Legislator Case Law & Legislation
1513/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds as the contested promotion was not the subject of the lawsuit.

Case Number 1513/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's promotion. The appellant argued that the lower court ignored evidence of disciplinary action and failed to consider her qualifications, but the court ruled these claims inadmissible or irrelevant. The court determined that the specific promotion in question (from Section Chief B' to Section Chief A') was not the subject of the current lawsuit, rendering the appeal procedurally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1), 10(1), 6, 9, 13, 15 of the Organization of the Bank of Greece; The appeal is inadmissible if the contested administrative act concerns a promotion in a previous rank that is not the subject of the current lawsuit.

Keywords

AI generated
administrative appeal procedural inadmissibility promotion dispute subject matter jurisdiction banking organization civil procedure code legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 3(1), 10(1), 6, 9, 13, 15 of the Organization of the Bank of Greece
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1513 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1513/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Αλεξόπουλο , Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Σπυρίδωνα Κολυβά), Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο. Του αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2347/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5235/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2007 αίτησή της και τους από 25-9-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 9-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, με τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5235/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθμ. 1, 10 παρ. 1,6,9,13 και 15 της από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ. με την 46806/10314 της 21/26-111977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10-27 Ιουλίου 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β'446), γι` αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', Α' και Διευθυντή γίνονται κατ` εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διεύθυνσής της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια η ικανότητα η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.

Η κρίση αυτή του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον εκ του άρθρου 281 Α.Κ. τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του ως άνω Κανονισμού, "προσλήψεις εις την υπηρεσίας της Τραπέζης γίνονται κατ' αρχήν κατόπιν διαγωνισμού, μετ' απόφασιν της Γενικής Διευθύνσεως, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν εκάστου κλάδου ή κατηγορίας ... Το Διοικητικόν Συμβούλιον δικαιούται να προσλαμβάνει, πέραν του μονίμου (εντεταγμένου) προσωπικού, προς συμπλήρωσιν υπηρεσιακών αναγκών, μη δικαιολογουσών, κατά την κρίσιν του την πρόσληψιν μονίμου προσωπικού, προσωρινόν, επί συμβάσει εργασίας ωρισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου, προσωπικόν, με αποδοχάς ελευθέρως καθοριζομένας και άνευ περιορισμού ορίου ηλικίας.

Το προσωπικόν της κατηγορίας αυτής δύναται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, να εντάσσεται εις το μόνιμον προσωπικόν της Τραπέζης, υπό την απαραίτητον προϋπόθεσιν, ότι θα υφίσταται υπηρεσιακή ανάγκη και ότι τα περί προσλήψεως υπαλλήλων καθοριζόμενα. Ο αριθμός του εκάστοτε ως άνω προσωπικού...εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι μείζον του 2% του ,κατά τον αυτόν χρόνον υπηρετούντος μονίμου προσωπικού.

Εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις, μέρος του προσωπικού της κατηγορίας ταύτης, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., δύναται να ενταχθεί εις ανωτέρους του πρώτου (εισαγωγικού) βαθμούς του οικείου κλάδου, λόγω εξαιρετικών προσόντων και πείρας, δι' ανάγκας της Τραπέζης, μη δυναμένας να καλυφθώσι υπό του ήδη υπηρετούντος προσωπικού, ο αριθμός δε των ούτω πως εντασσομένων εν ουδεμιά περιπτώσει θα υπερβαίνη τους δέκα πέντε ετησίως.

Εάν υπό των ούτως εντασσομένων καλύπτονται, είτε κατά τον χρόνον της εντάξεως είτε μετέπειτα, οργανικαί θέσεις του μονίμου προσωπικού της Τραπέζης, αι θέσεις αύται θα διευρύνωνται κατ' ίσον αριθμόν, εις όλους τους βαθμούς,τους οποίους θα καταλαμβάνουν, καθ' όλην την διάρκειαν της εξελίξεώς των εις την ιεραρχίαν".

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος.

