Supreme Court dismisses appeal on commercial agent termination notice period and evidence consideration errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a commercial agency dispute. The appellant argued for a six-month termination notice period and claimed the lower court failed to consider specific documentary evidence. The court ruled that the six-month period applies to contracts concluded after the relevant decree and confirmed the lower court properly evaluated all submitted evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1(2) of Decree 219/1991; Art. 559(1) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure: A commercial agent is entitled to a six-month termination notice period for contracts concluded after the relevant decree, and an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision demonstrates that all evidence was duly taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1513 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1513/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην.. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία πλέον "GEORGIA PACIFIC EΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" (πρότερη επωνυμία "ΦΟΡΤ ΤΖΕΙΜΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΑΡΤΟΥ" και παλαιότερη "JAMES RIVER ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Χάρτου") η οποία εδρεύει πλέον στην Ν. Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηιωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4510/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 986/2005 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 53/2007 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο αναίρεση την 986/2005 απόφαση και παρέπεψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 2527/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ αυτού,
οι οποίες, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (άρθρο 11 παρ. 2), εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος" την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Ιδιαίτερη μορφή εμπορικής αντιπροσώπευσης είναι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί αποκλειστικώς, για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή, στον αντισυμβαλλόμενο (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία ο τελευταίος μεταπωλεί με το δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό προς τρίτους, διαφοροποιούμενος έτσι από τη βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως που εκτελεί ο εμπορικός αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Ως προς τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ως προς την οποία, λόγω νομοθετικού κενού, εφαρμόζονταν αναλογικά οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ, 91ΕΝ, 3 Εισ. ΝΑΚ) και για την ταυτότητα του νομικού λόγου εκείνες οι διατάξεις του π.δ 219/1991 που προσαρμόζονταν στη φύση και το περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, ήδη κατά το άρθρο 14 παρ. 4 εδ.
β του ν. 3557/14-5-2007, "εφαρμόζονται αναλόγως όλες οι διατάξεις του π.δ 219/1991, όπως ισχύει, εφόσον, ως συνέπεια της συμβάσεως αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Κατά το άρθρο 8 παρ. 2, 3 και 4 του π.δ 219/1991 "σύμβαση (εμπορικής αντιπροσωπείας) ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 2).
Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας (παρ. 3). Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερες μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.
Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων (παρ. 4)". Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ' αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη, με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 30/1998, 654/1984).
Περαιτέρω παράνομη συμπεριφορά, η οποία κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο από το συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, αν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε, η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικά εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της ενοχής, επιβάλλεται από το νόμο κατ' άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 12/2004).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ,Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν σι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ Α, Π. 661/ 1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας (ενάγουσας - εκκαλούσας) κατά της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 1-6-1983 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Β.
Μ. -Γ. Γ. ΟΕ" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Βιομηχανία Χάρτου Χαρτέλλας ΑΕ" έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας, με βάση την οποία η παραπάνω Ο.Ε. ανέλαβε, κατ' αποκλειστικότητα, έναντι προμηθείας την πώληση των προϊόντων χάρτου (χαρτί υγείας σε ρολούς, χαρτοπετσέτες, βρεφικές πάνες και συναφή προϊόντα) που παρήγαγε η δεύτερη, στις περιοχές των νομών Μεσσηνίας, Λακωνίας και Αρκαδίας, πλην της επαρχίας Κυνουρίας, στη συνέχεια δε η περιοχή της δραστηριότητας της Ο.Ε.
περιορίστηκε μόνο στο νομό Μεσσηνίας. Το ποσοστό της προμήθειας της αντιπροσώπου ορίστηκε σε 10% στις κάθε φύσης πωλήσεις και αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρεί με δικά της έξοδα και δαπάνες τους κατάλληλους χώρους για την αποθήκευση των εμπορευμάτων της αντιπροσωπευομένης, τα οποία της αποστέλλονταν ως παρακαταθήκη.
Η αντιπρόσωπος - ενάγουσα συμφωνήθηκε να εκδίδει η ίδια τα τιμολόγια προς τους πελάτες της αντιπροσωπευομένης. Την αντιπρόσωπο βάρυναν και τα έξοδα διανομής των εμπορευμάτων στους αγοραστές. Ακόμη, η αντιπρόσωπος ήταν υποχρεωμένη να ασφαλίζει, με δικά της έξοδα, τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στην κατοχή της.
Μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου που είχε οριστεί για ένα έτος, η σύμβαση αυτή κατέστη αορίστου χρόνου. Στο μεταξύ, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, η επωνυμία της ενάγουσας ορίστηκε σε "Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Η παραπάνω σύμβαση διήρκεσε μέχρι την 10-9-1994, οπότε, με το ταυτόχρονο "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συμβάσεως αντιπροσωπείας", που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, η σύμβαση αυτή λύθηκε οριστικά.
Η ενάγουσα απέδωσε όλα τα, μέχρι τότε, ευρισκόμενα στην κατοχή της ως παρακαταθήκη εμπορεύματα της αντιπροσωπευομένης και κλείστηκαν οριστικά οι μέχρι τότε λογαριασμοί από τη σύμβαση αυτή, αναγνώρισαν δε τα μέρη, ότι δεν διατηρούν άλλη απαίτηση μεταξύ τους από οποιαδήποτε αιτία. Στη συνέχεια κατάρτισαν το από 10-9-1994 "ιδιωτικό συμφωνητικό ειδικής συνεργασίας" με το οποίο ορίστηκε η ενάγουσα Ο.Ε.
ως αποκλειστική διανομέας στην περιοχή της Μεσσηνίας των προϊόντων χάρτου αυτής, τα οποία κυκλοφορούν στην αγορά με το σήμα "DELICA". Η ΧΑΡΤΕΛΑΣ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση να μην πωλεί τα προϊόντα της σε άλλους στην περιοχή αυτή και η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, αντίστοιχα, να μην προμηθεύεται, διανέμει και πωλεί άλλα εμπορεύματα και προϊόντα της ίδιας κατηγορίας και επίσης, να μην πωλεί τα συμβατικά προϊόντα εκτός της παραπάνω περιοχής.
Η ενάγουσα διατήρησε το δικαίωμα να εμπορεύεται και να διανέμει και άλλα προϊόντα, μη ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα της εναγομένης, άλλων παραγωγών. Ακόμη, καθορίστηκαν οι εκπτώσεις στις τιμές πώλησης από την εναγομένη στην ενάγουσα καθώς και οι λεγόμενοι στόχοι πωλήσεων, δηλαδή τα κατώτατα όρια αγορών από την ενάγουσα των προϊόντων της εναγομένης, ενώ συμφωνήθηκε και η τήρηση δοσοληπτικού λογαριασμού από την εναγομένη, στον οποίο ως χρεώσεις θα καταγράφονταν οι προς την ενάγουσα πωλήσεις των προϊόντων της ΧΑΡΤΕΛΛΑΣ και ως πιστώσεις θα καταγράφονταν οι καταβολές της ενάγουσας προς αυτήν.
Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα θα εξοφλεί μέσα σε 5 ημέρες την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζε από την ΧΑΡΤΕΛΛΑΣ, είτε σε μετρητά είτε με επιταγές έκδοσης δικής της ή πελατών της, πληρωτέων το αργότερο σε 80 ημέρες από την έκδοση του σχετικού προς αυτήν τιμολογίου και την παράδοση των εμπορευμάτων.
Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε μέχρι το τέλος του έτους 1994, ενώ συμφωνήθηκε να λύεται με την παρέλευση της διάρκειας της ή με καταγγελία και προ αυτής της ημερομηνίας, σε περίπτωση παραβίασης οποιουδήποτε όρου της, από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, θεωρουμένων όλων ως ουσιωδών και ότι, στην περίπτωση αυτή, η καταγγελία θα πρέπει να είναι έγγραφη και να επιδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο, τα δε αποτελέσματά της θα επέρχονται ένα μήνα μετά την επίδοσή της, οπότε θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο της ενάγουσας.
Η σύμβαση αυτή, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της, την 31-12-1994, παρατάθηκε σιωπηρά και κατέστη αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα -εκκαλούσα με τις από 29-1-2003 πρωτόδικες προτάσεις της αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της Β. Μ. στο παραπάνω από 10-9-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της από του έτους 1983 σύμβασης αντιπροσωπείας ισχυριζόμενη, ότι τούτο αποτελεί "προϊόν άδικης πράξης".
