Legislator Case Law & Legislation
1512/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer credit court ruling due to lack of fraud and failure to consider evidence.

Case Number 1512/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding consumer credit obligations. The appellant argued that the lower court erred by finding fraud in her inability to pay and by ignoring submitted documentary evidence. The court ruled that the fraud claim was merely a negative assertion rather than an independent argument and that the evidence was not sufficient to overturn the lower court's factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 1α of Law 3869/2010; Negative assertions regarding fraud do not constitute independent grounds for appeal, and failure to consider evidence is not a valid reason for overturning a judgment if the lower court reached a contrary evidentiary conclusion.

Keywords

AI generated
consumer credit fraudulent insolvency appeal admissibility negative assertion evidence consideration voluntary jurisdiction legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 1α of Law 3869/2010
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1512/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ρίζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …..

και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για απαιτήσεις που αφορούν το πρώην δίκτυο καταστημάτων στην Ελλάδα της εταιρείας με την επωνυμία "..." και στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στην ..., β) για απαιτήσεις που αφορούν το πρώην δίκτυο καταστημάτων στην Ελλάδα της εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στην ..., 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της .... (Κατάστημα Ελλάδος), 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της "...", μέλους του Ομίλου της ..., που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/Φ337/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4471/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 16-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 47959/74/29-5-2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 4471/2017 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εκ των εφεσιβλήτων: πέμπτης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", έκτης, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και έβδομης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...". Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον των ως άνω: πέμπτης, αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", έκτης αναιρεσίβλητης, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και έβδομης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 655/2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα με αριθμ. 5159Β/2-12-2021, 5142Β/25-11-2021, 5154Β/29-11-2021, 5143Β/25-11-2021, 5146Β/25-11-2021 και 5155Β/30-11-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Σ.

Ν., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 16-5-2019, αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της 4471/2017 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-5-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, στις πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών.

Οι εν λόγω, όμως, αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 59/2021). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 59/2021).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι κατά τα προεκτεθέντα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 641/2019).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών (ΑΠ 641/2019). Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ` ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν καθίσταται όμως αναιρετέα η επικυρούσα την πρωτόδικη απόφαση εφετειακή απόφαση, λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως, όταν το Εφετείο, μεταξύ των άλλων αιτιολογιών του, ενσωματώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του και μέρος των αιτιολογιών της πρωτόδικης αποφάσεως, που καθίστανται, με τον τρόπο αυτό δικές του αιτιολογίες, αφού η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης, προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1062/2017, ΑΠ 1835/2007).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ".......

η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα (.....), έχει γεννηθεί το έτος 1954 και είναι έγγαμη με το Σ. Χ. του Ε., από το γάμο της με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο ενήλικα ήδη τέκνα, την Ε. και τον Ε. Χ., γεννηθέντα τα έτη 1979 και 1989 αντίστοιχα. Η αιτούσα εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "...." μέχρι το έτος 2010, οπότε συνταξιοδοτήθηκε από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

με μηνιαία σύνταξη που την ημέρα συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανερχόταν στο ποσό των 1.400 ευρώ και ήδη την ημέρα συζήτησης της έφεσης στα 1.260 ευρώ (κύρια και επικουρική σύνταξη). Ο σύζυγός της, συνταξιούχος του Ο.Α.Ε.Ε. με μηνιαία σύνταξη 950 ευρώ, έχει υποβάλει και αυτός αίτηση προς ρύθμιση των οφειλών του, το σύνολο των οποίων ανέρχεται σε 146.126,62 ευρώ, (από τα οποία ποσό 18.121,02 ευρώ προέρχεται από σύμβαση στεγαστικού δανείου και τα υπόλοιπα 128.005,6 ευρώ προέρχονται από συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών), η οποία έχει απορριφθεί με την με στοιχεία 936/Φ336/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), απόφαση κατά της οποίας εκκρεμεί έφεσή του.

Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει η αιτούσα είναι ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας της οδού ... στην ..., έκτασης 75 τ.μ. και έτους κατασκευής το 1967, εμπορικής αξίας 90.000 ευρώ την ημέρα συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Σε χρονικό διάστημα προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης η αιτούσα κατήρτισε με τις εφεσίβλητες πιστώτριές τις συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, οι οφειλές από τις οποίες έχουν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 218.596,85 ευρώ.

Ειδικότερα, έχει τις εξής οφειλές σύμφωνα με την αίτησή της: 1) οφειλή ύψους 5.709,24 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ..., 2) οφειλή ύψους 5.381,21 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ..., 3) οφειλή ύψους 46.806,94 ευρώ από το υπ' αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο της ..., 4) οφειλή ύψους 186,26 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...

πιστωτική κάρτα της ..., 5) οφειλή ύψους 0,01 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ..., 6) οφειλή ύψους 17.231,12 ευρώ από το υπ' αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 7) οφειλή ύψους 5.226,83 ευρώ από το υπ' αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 8) οφειλή ύψους 18.121,02 ευρώ από το υπ' αριθμ. ...

στεγαστικό δάνειο της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 9) οφειλή ύψους 5.163,89 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 10) οφειλή ύψους 6.092,05 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 11) οφειλή ύψους 12.487 ευρώ από το με στοιχεία ... καταναλωτικό δάνειο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, 12) οφειλή ύψους 20.167,16 ευρώ από το υπ' αριθμ. ...