Δεν υπάρχει, εξάλλου, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: " Η ενάγουσα, προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα, με βάση το άρθρο 2 παρ. 4 του Οργανισμού αυτής, λόγω προϋπηρεσίας 8 ετών στον ιδιωτικό τομέα και ειδικών προσόντων, στις 18-6-1983,ως βοηθός τμηματάρχης και, διαδοχικά, προήχθη μέχρι τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', δυνάμει της υπ' αριθμ. 7012|2002 απόφασης του δικαστηρίου τούτου.

Είναι πτυχιούχος επιπέδου BATCHELOR'S,με σπουδές BUSINES ADMINISTRATION (MARKETING) CALIFORNIA STATE UNIVERSITY LONG BEACH, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, επιπέδου PROFICIENCY,έχει παρακολουθήσει 11 επιμορφωτικά σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης στις 5-9-1986 και Α θέσης την 1-9-1992 και η βαθμολογία της,κατά τα έτη 1984,1987,1988,1991,1992,1993,1994,1996,1997,1998 και 1999 ήταν,αντίστοιχα, 9,0-9,2-9,7-8,7-9,4-9,1-8,8-8,4-9,1-8,6-8,8.

Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης την 1-9-1992,Τμηματάρχης του Τμήματος Ανάπτυξης Αγορών Διεθνών Αγορών, Δ|νση Διεθνών Δραστηριοτήτων, 17.2.1995 Τμηματάρχης του Τμήματος ... του ... Τομέα Δικτύου Εξωτερικού της Δ/νσης Διεθνών Εργασιών, 13.7-31.7.1998 Αναπλήρωση του Δ/ντη Τομέα Δικτύου Εξωτερικού της Δ/νσης Διεθνών Εργασιών, 2.10.2001 Τμηματάρχης Τμήματος Υποστήριξης και Επιμελητηριακών σχέσεων στον Τομέα Λειτουργιών Διοίκησης στη Δ/νση Γραμματείας Διοίκησης.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του Υποδιευθυντή Α στις 5.10.1999 και 26.6.2001 η εναγομένη παρέλειψε την ενάγουσα και προήγαγε μεταξύ άλλων τους ομοιοβάθμους συναδέλφους της: 1) Σ1 προσελήφθη από την εναγομένη κατά το άρθρο 2 παρ.4 του Οργανισμού του Προσωπικού της στις 3.12.1981 με σύμβαση ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος της Γραμματείας της Γενικής Διεύθυνσης και λόγω εξαιρετικών προσόντων και πείρας, προϋπηρεσίας 20 ετών στον ιδιωτικό τομέα και της γνώσης δύο ξένων γλωσσών Αγγλικά-Γαλλικά), με την ...

απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό του λογιστικού κλάδου με τον ανώτερο του εισαγωγικού βαθμό του Υποδιευθυντή Β, στον οποίο προήχθη εκτός Οργανικών θέσεων (βλ. τις Α 4438/1996 και Ε. Α 8004/ 1997) και το ίδιο συνέβη με την προαγωγή της στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α (βλ. την υπ' αριθμόν 1163/2005 απόφαση Εφ.

Αθηνών). Επομένως η ενάγουσα στερείται εννόμου συμφέροντος να συγκριθεί με την ανωτέρω, αφού η τελευταία προήχθη εκτός οργανικών θέσεων, και απορριπτέα και απαράδεκτη είναι η αγωγή ως προς αυτήν. 2) ..., ο οποίος προσελήφθη στις 23.7.1973, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει πέντε (5) επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης στις 21.2.1984 και Α θέσης στις 19.9.1990 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1986-1994 ήτοι αντίστοιχα 9,2-9,0-9,2-9,2-8,9-8,9-8,7-8,7-9,1-9,2.