Τον ισχυρισμό της αυτόν επαναφέρει και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Εκτός, όμως, από το ότι δεν διευκρινίζει σε τί συνίσταται η επικαλούμενη άδικη πράξη και από ποιόν τελέστηκε, στη σελίδα 22 των ίδιων προτάσεων της, αντιφατικά, ισχυρίζεται, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της υπέγραψε "εν λευκώ", για να λυθεί φορολογικό πρόβλημα σχετικά με τη θεώρηση των εμπορικών της βιβλίων και ότι η παραπάνω σύμβαση λύσης που επικαλέστηκε, και προσκόμισε η εναγομένη δεν υπάρχει και, αν υπάρχει, ας προσκομισθεί.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν προσβάλλει ευθέως το ιδιωτικό συμφωνητικό ειδικής συνεργασίας, ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής του εκπροσώπου της, το οποίο επίσης καταρτίστηκε στις 10-9-1994. Αποδεικνύεται όμως ότι τόσο το συμφωνητικό λύσης όσο και το ταυτόχρονο συμφωνητικό ειδικής συνεργασίας, αν θεωρηθεί ότι έμμεσα η ενάγουσα αμφισβητεί τη γνησιότητα και του δεύτερου, φέρουν τη γνήσια υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Β.
Μ. και κατά συνέπεια το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβαλλομένων (άρθρα 443, 445, 457 και 454 ΚΠολΔ). Το γεγονός ότι τα παραπάνω συμφωνητικά, που προσκομίζει η εναγομένη, δεν φέρουν και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της δεν ασκεί, από μόνο του, νόμιμη επιρροή, διότι τα υπογραμμένα από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας συμφωνητικά αποτέλεσαν πρόταση προς την εναγομένη για κατάρτιση συμβάσεων, την οποία η δεύτερη αποδέχθηκε και, προφανώς, την αποδοχή της πρότασης γνωστοποίησε στην ενάγουσα (άρθρα 185, 189, 192 Α.Κ.), αφού αμέσως μετά την 10-9-1994 η μεταξύ τους συνεργασία λειτούργησε στα πλαίσια της αποκλειστικής διανομής.
Παραπέρα, αποδείχθηκε, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα αγόραζε για λογαριασμό της εμπορεύματα της εναγομένης και, στη συνέχεια, τα μεταπωλούσε στο όνομα της, είτε βάσει τιμών που καθορίζονταν από την εναγομένη με απευθείας συμφωνίες αυτής με καθένα από τα μεγάλα super market ή τους ομίλους αγορών στους οποίους ανήκουν τα τοπικά super market και ονομάζονταν "καταστήματα συμφωνίας ή πελάτες συμφωνίας", είτε βάσει τιμών που καθόριζε στα πλαίσια των οδηγιών της εναγομένης, προκειμένου περί πωλήσεων σε μικρά καταστήματα και σημεία πώλησης σε απομακρυσμένες περιοχές και ονομάζονταν "καταστήματα εμπορίας".
Στην τελευταία περίπτωση, ενεργούσε με δικό της κίνδυνο και το κέρδος της συνίστατο στις εκπτώσεις που χορηγούσε η εναγομένη επί της τιμής αγοράς και στην πρόσθετη αμοιβή (πριμ) που της χορηγούσε, όταν η ενάγουσα πετύχαινε το συμφωνημένο "στόχο πωλήσεως", σε ένα ελάχιστο δηλαδή ετησίως αριθμό πωλήσεων σε χαρτοκιβώτια προϊόντων εκείνης.
Για τα καταστήματα εμπορίας η έκπτωση που χορηγούσε η εναγομένη στην ενάγουσα ήταν 20%, 17%, 18%, αντίστοιχα, για τα έτη 1994, 1995, 1996. Για τα καταστήματα συμφωνίας ή πελάτες συμφωνίας τα ποσοστά ήταν τα ίδια αλλά απομειώνονταν κατά σταθερό ποσοστό 10%, αφού η ενάγουσα χορηγούσε το ποσοστό αυτό του 10% από την έκπτωση που είχε από την εναγομένη κατά την μεταπώλησή τους στα καταστήματα αυτά.
