Legislator Case Law & Legislation
1512/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against doctors' claim for hazardous work allowance based on equality principle.

Case Number 1512/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the 6th Health Region regarding the first-instance court's decision to grant hazardous work allowances to doctors and dentists. The lower court ruled that these medical professionals face risks comparable to nurses and laboratory staff due to contact with infectious diseases, thereby invoking the constitutional principle of equality. The Supreme Court upheld this reasoning, finding the first-instance judgment legally sound and devoid of errors warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) of the Constitution; Articles 4 and 15 of Law 4024/2011; The principle of equality under Article 4(1) of the Constitution requires that workers facing identical hazardous conditions be granted equal benefits, regardless of their specific professional category, provided the risks are comparable.

Keywords

AI generated
hazardous work allowance equality principle medical professionals infectious diseases constitutional rights labor conditions Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Articles 4 and 15 of Law 4024/2011
Article 15(1) of Law 4024/2011

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1512/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του καθ' ου η κλήση-αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας (6ηΔΥΠΕ) Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας" που εδρεύει στην Πάτρα Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Μελέτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των καλούντων-αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ.-Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. (αντί του εσφαλμένου:Α.)-Τ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Ν. Δ. του Φ., κατοίκου ..., 5) Χ. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., 6) Δ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Μ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 8) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 9) Α. Μ.-Α. του Ε., κατοίκου ..., 10) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., 11) Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... και 12) Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθέριου Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και λοιπών (συνολικά 151) προσώπων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 610/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-12-2018 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1068/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε τον χωρισμό της υπόθεσης και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους αναφερόμενους στο διατακτικό της δεκαπέντε (15) αναιρεσίβλητους (μεταξύ των οποίων οι ήδη καλούντες), ενώ απέρριψε την αίτηση ως προς τους λοιπούς. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι με την από 21-11-2023 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του καθ'ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των καλούντων-αναιρεσίβλητων στα δικαστικά του έξοδα, ενώ ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 132/2023) κλήση των (12 εκ των συνολικά 151) αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 6-12-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6722/2/20.12.2018) αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1068/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης και διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς δεκαπέντε εκ των αναιρεσιβλήτων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη καλούντες), επειδή αυτοί ερημοδικούσαν και δεν αποδεικνυόταν η εκ μέρους τους παροχή πληρεξουσιότητας προς τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσιβλήτων, δικηγόρο Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη ούτε η κλήτευση αυτών από το αναιρεσείον ή τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, και β) απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους η αίτηση ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 610/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ δεν προέκυπτε ότι το τελευταίο είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας (ανακοπής ερημοδικίας) κατά της ως άνω απόφασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, εκ των οποίων εκείνη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020, 1374/2017, 1312/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-4-2024), άπαντες οι καλούντες - αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη. Από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Τ.

Κ., που προσκομίζουν οι καλούντες - αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος των τελευταίων, αντίγραφο της ένδικης κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-4-2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον.

Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ανωτέρω επίδοση, είχε την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και για τους δεύτερη, τέταρτο και ενδέκατο των καλούντων - αναιρεσιβλήτων, Ε. Γ. - Γ. του Γ., Ν.

Δ. του Φ. και Δ. Π. του Σ., αντίστοιχα, και να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση αυτής, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.

Συνεπώς, ο ως άνω δικηγόρος ακύρως επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους και τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση αυτής, εφόσον δε αυτοί δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον ή από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρούνται δικονομικώς απόντες και πρέπει, ως προς αυτούς, να χωριστεί η υπόθεση, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσιβλήτους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, 5/2001, ΑΠ 194/2023). Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 194/2023), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικό του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 194/2023, 329/2019, 1543/2018), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 194/2023, 329/2019).

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, εφόσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο διάδικος που ασκεί το ένδικο μέσο διαμένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου ή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ή σε ανακοπή ερημοδικίας, αντίστοιχα, είτε διότι παρήλθαν οι νόμιμες προς άσκηση των εν λόγω ενδίκων μέσων προθεσμίες από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτών διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτών, διότι έκτοτε η απόφαση αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, 626/1980). Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτών διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης, απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, 9/1996, 626/1980).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, που ασκήθηκε από το ερημοδικασθέν εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 20-12-2018, διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην του ως άνω ΝΠΔΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 610/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή, ως προς τους ενάγοντες που αναφέρονται στο διατακτικό της (μεταξύ των οποίων και οι ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητοι), η (ασκηθείσα από 151 συνολικά ενάγοντες) από 5-5-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης (377/2015) αγωγή, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, με επιμέλεια των τελευταίων επιδόθηκε στις 7-12-2018 στο αναιρεσείον, το οποίο άσκησε την κρινόμενη αίτηση στις 20-12-2018 πριν από την πάροδο των προθεσμιών άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης.