Υπηρέτησε σε θέση ευθύνης την 30.11.1986 Προϊστάμενος Γραφείου Πιστοδοτήσεων Δικτύου - Τομέα Πιστωτικών Κανόνων της Μονάδας Εποπτείας Πίστεως, 20.6.1988 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ..., 1.9.1990 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στην περιφέρεια Διεύθυνσης Αττικής, 1.9.1994 Δ/ντής Τομέα Διαχείρισης Πελατείας της Διεύθυνσης Πελατείας στην Τράπεζα Επιχειρήσεων, από 28.5. 1996 μέχρι 24.2.1998 αναπληρώνει το Διευθυντή της Διεύθυνσης Πελατείας στην Τράπεζα Επιχειρήσεων- Ιδιωτών και το Δ/ντή Τομέα Εμπορίου και Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Προϊόντων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων, το 1998 ορίστηκε τακτικός Αναπληρωτής του Δ/ντή Τομέα Εξειδικευμένων κλάδων της Δ/νσης Πελατείας-Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων-Ιδιωτών και από 17.3.1998 μέχρι την προαγωγή του (1.1.2001) αναπληρωτή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πελατείας - Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων -Ιδιωτών, το Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής της ιδίας Τράπεζας, το Δ/ντή της Δ/νσης Μεγ.

Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων και Οργανισμών, το Δ/ντή της Δ/νσης Ναυτιλίας της ιδίας Τράπεζας, το Δ/ντη της Δ/νσης Έργων και Κατασκευαστικών Εταιρειών στην ίδια Τράπεζα, ενώ 13.11.1999 τοποθετήθηκε Δ/ντής πιστωτικής πολιτικής στην ίδια Τράπεζα και 9.10.2000 Δ/ντής Δ/νσης Δημοσίου στην ίδια Τράπεζα. Έναντι αυτού η ενάγουσα υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στα σεμινάρια και στη ξένη γλώσσα, είναι, ισοδύναμοι στα πτυχία και υστερεί στα υπόλοιπα προσόντα και ιδιαίτερα στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Δ/ντή Δ/νσης και αναπληρωτή Διευθυντή, τα οποία άσκησε ο συγκεκριμένος.

Από τη συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτού δεν προκύπτει ούτε και απλή υπεροχή της ενάγουσας. 3.- Τον ...., ο οποίος προσελήφθη στις 2.4.1970, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β την 1.1.1998, είναι απόφοιτος Λυκείου και του Ινστιτούτου της Τράπεζας (3ετής φοίτηση), γνωρίζει Αγγλικά χωρίς πτυχίο, έχει παρακολουθήσει (15) δέκα πέντε σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης την 1.9.1989 και Α θέσης την 1.12.1994 και η βαθμολογία του κατά τη τα έτη 1985-1997 ήταν αντίστοιχα 8,4-7,9-8,2-8,2-8,1-8,8-8,5-8,1-8,0-9,0-8,5-8,6-8,8.

Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνη από 16.9.1985-31.12.1994 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων, Εργασιών και Ιδιωτών στα καταστήματα ..., ..., ..., ..., 15.4.1997 Διευθυντής καταστήματος ..., 17.2.2000 Δ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κεντρικό κατάστημα και από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2001 τακτικός αναπληρωτής του Δ/ντή Ιδιωτών στο Κεντρικό Κατάστημα. Έναντι αυτού η ενάγουσα υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην ξένη γλώσσα ελαφρά στη βαθμολογία και στο χρόνο απόκτησης δικαιώματος υπογραφής Α και Β θέσης.

Υστερεί όμως στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Δ/ντή Καταστήματος και Δ/ντή Τομέα στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης όπως ο συγκρινόμενος.

Συνεπώς από τη συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων δεν προκύπτει ολοφάνερη υπεροχή της ενάγουσας. 4) Π1 ο οποίος προσελήφθη στο βαθμό την 1.12.1973, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.7.1998, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει πολύ καλά τη Γερμανική Γλώσσα (βαθμολογία 9), έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Α' θέσης την 1.8.1985 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1981,1982,1984,1985,1991,1992,1993,1994 ήταν αντίστοιχα 8,5-7,9-9,0-8,1-8,2-8,5-8,5-8,8.

Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης την 1.8.1985 μέχρι 31.12.1988 Διευθυντής στο κατάστημα ..., 31.8.1990 Διευθυντής καταστήματος ... ΑΠΌ 28.3.1994 αποσπασμένος με σύμβαση δανεισμού στη COMMERCIAL BANK OF GREECE στη Γερμανία. Έναντι αυτού η ενάγουσα υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, ελαφρά στη ξένη γλώσσα, στα σεμινάρια και στη βαθμολογία.