Έτσι, το μεικτό κέρδος που αποκόμιζε η ενάγουσα από την μεταπώληση σε αυτά τα καταστήματα ανερχόταν σε ποσοστά 10%, 7%, 8%, αντίστοιχα κατά τα έτη 1994, 1995, 1996. Οι δε πρόσθετες αμοιβές (πριμ) για τα καταστήματα συμφωνίας ή πελάτες συμφωνίας ήσαν 3% για το έτος 1995 και 2% για το έτος 1996. Για τα καταστήματα εμπορίας το πριμ ήταν κυμαινόμενο από 3% μέχρι 6% για το έτος 1995 και από 4% έως 6% για το έτος 1996.
Ειδικότερα, για το έτος 1995 και για πωλήσεις μεγαλύτερες από 12.000 κιβώτια ετησίως ήταν 3%, ενώ για πωλήσεις μεγαλύτερες από 14.000 κιβώτια ετησίως ήταν 6%, για το έτος 1996 και για πωλήσεις μεγαλύτερες από 7.900 κιβώτια ετησίως ήταν 4% και για πωλήσεις μεγαλύτερες από 9.000 κιβώτια ετησίως ήταν 6%. ΣΤΟ μεταξύ, η ΧΑΡΤΕΛΛΑΣ Α.Ε.
εξαγοράσθηκε από τις πολυεθνικές εταιρείες χάρτου JAΜΟΝΤ Ν.V. με έδρα τις Βρυξέλλες και, στη συνέχεια, εξαγοράσθηκε από την πολυεθνική εταιρεία JAMES RIVER, θυγατρική της οποίας είναι η "JAMES RIVER ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΡΤΟΥ" (εναγομένη) που, ήδη, έχει μετονομασθεί σε "GEORGIA PACIFIC ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" (εφεσίβλητη).
Η παραπάνω σύμβαση που ίσχυσε από 10-9-1994 ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δεδομένου ότι η εναγομένη πωλούσε αποκλειστικά για ορισμένη περιοχή στην ενάγουσα εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, η τελευταία μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Οι ισχυρισμοί της, ότι η εναγομένη εξακολουθούσε στη μεταξύ τους αλληλογραφία να την αποκαλεί ως εμπορικό αντιπρόσωπο και να διατηρεί τον ίδιο κωδικό πελάτη, δηλαδή του αντιπροσώπου, δεν ασκούν ουσιαστική επιρροή για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης. Κατά τη λειτουργία της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ακολούθησε την από 1-6-1983 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την εναγομένη, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο) διανομής, που είχε και ως εμπορικός αντιπρόσωπος, σημειουμένου ότι τις τιμές πώλησης στα "καταστήματα συμφωνίας ή πελάτες συμφωνίας" καθόριζε η εναγομένη με απευθείας συμφωνίες μαζί τους και όχι η ενάγουσα μεταπωλητής.
Ακόμη, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να συμβάλει στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, αφού όφειλε να τηρεί τους ετήσιους στόχους πωλήσεων (όρος 6.1 της σύμβασης), καθώς και να μην ανταγωνίζεται την τελευταία (όρος 4 της σύμβασης). Επομένως, εφαρμόζονται, αναλογικά και οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, προς κάλυψη του γνήσιου νομοθετικού κενού κατά τον επίδικο χρόνο.
Η σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά, με την εναγομένη να γνωστοποιεί εγγράφως στην ενάγουσα τους στόχους πωλήσεων για τα έτη 1995και 1996. Με την με αριθμό πρωτοκόλλου 2095/22-5-1996 επιστολή της, ειδοποίησε την ενάγουσα να εξοφλήσει τιμολόγια ύψους 15.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την τελευταία καρτέλλα του λογαριασμού. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2051/26-3-1996 επιστολή της, της γνωστοποίησε, ότι για το υπόλοιπο του λογαριασμού της θα παραδίδει στην εναγομένη επιταγές το ανώτερο 100 ημερών.
Επίσης, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 2054/1-7-1996 επιστολή της, η εναγομένη θεώρησε επιτυχημένη την πορεία του Α' εξαμήνου του έτους 1996 και δεδομένη την επιτυχία για το Β' εξάμηνο. Ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Α. Κ., με την από 10-5-1996 επιστολή του προς την ενάγουσα, χαρακτήρισε τη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών ως κινούμενη σε καλά επίπεδα.
