Supreme Court dismisses retrial request as inadmissible second appeal violating Article 514 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected a retrial application filed by four defendants against a Council of Appeal ruling. The applicants sought to re-examine grounds for appeal that had not been previously considered after the Supreme Court had already accepted their initial appeal and remanded the case. The court ruled that once the Supreme Court accepts an appeal and remands the case, it exhausts its jurisdiction and cannot revisit unexamined grounds, as doing so would violate the prohibition against a second appeal under Article 514 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 485 § 1 and 514 § 3 of the Civil Procedure Code; Once the Supreme Court accepts an appeal and remands the case for new trial, it exhausts its jurisdiction and cannot re-examine unexamined grounds, as this would violate the prohibition against a second appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1513 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1513/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Δέτση, και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..., 2)..., 3)... και 4)..., για επανάκριση της από 24-12-2003 αιτήσεως, για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 2691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την επανάκριση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, με αριθμό 188/14-4-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 7ης Φεβρουαρίου 2006 κοινή αίτηση των: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., περί επανακρίσεως της από 24-12-2003 αιτήσεως αναιρέσεως αυτών κατά του υπ'αριθ. 2.691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επί της οποίας έχει εκδοθεί ήδη η υπ'αριθ. 146/2006 απόφαση του Δικαστηρίου σας σε Συμβούλιο και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 485 § 1 και 516 έως 519 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος δικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων και βουλευμάτων, ελέγχοντας την νομική ορθότητα αυτών και προβαίνοντας, σε περίπτωση που διαπιστώσει νομικό σφάλμα, στην αναίρεσή τους, ακολούθως δε είτε στην αναπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, είτε στην προσήκουσα εφαρμογή του ποινικού νόμου που παραβιάσθηκε.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ΄ του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, εφόσον έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο η πρώτη αίτηση αναιρέσεως τούτου κατά της αυτής απόφασης (ΑΠ 1/2000 σε Ολομέλεια ΠΧρ. Ν΄ σελ. 118). Η απαγόρευση δ'αυτή ισχύει αναλόγως και προκειμένου περί δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 1436/1989 σε Συμβούλιο ΠΧρ.
Μ΄ σελ. 708). Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος δέχεται ως βάσιμους ορισμένους από τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση αναιρέσεως λόγους και κατά παραδοχή τους αναιρεί με απόφασή του καθ'ολοκληρία την προσβαλλόμενη απόφαση ή το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρέλκει, κατά κανόνα, η εξέταση των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως, ως αλυσιτελών.
Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά το γεγονός της παραδοχής ορισμένων εκ των προταθέντων από τον εκάστοτε αναιρεσείοντα αναιρετικών λόγων και της καθ'ολοκληρία αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, έχει ο ίδιος (αναιρεσείων) έννομο συμφέρον για την εξέταση και των λοιπών υπ'αυτού παραδεκτώς προταθέντων με την ίδια αίτηση αναιρέσεως και μη ερευνηθέντων εκ παραδρομής από τον Άρειο Πάγο λόγων αναιρέσεως, όπως λ.χ.
συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία γενομένου δεκτού κάποιου από τους τελευταίους αναιρετικούς λόγους έχει ο Άρειος Πάγος τη νομική δυνατότητα να εκδώσει απόφαση διαφορετική από εκείνη που έχει ήδη εκδώσει και η οποία καθιστά ευμενέστερη τη θέση του αναιρεσείοντος (ΑΠ 98/2001 σε Συμβούλιο ΝοΒ έτους 2001 σελ. 1348).
Στις περιπτώσεις αυτές, ενόψει και της αυτοτέλειας του κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους άλλους λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, μπορεί να επανέλθει ο Άρειος Πάγος και να εξετάσει τον παραπάνω λόγο, χωρίς τούτο να αντιτίθεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι επί του λόγου που δεν εξετάσθηκε, δεν υπάρχει απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπ'αριθ. 2.691/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε μετά την αναίρεση του υπ'αριθ. 1.221/2001 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου με την υπ'αριθ. 1.145/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, η υπ'αριθ. 210/2-3-2001 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας..., κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξαφανίστηκε το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα και παραπέμφθηκαν οι ως άνω κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα: 1) για ψευδή βεβαίωση κατ'εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους άνω των 25.000.000 δρχ., ο τέταρτος (...), 2) για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους, που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., ο τρίτος (...), και 3) για ηθική αυτουργία στις προαναφερόμενες κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και άμεσης συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, οι δύο πρώτοι.