Σύμφωνα δε με την επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 1068/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, όπως προελέχθη, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ως προς τους καλούντες - αναιρεσιβλήτους και διέταξε τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 6-12-2018 δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Τ.

Κ. Ήδη, όμως, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ νομίμως επικαλείται και προσκομίζει, με τις προτάσεις του, το υπ' αριθ. ...-2024 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η. Α., συζ. Α. Τ., με το οποίο ο Διοικητής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτού παρέχει στον δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Μελέτη την εντολή να παραστεί και να το εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης στη δικάσιμο της 16ης Απριλίου 2024, όπως και έγινε, επιπλέον δε, δηλώνει ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του ως άνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στο πλαίσιο των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η νομοτύπως ασκηθείσα στις 20-12-2018, από το ερημοδικασθέν εναγόμενο, ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 610/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού από το ως άνω επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον ειδικό πληρεξούσιο προκύπτει ότι το τελευταίο, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και να το εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνει και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναίρεση.

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 194/2023, 1124/2019, 957/2018).

Εξάλλου, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1.1.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, πέρα από τον βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.", σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022/1997 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022/1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 αφενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους νόμους 1505/1984 και 1810/1988, και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α' 72) ορίστηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί που εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, οι οποίες παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία, και αφετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 194/2023, 506/2019, 957/2018, 832/2015, 1467/2014).

Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β' σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, οπότε άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 194/2023, 795/2022, 233/2021, 957/2018, 1312/2017).

Περαιτέρω, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 του Ν.4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 του Ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-5-2012 έως 15-4-2015), ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από τον βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.

Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ' σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Όπως προεκτέθηκε, υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κ.λπ.

δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Ακολούθως, στο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ και ακολούθως στον ΕΟΠΥΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 Ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο Ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).

Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003 (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 18/2020, 1389/2019, 957/2018), είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 περ. α' υποπερ. αα' του Ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε, ως προς τους δικαιούχους του, με την υπ' αριθ.

οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κ.λπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κ.λπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στο οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 194/2023, 306/2020, ΣτΕ 806/2015).

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίστηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. μεταφέρονται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 194/2023, 306/2020). Επακολούθησε ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α' 21), με τον οποίο ορίστηκαν, στο άρθρο 2 αυτού, οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 [ΦΕΚ Α' 85] ως προς τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας, χρονικής διάρκειας ενός μηνός, μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ.

σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και κατόπιν αίτησης αυτών, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπόμενης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού (4238/2014) ορίστηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.ΠΕ.

και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.ΠΕ. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (ΑΠ 194/2023, 795/2022, 1324/2020, 306/2020).

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες ιατροί/οδοντίατροι είχαν προσληφθεί, ο καθένας από αυτούς, κατά την ημερομηνία και την ειδικότητα που αναφέρονται στην αγωγή, από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο από 11-7-2002 μετονομάσθηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972.

Υπηρετούσαν ασκώντας τα συναρτημένα με την ειδικότητά τους καθήκοντα, παρέχοντας στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος τις ιατρικές φροντίδες τους (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), απασχολούμενοι στους αναφερόμενους στην αγωγή υγειονομικούς σχηματισμούς του (Νομαρχιακές Μονάδες και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ).

Οι μηνιαίες αποδοχές τους καθορίζονταν από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, ενώ από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στο δεύτερο εναγόμενο δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Ν. 3918/2011, μετατασσόμενοι από 31-3-2014, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, στο πρώτο εναγόμενο (εννοεί το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ), στο οποίο συνεχίζουν να υπηρετούν μέχρι και σήμερα....

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014, το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. συνεχίζει χωρίς διακοπή τις εκκρεμείς δίκες του προσωπικού που μεταφέρθηκε σε αυτό, συνεπώς νομιμοποιείται αποκλειστικά και για τις αγωγές που εγείρονται από 1-4-2014 από το προσωπικό που μετατάχθηκε σε αυτό, ανεξάρτητα από το εάν οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν χρονικό διάστημα πριν την 31-3-2014....