Υστερεί όμως στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων αφού ουδέποτε άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος, όπως ο συγκρινόμενος. Από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτών δεν προκύπτει ολοφάνερη υπεροχή της ενάγουσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι από το φύλλο του μητρώου του συγκρινόμενου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά όπως διατείνεται η ενάγουσα, ενώ ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η εναγομένη έχει παρανομήσει κατά την προαγωγή του συγκρινόμενου από το βαθμό του Τμηματάρχη Β' στο βαθμό του Τμηματάρχη Α λόγω μη παρόδου 7ετούς ευδόκιμης παραμονής στον προηγούμενο βαθμό, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η επίδικη προαγωγή αφορά άλλο βαθμό. 5) ..., ο οποίος προσελήφθη στις 25.5.1970, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.10.1997, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει Γαλλικά, χωρίς πτυχίο, έχει παρακολουθήσει 18 σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης στις 26/10/1984 και Α θέσης στις 29.10.1986 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1994 ήταν αντίστοιχα 8,2-8,6-8,6-8,1-8,0-8,2-8,2-7,9-8,2-8,8-8,5.

Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης 1.7.1986 Τμηματάρχης Πιστοδοτήσεων του Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ...., 1.9.86 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο ίδιο κατάστημα, 1.9.1994 Διευθυντής Τομέα Επιχειρήσεων της Τράπεζας Επιχειρήσεων στην περιφέρεια ...και .... από 22.6.1995 μέχρι την προαγωγή του αναπλήρωσε προσωρινά και τακτικά τον Γενικό Διευθυντή στην περιφέρεια ...

και...το Διευθυντή Ιδιωτών και τον Προϊστάμενο Γραφείου Εμπλοκών της ίδιας υπηρεσίας. Έναντι αυτών η ενάγουσα υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην ξένη γλώσσα και ελαφρά στη βαθμολογία. Υστερεί στη γενική αρχαιότητα, στο χρόνο απόκτησης δικαιώματος υπογραφής Α και Β θέσης και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Τομέα και αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας, όπως άσκησε ο συγκρινόμενος".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως ασκουμένη κατά προφανή υπέρβαση του άρθρου 281 Α.Κ. και, στη συνέχεια, απέρριψε αυτήν (αγωγή), ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 281 Α.Κ και του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 K.Πολ.Δ., πρώτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου και, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι.

Επειδή ο εκ του αριθμ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας που σχετίζονται με τις προαγωγές των υπαλλήλων της, καθόσον, κατά την αναιρεσείουσα, οι κρίσιμες προαγωγές διενεργήθηκαν από το Δ.Σ αυτής (εναγομένης),χωρίς την κατά νόμο εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός πως από τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 10 του ως άνω Κανονισμού, η εν λόγω εισήγηση δεν προβλέπεται επί ποινή ακυρότητας της περί προαγωγής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, ούτε ότι αυτή είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο, η εν λόγω παράλειψη δεν συνδέεται με την αποδιδόμενη με την αγωγή στην αναιρεσίβλητη κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον αφορά τη διενέργεια των ως άνω προαγωγών, ούτε, τέλος, επικαλείται η αναιρεσείουσα ποια επίδραση θα είχε στις επίμαχες κρίσεις, η τυχόν ύπαρξη τέτοιας εισήγησης.

Μετά τα ανωτέρω, απορριπτέος, ως αλυσιτελής, είναι και ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αίτησης, στηριζόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., και σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο άφησε αδίκαστο αίτημά της αναιρεσείουσας, για επίδειξη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των πρακτικών, των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ.