Κατά του βουλεύματος αυτού (2.691/2003) ασκήθηκε από τους ως άνω κατηγορουμένους η από 24-12-2003 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 146/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί, ως βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κριθείσης αιτήσεως, δηλαδή εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ενώ συγχρόνως κρίθηκε ότι παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, για υπέρβαση της εξουσίας του Συμβουλίου, αναιρέθηκε δ'έτσι καθ'ολοκληρία το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Με την υπό κρίση, όμως, κοινή αίτησή τους οι ως άνω αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ο Άρειος Πάγος, με την ανωτέρω υπ'αριθ. 146/2006 απόφασή του, δεν αποφάνθηκε επί όλων των λόγων αναιρέσεως και ειδικότερα επί του προβληθέντος με την από 24-12-2003 αίτησή τους πρώτου λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και ζητούν την επαναφορά της τελευταίας αιτήσεώς τους περί αναιρέσεως του υπ'αριθ. 2.691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μετά της κατά νόμο προτάσεώς μας ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (εν Συμβουλίω), προκειμένου να αποφανθεί επί των παραδεκτώς προταθέντων υπ'αυτών λόγων αναιρέσεως, επί των οποίων δεν απεφάνθη εκ παραδρομής, καθόσον αλλοία θα είναι η ποινική τους μεταχείριση εν περιπτώσει παραδοχής των λόγων αυτών, με αποτέλεσμα να έχουν οι ίδιοι έννομο συμφέρον για την εξέταση και παραδοχή τούτων.
Επί της ως άνω κοινής αιτήσεως των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων παρατηρούμε τα εξής: Όπως προκύπτει από την από 24-12-1003 αίτηση αναιρέσεως αυτών και την επ'αυτής εκδοθείσα υπ'αριθ. 146/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο μόνος λόγος αναιρέσεως που προτάθηκε παραδεκτώς και δεν εξετάστηκε η βασιμότητά του από το Δικαστήριο αυτό είναι ο λόγος περί υπερβάσεως εξουσίας, για την εξέταση του οποίου έχουν οι ίδιοι έννομο συμφέρον, καθόσον σε περίπτωση παραδοχής του θα είναι διαφορετική η ποινική τους μεταχείριση, γιατί θα τερματισθεί αμετακλήτως επ'ωφελεία τους η υπόθεση, αφού θα απορριφθεί ως απαράδεκτη η ασκηθείσα από τη φερόμενη ως μη νομιμοποιούμενη ενεργητικώς σε δήλωση παραστάσεως πολιτικώς αγωγής ..., έφεση κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού για τους ίδιους βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και θα περατωθεί έτσι η όλη υπόθεση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, όμως, είναι αβάσιμος για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ. 452/19-10-2005 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 146/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, χωρίς να τους υιοθετήσει ή να τους απορρίψει, γιατί έκρινε εκ παραδρομής ότι παρέλκει η έρευνα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως.
