθρου 281 ΑΚ. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία της απόφασης, ενώ δεν τελεσφορούν οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η πρώτη αιτιολογία της περί του βασίμου της ένστασης ιδίας κυριότητας, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της.
4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της αγωγής τους.
Ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη τις από 18-1-1979 και 27-3-1979 ιδιόγραφες επιστολές του αρχικώς εναγομένου Δ. Κ. προς την αδελφή του Ε. χήρα Π. Θ., στις οποίες περιέχεται εξώδικη ομολογία του περί της συγκυριότητας της τελευταίας και αυτών (αναιρεσειόντων) στο επίδικο ακίνητο, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη το από 24-9-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ του Δ.
Κ. και του Λ. Θ., αντίγραφο της από 24-1-1979 απαντητικής επιστολής της Ε. χήρας Π. Θ. προς τον Δ. Κ. και με τον τέταρτο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι. χήρας Λ. Θ. και Φ. Χ., που περιέχονται στα 244/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τη νομή του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων.
5.- Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 21 ΚΠολΔ), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 13/1995). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, τους οποίους οι διάδικοι δεν είχαν προβάλλει παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, που πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο αρχικώς εναγόμενος χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να τις επαναφέρουν νομίμως σ' αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 16-5-2004 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, νομίμως επανέφεραν τις ως άνω ενστάσεις τους στο Εφετείο με λόγους έφεσης σύμφωνα με άρθρο 520 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-10-2008 αίτηση των Α. Β. κλπ για αναίρεση της 1453/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