Στις 6-12-1996, όμως, η εναγομένη ΧΑΡΤΕΛΛΑΣ Α.Ε. απηύθυνε επιστολή προς "όλους τους ειδικούς συνεργάτες - εντολείς της εταιρείας μας" και συγκεκριμένα προς 15 αποδέκτες, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα εταιρεία, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριοι, έχοντας αρχίσει τον επανασχεδιασμό της εμπορικής πολιτικής μας για το 1997, θέλουμε με το παρόν να υπενθυμίσουμε ότι όλες οι σχέσεις ειδικής συνεργασίας - παραγγελιοληψίας των προϊόντων DELICA, σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές της χώρας, λήγουν, με τη σημερινή μορφή, στο τέλος του τρέχοντος έτους.
Ελπίζουμε ότι, αφενός η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων σας το 1996 και αφετέρου το ενδιαφέρον σας για τη νέα μας εμπορική πολιτική, θα οδηγήσουν σε θετικό αποτέλεσμα όσους γίνεται περισσότερους από τους σημερινούς συνεργάτες μας και στην συνέχεια μιας αμοιβαίως επωφελούς συνεργασίας". Η επιστολή αυτή, η οποία περιήλθε στην ενάγουσα εντός του μήνα Δεκεμβρίου 1996, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε, συνιστά έγγραφη καταγγελία της από 10-9-1994 σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που είχε καταστεί αορίστου χρόνου.
Μετά από αυτά και δεδομένου ότι η ενάγουσα, όσο λειτούργησε η σύμβαση αλλά και από το έτος 1983, όταν έγινε αντιπρόσωπος αποκλειστικός της εναγομένης, δημιούργησε από την αρχή ένα εκτεταμένο δίκτυο πελατών της τελευταίας και προήγαγε, έτσι, σημαντικά τις εμπορικές της υποθέσεις και ότι το δίκτυο αυτό των πελατών μεταφέρθηκε, ουσιαστικά, στο νέο αποκλειστικό διανομέα της εναγομένης" "ΥΒΟΝΗ Α.Ε.", με αποτέλεσμα να διατηρείται η ωφέλεια της εναγομένης μετά τη λύση της σύμβασης, η ενάγουσα δικαιούται την αποζημίωση πελατείας που ορίζεται στο αρθρ. 9 παρ. 1 εδ.
α και β του π.δ 213/1991, αφού η σύμβαση δεν καταγγέλθηκε λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας (παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου). Αποδείχθηκε στη συνέχεια αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, ότι η σύμβαση λειτούργησε από 10-9-1994 έως 31-12-1996, δηλαδή για δύο έτη 3 μήνες και 21 μέρες (συνολικά 841 ημέρες). Έτσι η αποζημίωση πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
β πδ 213/1991 υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της περιόδου αυτής, των αμοιβών που εισέπραξε η ενάγουσα. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα παραστατικά (δελτία αποστολής-τιμολόγια), που αναφέρονται και στην αγωγή απορρέει ότι η ενάγουσα απεκόμισε έσοδα, από την εκτέλεση της σύμβασης αποκλειστική διανομής, ύψους 9.543.922 δραχμών κατά το έτος 1994, 28.309.250 δραχμών κατά το έτος 1995 και 33.730.854 δραχμών κατά το έτος 1996.
Ο μέσος όρος της επίδικης περιόδου είναι το ποσό των [9.543.922 :365 = 26.147,731 χ 111 ημέρες = 2.902.398 δρχ. + 28.309.250 + 33.730.854 = 64.942.502 δρχ δια 841=77.220,57 χ 365 = 28.185.509] 28.185.509 δραχμών. Κατά το αίτημα της ενάγουσας όμως, πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 18.708.024 δραχμών-(άρθρο 106 ΚΠολΔ), δεκτού γενομένου του κονδυλίου τούτου, ως προς την κύρια βάση της αγωγής.
Η αποζημίωση αυτή κρίνεται δίκαιη, ανταποκρινόμενη στα έσοδα που έχασε η ενάγουσα από τις υποθέσεις με τους πελάτες της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4 του ιδίου π. δ/τος η προθεσμία καταγγελίας είναι τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους της σύμβασης. Εάν η εναγομένη τηρούσε την προθεσμία αυτή η σύμβαση θα συνεχιζόταν για τρεις (3) ακόμη μήνες έως την 31-3-2007, οπότε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η ενάγουσα θα απεκόμιζε κέρδος 8.432.713,50 δραχμών [33.750.854 δρχ.