Οι λόγοι δ'αυτοί, στους οποίους αναφερόμεθα και εμείς, είναι οι εξής: Πριν από την έκδοση του προσβληθέντος με την από 24-12-2003 αίτηση αναιρέσεως υπ'αριθ. 2.691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είχε εκδοθεί επί της υπ'αριθ. 210/2-3-2001 εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας ..., κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού για τους ίδιους βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το υπ'αριθ. 1221/2001 επίσης παραπεμπτικό γι'αυτούς βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, όμως, αναιρέθηκε στη συνέχεια με την υπ'αριθ. 1145/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η κατά του βουλεύματος αυτού (1.221/2001) ασκηθείσα από τους κατηγορουμένους αναίρεση είχε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί δεν αφορούσαν την κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έτσι η χωρήσασα στη συνέχεια αναίρεση του υπ'αριθ. 1.221/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την υπ'αριθ. 1.145/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν έθιξε τη δικονομική αυτοτέλεια της διατάξεως του προαναφερθέντος βουλεύματος (1.221/2001), που αφορούσε την τυπική παραδοχή της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, ως προς την οποία παρήχθη τυπικό δεδικασμένο, αφού το αναιρεθέν βούλευμα του δευτεροβαθμίου συμβουλίου είχε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση της υπ'αριθ. 163/27-7-2003 αιτήσεως αναιρέσεως και της υπ'αριθ. 1.145/2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεως μετά την αναίρεση του ανωτέρω υπ'αριθ. 1.221/2001 βουλεύματός του, μπορούσε να μην επανεξετάσει το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεσμευόμενο για το ζήτημα αυτό από την ήδη χωρήσασα οριστική και τελειωτική κρίση του προηγηθέντος βουλεύματος, την οποία δεν μπορούσε δικονομικώς να μεταβάλει, αφού τέτοια μεταβολή θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 10/1984, 92/2004 ΠΧρ.
ΛΔ΄ 663, ΝΔ΄ 201 αντίστοιχα). Ανάλογη λύση προβλέπεται, άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 502 § 6 ΚΠΔ, όπως η παρ. 6 του άρθρου αυτού προστέθηκε με το άρθρο 18 § 5 του Ν. 2721/1999, για τις συναφείς προς την ανωτέρω περιπτώσεις, που το δικαστήριο και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και το δικαστικό συμβούλιο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικά δεκτή και αναβάλλει την επί της ουσίας της κατηγορίας έκδοση αποφάσεώς του, οπότε δεσμεύεται κατά την επανασυζήτηση της υποθέσεως από την αρχική απόφαση για το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως (ΑΠ 92/2004 ΠΧρ.
ΝΔ΄ σελ. 693, ΑΠ 883/2004 ΠΧρ. ΝΕ΄ 417). Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος της από 24-12-2003 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπερέβη στην εξουσία του και έκρινε ως τυπικά παραδεκτή την έφεση της ..., ως πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, αφού οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στρέφονται κατά του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας «Ψυγεία Ευρώπης Α.Ε.Ε.» και η ίδια (...), που είναι μέτοχος αυτής, δεν απέκτησε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και δεν είχε δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά του βουλεύματος αυτού.
Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: Να γίνει τυπικώς δεκτή η από 7ης Φεβρουαρίου 2006 κοινή αίτηση των κατηγορουμένων: 1)..., 2)..., 3) ... και 4) ... και, αφού εξετασθεί η βασιμότητα του πρώτου λόγου της από 24-12-2003 αιτήσεως αναιρέσεως αυτών, με τον οποίο προβάλλεται από αυτούς η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπερέβη στην εξουσία του και έκρινε ως τυπικά παραδεκτή την έφεση της ..., ως πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ'αριθ. 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να απορριφθεί ο περί υπερβάσεως εξουσίας ως άνω λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΠαναγιώτης Θάνος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το δικαστήριο, όταν δημοσιευθεί η οριστική απόφασή του, που περατώνει την ποινική δίκη (άρθρ. 370 ΚΠΔ), εξαντλεί την δικαιοδοσία του και δεν μπορεί να επανέλθει στο ίδιο θέμα, Ειδικότερα, όταν ο Άρειος Πάγος, εδέχθη καθ΄ ολοκληρία την αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος μετά από παραδοχή κάποιου λόγου και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα κρίση στο αυτό συμβούλιο δεν μπορεί να επιληφθεί και πάλι για την ίδια υπόθεση και να ερευνήσει μη ερευνηθέντα λόγο αναιρέσεως.
Με την έκδοση της αποφάσεώς του ο Άρειος Πάγος απεκδύθηκε της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει για να ερευνήσει πάλι την υπόθεση. Η επάνοδος του δικαστηρίου εις την αυτή υπόθεση αποφάσκεται υπό του δικονομικού δικαίου εν γένει, αυτονόητο περιεχόμενο της οποίας αρχής αποτελεί η απαγόρευση της επανειλημμένης προσφυγής στο δικαστήριο για την αυτή υπόθεση.