αυτής, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν υπάρχει εισήγηση της Γενικής Δ|νσης, για τις ως άνω προαγωγές. Αυτό δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των εν λόγω εισηγήσεων, προκειμένου να ερευνηθεί η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας στην υποβολή του σχετικού αιτήματός της.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο κύριου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "...ενεργούνται (οι προαγωγές) ύστερα από εκτίμηση της γενικής διεύθυνσής της Τράπεζας" αλλοίωσε το περιεχόμενο των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπονται από το νόμο και κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο κρινόμενης υπόθεσης...". Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, η λέξη "εισήγηση" αναφέρεται μεν στην απόφαση πλην όχι στην ελάσσονα σκέψη της, όπου αξιοποιείται το αποδεικτικό υλικό και γίνεται η υπαγωγή αυτού στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, αλλά στη μείζονα σκέψη, όπου παρατίθενται οι νομικές διατάξεις και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση "αλλοιώσεως" του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ούτε ανεφίκτου ελέγχου της ορθής εφαρμογής αυτού ή λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Επειδή με τον τέταρτο λόγο της αναιρετικής αιτήσεως και τους πρώτο, κατά δεύτερο μέρος του, και δεύτερο λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9,14, 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι: α) το Εφετείο παρεβίασε τους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες, περί προαγωγών των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, καθόσον παρέλειψε να την συγκρίνει με την κατ' εκλογή και λόγω εξαιρετικών προσόντων προαχθείσα Σ1 β) δέχθηκε ότι αυτή Σ1 εντάχθηκε στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και όχι στον βαθμό του Τμηματάρχη και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του φύλλου μητρώου της εν λόγω Σ1 καθόσον δέχεται ότι αυτή , με την πρόσληψή της, εντάχθηκε στο βαθμό του Υποδ|ντή Β', ενώ στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι η υπάλληλος αυτή είχε ενταχθεί, αρχικά, στον βαθμό του Βοηθού Τμηματάρχη.

Οι λόγοι αυτοί ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως διαλαμβάνεται κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι η εν λόγω Σ1 όχι μόνο προσελήφθη, λόγω εξαιρετικών προσόντων, αλλά και στη συνέχεια, όλες οι προαγωγές της έγιναν κατ' εξαίρεση και λόγω εξαιρετικών προσόντων, εκτός οργανικών θέσεων, χωρίς δηλαδή να καταλαμβάνει οργανική θέση και, συνεπώς, η προαγωγή της δεν αποτελούσε εμπόδιο, για την περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξη της αναιρεσείουσας, η δε περίπτωση αυτής δεν μπορούσε να αποτελέσει "μέτρο σύγκρισης", για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 10 παρ. 15 του ως άνω Κανονισμού της αναιρεσίβλητης όπως από περιεχόμενό της, σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1,11 και 12 του ίδιου άρθρου σαφώς προκύπτει, δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις των κατ' εξαίρεση, λόγω εξαιρετικών προσόντων, προαγωγών, όπως εκείνη της Σ1 αλλά στις προαγωγές που αφορούν πλήρωση οργανικών θέσεων και με βάση την οποία (διάταξη) μπορεί να προαχθεί "εφ' άπαξ και άνευ προτάσεως του Συμβουλίου Υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων", οποιοσδήποτε υπάλληλος, που διακρίθηκε....

ανεξάρτητα από τον χρόνο εντάξεως και τον χρόνο παραμονής στον βαθμό, από τον οποίο προάγεται. Περαιτέρω, οι λόγοι των αριθ. 9 και 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος (κύριας ή επικουρικής βάσης της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π.), ο δε δεύτερος, μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες, κατά τα άνω, επιχειρεί να στηρίξει στις διατάξεις αυτές, ανεξάρτητα από την αλυσιτέλειά τους, μετά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, αφού κάτι τέτοιο (δηλ. δικονομικό απαράδεκτο) δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω η εκ της περ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβαλλόμενη αιτίαση είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελής, αφού, τελικά, δεν υπήρξε σύγκριση της αναιρεσείουσας με την ως άνω Σ1. Τέλος, και η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 αιτίαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τη μη σύγκριση της αναιρεσείουσας με την συνάδελφό της Σ1 είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον το Εφετείο, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αιτιάσεις αιτιολογεί την κρίση του αυτή, με την παραδοχή ότι η προαγωγή της εν λόγω υπαλλήλου δεν μπορούσε να αποτελέσει μέτρο σύγκρισης, με την αναιρεσείουσα, καθόσον η πρώτη προήχθη, λόγω εξαιρετικών προσόντων, κατ' εξαίρεση και εκτός οργανικών θέσεων.