Οι ως άνω ενάγοντες.... (στους οποίους περιλαμβάνονται οι ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητοι), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-5-2012 έως 15-4-2015, δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στο απασχολούμενο στα δημόσια νοσοκομεία προσωπικό και στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.

για την αποδοτικότερη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, και οι κατωτέρω ειδικώς αναφερόμενοι ενάγοντες ιατροί/οδοντίατροι, οι οποίοι απασχολούνται στους υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης, πρώτα του Ι.Κ.Α., μετέπειτα του δεύτερου εναγόμενου (εννοεί τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ύστερα κάποιοι εξ αυτών στο πρώτο εναγόμενο, στην περιφέρεια των Νομών που εντάσσονται στην τοπική αρμοδιότητα του τελευταίου, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, που κάποιοι πάσχουν από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (όπως ηπατίτιδα, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματίωση κ.λπ.), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και μπορεί να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μολύνσεως, σοβαρές βλάβες στην υγεία τους, ακόμη και τον θάνατο.

Επομένως οι ενάγοντες, κατά την προκειμένη απασχόλησή τους, λόγω της φύσεως της εργασίας τους, έρχονται καθημερινά σε άμεση επαφή με ασθενείς, μικρόβια και σωματικά εκκρίματα ασθενών. Οι συνθήκες αυτές της εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες, με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας, των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων, των ίδιων υγειονομικών σχηματισμών όπου υπηρετούν και οι ενάγοντες, που λαμβάνει το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δικαιούνται και οι ενάγοντες με τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, που λαμβάνει το ως άνω προσωπικό, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται λεπτομερώς παρακάτω, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, της διάταξης του άρθρου παρ. 1 Ν. 4024/2011, δεν έχει σχέση με την παροχή της εργασίας καθ' εαυτήν, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, υπό την προϋπόθεση όμως ότι εργάζονται υπό τους ίδιους δυσμενείς όρους, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η μη καταβολή του επίδικου επιδόματος στους ενάγοντες οφείλεται σε λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Κατόπιν τούτων, πρέπει και στους ενάγοντες με τις κάτωθι αναφερόμενες διακρίσεις να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το επίδικο επίδομα....

Επομένως, οι 1, 2,.... ενάγοντες (στους οποίους περιλαμβάνονται οι ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητοι) δικαιούνται να λάβουν από το πρώτο εναγόμενο το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας: για το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 15-4-2015 το ποσό των 5.325,00 ευρώ (150,00 ευρώ Χ 35,5 μήνες = 5.325,00)".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς τους αναφερόμενους στο διατακτικό της (απόφασης) ενάγοντες (στους οποίους περιλαμβάνονται οι ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητοι) και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 5.325 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974.

Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες ιατροί/οδοντίατροι, οι οποίοι απασχολούνται στους υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης, πρώτα του Ι.Κ.Α., μετέπειτα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ύστερα στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (6η Δ.Υ.ΠΕ.), έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, ορισμένοι εκ των οποίων πάσχουν από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (όπως ηπατίτιδα, AIDS, αφροδίσια νοσήματα, νόσους του αναπνευστικού, φυματίωση κ.λπ.), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και μπορεί να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης, σοβαρές βλάβες στην υγεία τους, ακόμη και τον θάνατο, και ότι, ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας, των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων, των ίδιων υγειονομικών σχηματισμών όπου υπηρετούν και αυτοί (ενάγοντες), το οποίο προσωπικό λαμβάνει το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, συνακόλουθα δε, ότι με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαιούνται και οι ενάγοντες το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που λαμβάνει το ως άνω προσωπικό, καθόσον το επίδομα τούτο δεν έχει σχέση με την παροχή της εργασίας καθ' εαυτήν, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, υπό την προϋπόθεση όμως ότι εργάζονται υπό τους ίδιους δυσμενείς όρους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 4 και 15 του Ν. 4024/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 15 του νόμου αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ.

οικ.2/16519/0022/24-2-2012 ΚΥΑ, ενώ διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εφόσον με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται απόφαση Ειρηνοδικείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των προσηκόντως παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματός τους (ΑΠ 1634/2022, 82/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους δεύτερη, τέταρτο και ενδέκατο των καλούντων - αναιρεσιβλήτων, Ε. Γ. - Γ. του Γ., Ν. Δ. του Φ. και Δ. Π. του Σ., αντίστοιχα.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-12-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6722/2/2018) αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 610/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