Η απαγόρευση δε αυτή εξειδικεύεται περαιτέρω, πλην άλλων ρυθμίσεων δια της κατισχύσεως του απαραδέκτου της εκ νέου ασκήσεως του αυτού ενδίκου μέσου και της περιορισμένης εκτάσεως της επιτρεπομένης διορθώσεως ή συμπληρώσεως της δικαστικής αποφάσεως από το εκδόν αυτή δικαστήριο, η οποία στη σφαίρα του ποινικού δικονομικού δικαίου δεν μπορεί, κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ να εξικνείται μέχρι της αλλοιώσεως του είδους της απαγγελθείσης αποφάσεως.
Η προδιαληφθείσα αρχή διασπάται μόνο επί εξαιρετικών περιπτώσεων και δη στη περίπτωση κατά την οποία το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου: α)από παραδρομή απέρριψε αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή ως ανυποστήρικτη και β)από παραδρομή, μετά την απόρριψη των λοιπών λόγων, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως που παραδεκτώς προτάθηκε, οπότε μπορεί, δεδομένης της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως που σωρευτικώς διατυπώνονται στο ίδιο δικόγραφο, να επανέλθει στην εξέτασή του, χωρίς τούτο να αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 145 παρ. 1, 370 516, 522 και 548 ΚΠΔ γιατί επί του λόγου που δεν εξετάστηκε δεν υπάρχει απόφαση.
Αντιθέτως, εάν δεν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, ο Άρειος Πάγος επιληφθείς του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και δεχθείς αυτό, εξήντλησε την δικαιοδοσία του και δεν έχει εξουσία να επανέλθει εις την αυτή υπόθεση, πέραν των ορίων της διορθώσεως κλπ, πολύ περισσότερον, όταν έχει γίνει δεκτή καθ΄ ολοκληρίαν η αναίρεσης και έχει παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κατ΄ ουσία κρίση στο αρμόδιο συμβούλιο ή δικαστήριο.
Η παραδοχή εναντίας εκδοχής, κατά την οποία χωρίς ανάκληση οριστικής αποφάσεως πέραν των ως άνω εξαιρέσεων, θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να επιτρέπεται πάντοτε η εκ νέου άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, παρά την προς τούτο ρητή απαγόρευση του άρθρου 514 παρ. γ΄ ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες, με την από 7-2-2006 αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου «Περί επανακρίσεως της από 24-12-2003 αιτήσεως αναιρέσεως κατά του υπ΄ αριθμ. 2691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών», ιστορούντες, ότι επί της ενσωματωμένης (στην κρινόμενη αίτηση) αιτήσεως αναιρέσεως κατά του πιο πάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε το υπ΄ αριθμ. 146/2006 βούλευμα του Αρείου Πάγου, το οποίο κατά παραδοχή του 6ου λόγου αναίρεσε το βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση και προσθέτοντες ότι το επιληφθέν κατά τα άνω Συμβούλιο του Αρείου Πάγου άφησε αδίκαστους τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς εναγούσης, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ζητούν την «επανάκριση» της αναιρέσεως, ως προς τους μη εξετασθέντες λόγους της και την παραδοχή τους ιδιαίτερα δε του εξ αυτών περί υπερβάσεως εξουσίας.
Σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην οικεία νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη γιατί ισοδυναμεί με δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η άσκηση της οποίας, σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ΄ ΚΠΔ, απαγορεύεται. Και τούτο, διότι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εφόσον επελήφθη της εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία μάλιστα έκανε καθ΄ ολοκληρίαν δεκτά και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, εξήντλησε την δικαιοδοσία του και δεν μπορεί να επανέλθει εις την αυτήν υπόθεση «προς επανάκριση των μη εξετασθέντων λόγων αναιρέσεως¨.
Η οποία αιτίαση των αιτούντων μπορεί να προταθεί στο Συμβούλιο εφετών και εάν το τελευταίο την απορρίψει, μπορούν (οι αιτούντες) να ασκήσουν νέα αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενοι οποιονδήποτε από τους από το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους. Απορριπτομένης της αιτήσεως, οι αιτούντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2006, αίτηση των αιτούντων για επανάκριση της από 24 Δεκεμβρίου 2003 αιτήσεως των για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 2691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2006Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