Επειδή με τον πέμπτο, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 1, 8,9 και 11 Κ.Πολ.Δικ., λόγο της αναιρετικής αιτήσεως, συνδεόμενο με την, κατά τα ανωτέρω, προαγωγή του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Π1 και την αντίστοιχη παράλειψη προς προαγωγή της, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι: α) παρεβίασε τις σχετικές ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό της, ότι αυτός είχε προαχθεί στον προηγούμενο (και όχι στον επίδικο) βαθμό, χωρίς να έχει τα σχετικά τυπικά προσόντα και χωρίς να λάβει υπόψη του τις εισηγήσεις της Γεν.

Διεύθυνσης και β) άφησε αδίκαστο αίτημά της, σύμφωνα με το οποίο είχε ισχυρισθεί ότι ο εν λόγω υπάλληλος είχε διωχθεί πειθαρχικά, προς δε ότι το δικαστήριο διατύπωσε την κρίση του, χωρίς να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία, που αυτή είχε επικαλεσθεί, σχετικά με την πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου αυτού και, τέλος, ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα παρέβη το καθήκον της αληθείας, διότι δεν παρέθεσε όλα τα σχετικά με τον Π1 στοιχεία, που είχε (και ειδικότερα τα συνδεόμενα με την πειθαρχική του δίωξη).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και ως προς τις δύο αιτιάσεις του είναι απορριπτέος, καθόσον: α)ορθά το δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώτος ισχυρισμός της είναι αλυσιτελής, δοθέντος ότι αυτός αφορά προαγωγή του εν λόγω υπαλλήλου (Π1) σε προηγούμενο βαθμό (από τμηματάρχη Β'σε τμηματάρχη Α'), γεγονός το οποίο δεν αποτέλεσε ούτε αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, β) ως προς την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, που είχε η αναιρεσείουσα επικαλεσθεί, σχετικά με πειθαρχική δίωξη του εν λόγω υπαλλήλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι "από το φύλλο του μητρώου του συγκρινόμενου, δεν προκύπτει ότι αυτός έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, όπως διατείνεται η ενάγουσα", η οποία, όπως αναφέρει στην αίτησή της, προσκόμισε στο δικαστήριο φωτοτυπία της σχετικής κλήσεως σε απολογία, για πειθαρχικό έλεγχο του εν λόγω υπαλλήλου-.

Περαιτέρω, η αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη παρέβη το καθήκον της αληθείας ,διότι δεν παρέθεσε όλα τα στοιχεία, τα αφορώντα τον ως άνω υπάλληλό της Π1, σχετικά με την πειθαρχική του κατάσταση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον σε ουδεμία των σχετικών με την αναίρεση διατάξεων του Κ.Πολ.Δ., επιστηρίζεται και εντεύθεν δεν μπορεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο.

Επειδή τέλος, με τον 6ο και τελευταίο λόγο της αναιρετικής αίτησης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή και από τα οποία προέκυπταν τα εν γένει προσόντα της και ειδικότερα την υπ' αριθμ.72|1985 επιστολή της τότε Δ|νσης Προσωπικού της εναγομένης και από την οποία προκύπτει ότι αυτή (ενάγουσα)εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της Τράπεζας, με τον βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη (όπως και η με αυτή συγκρινόμενη Σ1 και με βάση το άρθρο 2 παρ. 4 του Κανονισμού, ως διαθέτουσα, δηλαδή, εξαιρετικά προσόντα, τα οποία, αν λαμβάνονταν υπόψη, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή της και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη του και τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη των οποίων είχε επικαλεσθεί και την ανωτέρω επιστολή, αφού αναφέρεται στην απόφαση, κατά την παράθεση των προσόντων της ότι "η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη, με βάση το άρθρο 2 παρ. 4 του Οργανισμού Προσωπικού αυτής, λόγω προϋπηρεσίας 8 ετών στον ιδιωτικό τομέα και ειδικών προσόντων, στις 18-6-1983,ως βοηθός τμηματάρχη...".

Επειδή, μετά από αυτά ,θα πρέπει η ένδικη αίτηση, και οι πρόσθετοι λόγοι της, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2007 αίτηση και το από 25-9-2008 πρόσθετο αναιρετήριο της ... για αναίρεση της 5235|2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