κέρδη 1996:12 = 2.810.904,50x3 μήνες = 8.432.713,50], ποσό που αποτελεί αποθετική ζημία της και δικαιούται ως περαιτέρω ζημία κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 εδ.γ. πδ 219/1991. Το επί πλέον αιτούμενο ποσό, δηλαδή αποζημίωση έξι μηνών με βάση τα κέρδη 1996 προσαυξημένα κατά 20%, κρίνεται αβάσιμο και απορριπτέο. Το (αγωγικό) αίτημα αποζημίωσης των 147.336.365 δραχμών και επικουρικά των 73.668.182 δραχμών για επικαλούμενη αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) των ετών 1997, 1998 και 1999, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Ειδικότερα, η ενάγουσα στηρίζει την αξίωσή της αυτή στο άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του π.δ. 219/1991 που στις διατάξεις του αυτές ορίζει ότι "Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά την λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας α) εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας β) εάν, σύμφωνα με τους όρους της παραγρ.
ε του παρόντος άρθρου η παραγγελία του τρίτου περιήλθε στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή τον αντιπροσωπευόμενο πριν τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται προμήθεια κατά την παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου, εάν αυτή οφείλεται, δυνάμει της παραγρ. 2 του άρθρου αυτού, στον προηγούμενο αντιπρόσωπο, εκτός εάν, λόγω της δραστηριότητας τους, θεωρείται δίκαιο η προμήθεια να διανεμηθεί μεταξύ τους".
Η αξίωση, δηλαδή, της ενάγουσας στηρίζεται σε αναληθή νομική προϋπόθεση. Με την εκδοχή ακόμα, ότι το άρθρο 6 π.δ. 719/1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, η ενάγουσα δεν επικαλείται εμπορικές πράξεις που να οφείλονται σε δραστηριότητα που αυτή ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.
Αντίθετα, ισχυρίζεται, ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των προπαρασκευαστικών ενεργειών της προσδοκούσε με βεβαιότητα καθαρά έσοδα για τα έτη 1997, 1998 και 1999 το τριπλάσιο των κερδών 1996, προσαυξημένα κατά 20% ετησίως, συμποσούμενα σε 147.336.365 δραχμές, άλλως σε 73.668.182 δρχ. εάν ήθελε γίνει δεκτή η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 π.δ. 219/1991.
Υπολαμβάνει, δηλαδή, ότι η σύμβαση θα συνεχιζόταν για τα παραπάνω έτη, ενώ αυτή είχε καταγγελθεί στις 6-12-1996/Τέλος, η καταγγελία αυτή δεν είναι παράνομη, ώστε με τη συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης. Κατ' αρχάς η τακτική καταγγελία είναι απαραίτητη για να επέλθει η λήξη μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης αορίστου χρόνου Στην κρινομένη περίπτωση δεν είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια και τους σκοπούς του άρθρου 281 Α.Κ.
διότι ο επανασχεδιασμός της εμπορικής πολιτικής της εναγομένης που εξυπηρετεί το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, εντάσσεται στα κρίσιμα στοιχεία της επιχειρηματικής της ελευθερίας και στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την αντισυμβαλλομένη ενάγουσα συναλλακτικές δυνατότητες να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης.
Επίσης δεν αποτελεί κατάχρηση της οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγομένη διότι, όπως μόνο η μη ανανέωση σύμβασης αποκλειστικής διανομής που έχει καταστεί αόριστης διάρκειας, δεν καθιστά την καταγγελία παράνομη, ως καταχρηστική, κατά το άρθρο 2α ν. 703/1977, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις για μη καταγγελία την σύμβασης.
Άλλη συμπεριφορά εναντίον των χρηστών ηθών και μάλιστα από πρόθεση, δεν επέδειξε η εναγομένη, ούτε η καταγγελία συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις που να εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη και το επαγγελματικό μέλλον την ενάγουσας. Επομένως, η εναγομένη δεν τέλεσε αδικοπραξία και το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, των 100.000.000 δραχμών, είναι ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο" Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή, έκανε αυτή κατά ένα μέρος δεκτή, για το ποσό των 59,936,94 ευρώ, επιδικάζοντας στην αναιρεσείουσα το σύνολο της αιτούμενης αποζημιώσεως πελατείας (12.000.000 δραχμές) και το ήμισυ της (αιτούμενης)αποζημιώσεως για μη τήρηση εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής από την αναιρεσίβλητη (8. 432.713,50 δρχ).
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 6,8 παρ.4,9 παρ. του π.δ.219/1991 297,298 και 914 του ΑΚ, καθ'οσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 281 και 919 του ΑΚ, ελλείψει συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων.
Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Ότι στις 10-9-1994 λύθηκε συμβατικά η από του έτους 1983 υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με πλήρη εκκαθάριση όλων των μεταξύ αυτών λογαριασμών και ότι αναγνώρισαν αυτοί αμοιβαίως ότι δεν διατηρούν απαίτηση μεταξύ τους από οποιαδήποτε αιτία και κατά συνέπεια ούτε η αναιρεσείουσα ενάγουσα διατηρεί απαίτηση για αποζημίωση από τη λυθείσα σύμβαση, κατά τα άρθρα 6,8 παρ.4 και 9 παρ.1 του π.δ.219/1991. 2)Ότι με βάση τη χρονική διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής η αποζημίωση της αναιρεσείουσας για μη τήρηση της προθεσμίας καταγγελίας και απώλεια πελατείας ανέρχεται στα καθοριζόμενα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 και 9 παρ.1 του π.δ.219/1991 πλαίσια (το σύνολο της αιτηθείσης αποζημιώσεως πελατείας, ήτοι 12.000.000 δραχμές και το ήμισυ της αιτηθείσης αποζημιώσεως για μη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας, ήτοι 8.432.713,50 δραχμές). 3)Ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας για αυξημένη κατά 20% αποζημίωση πελατείας, κατά το άρθρο 6 παρ.2 και 3 π.δ.219/1991, για μία επί πλέον τριετία κατά την οποία θα συνεχιζόταν η σύμβαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. 4)Ότι η άσκηση από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δεν είναι καταχρηστική διότι εξυπηρετούσε το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της ο επανασχεδιασμός της εμπορικής δραστηριότητάς της, ενστασσόμενος στα κρίσιμα στοιχεία της επιχειρηματικής της ελευθερίας και στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την αντισυμβαλλόμενη αναιρεσείουσα-ενάγουσα συναλλακτικές δυνατότητες, χωρίς να συνιστά κατάχρηση της οικονομικής εξάρτησης της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά.
Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ. Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος^ το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμου ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002), Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π.12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ,Α.Π. 11/1996). Με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως ψέγεται η πληττόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (τον οποίο επανέφερε και με την έφεση της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή της), ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης υπήρχε διαρκής σχέση εμπορικής αντιπροσωπείας από την 1-6-1983 μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 1996, που δικαιολογούσε την τήρηση εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη και αντίστοιχη αποζημίωση για απώλεια (6 μηνών) σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 π.δ 219/1991 και όχι 3 μόνον μηνών, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από το Εφετείο.
Επομένως, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον έκρινε κατά ένα μέρος βάσιμο, δεχόμενο ότι η από του έτους 1983 υπάρχουσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λύθηκε και αντικαταστάθηκε με σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ίσχυε από τις 10-9-1994 μέχρι τη λύση της με (άτακτη) καταγγελία της αναιρεσίβλητης κατά τις 22-5-1996, στη βάση δε της δεύτερης αυτής συμβάσεως υπολογίσθηκε και η οφειλόμενη αποζημίωση της αναιρεσείουσας, λόγω προαγωγής των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης με τους υπάρχοντες κατά την καταγγελία της συμβάσεως πελάτες της αναιρεσείουσας (άρθρο 9 παρ.1 του π.δ.219/1991), ο ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 γ του Κ. Πολ. Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, όπως και τις νομότυπα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα:α) υπ' αριθ. 2-7/11-7-1994 δελτία αποστολής, β) 2155-2161/27-7-1994 τιμολόγια πωλήσεως, γ) από Οκτωβρίου 1994 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα δ) 00683/16-11-1995 σειράς ΠΕ 19 παραστατικό αξίας 5.363.004 δραχμών.
Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ πρώτος, κατά το τελευταίο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2009 αίτηση για αναίρεση της 2527/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