δάνειο αναχρηματοδότησης της ..., 13) οφειλή ύψους 3.554,97 ευρώ από το υπ' αριθμ. ... δάνειο αναχρηματοδότησης, 14) οφειλή ύψους 4.814,89 ευρώ από το υπ' αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο της ..., 15) οφειλή ύψους 76,33 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ..., 16) οφειλή ύψους 64.334,71 ευρώ από το με στοιχεία ... καταναλωτικό δάνειο της ..., 17) οφειλή ύψους 3.263,22 ευρώ από το υπ' αριθμ. 12562311 καταναλωτικό δάνειο της ....

Περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών για την εξόφληση των πιο πάνω δανείων. Κατά τους ισχυρισμούς της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χρειάζεται μηνιαίως για τη διαβίωσή της το ποσό των 2.000 ευρώ και μπορεί να διαθέτει για τις πιο πάνω δανειακές της υποχρεώσεις το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως.

Ωστόσο, από το πολύ υψηλό ύψος των οφειλών της (συνολικά 218.596,85 ευρώ) σε σχέση με τα εισοδήματά της (από το μισθό της και ήδη από τη σύνταξή της) και από τον αριθμό των τραπεζικών προϊόντων που εισέπραξε (συνολικά 17 και, συγκεκριμένα, 7 πιστωτικές κάρτες, 7 καταναλωτικά δάνεια, 1 στεγαστικό δάνειο και 2 δάνεια αναχρηματοδότησης) από εξίσου μεγάλο αριθμό διαφορετικών πιστωτικών ιδρυμάτων (συνολικά 8) προκύπτει ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο της αιτούσας, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως των εφεσιβλήτων που προέβαλαν τη σχετική ένσταση, και τούτο, διότι, ενώ γνώριζε ότι το μόνο εισόδημά της ήταν ο μισθός της (και ήδη η σύνταξή της), προέβαινε σε συνεχή δανεισμό με τη λήψη στεγαστικών δανείων, πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων, συνολικού ύψους 218.596,85 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά της, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Πράγματι, η αιτούσα, ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, ενώ εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι το μόνο εισόδημά της ήταν ο μισθός (και ήδη η σύνταξη) της ιδίας και του συζύγου της.

Συνήπτε, δηλαδή, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη, με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, όμως, αποδεχόταν το αποτέλεσμα αυτό.

Εξάλλου, ακόμα και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της ότι ο μηνιαίος μισθός της ιδίας, όταν εργαζόταν, ανερχόταν στο ποσό των 1.600 ευρώ και πάλι οι μηνιαίες δόσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες ξεπερνούσαν κατά πολύ τις δυνατότητες αποπληρωμής της αιτούσας, με δεδομένο ότι και ο σύζυγός της είχε σημαντικό δανεισμό ύψους 146.126,62 ευρώ.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο δανεισμός της αιτούσας οφειλόταν σε απρόβλεπτα και αξεπέραστα προβλήματα υγείας της ίδιας ή του συζύγου της (σημειωτέον ότι τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα σχετικά υπ' αριθμ. 23 και 24 και, συγκεκριμένα, η φερόμενη από 10-10-2013 βεβαίωση του νοσοκομείου "Ασκληπιείο Βούλας" και η φερόμενη από 3-2-2006 βεβαίωση του νοσοκομείου "Ερρίκος Ντυνάν" δεν λαμβάνονται υπόψη, καθόσον είναι έγγραφα ανυπόγραφα, βλ.

άρθρα 438 επ. ΚΠολΔ), για τα οποία χρειάστηκε να προβεί σε τόσο μεγάλο δανεισμό, ενώ τα τέκνα της Ε. και Ε. Χ. (ηλικίας 38 και 31 ετών αντίστοιχα την ημέρα συζήτησης της έφεσης) ήταν ενήλικα ήδη από τα έτη 1997 και 2004 αντίστοιχα και δυνάμενα να εργασθούν ήδη πολύ πριν δημιουργηθούν τα επίδικα χρέη της αιτούσας, ήτοι δυνάμενα να εργασθούν ταυτόχρονα, αλλά και μετά τις σπουδές τους.

Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη .......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενστάσεως των πιστωτριών ανωνύμων τραπεζικών εταιριών "... ..." και "..." και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι η αιτούσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και απέρριψε την από 16-12-2013 έφεση αυτής κατά της 937/Φ337/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη, από 20-5-2011, αίτησή της.

Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, καθώς και αυτές των άρθρων 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας, διότι αυτή, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σε χρονικό διάστημα προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής της [6-7-2011], ύψους 218.596,85 ευρώ [το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, αντιμετωπίζεται δε κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος], είχε προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της και αποδέχθηκε τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε δε, στην προσβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της περιέλευσής της, από ενδεχόμενο δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 218.596,85 ευρώ, προερχόμενο από δεκαεπτά συνολικά τραπεζικά προϊόντα και, ειδικότερα, 7 πιστωτικές κάρτες, 7 καταναλωτικά δάνεια, 1 στεγαστικό δάνειο και 2 δάνεια αναχρηματοδότησης, από οκτώ πιστωτικά ιδρύματα, β)το οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας, όταν εργαζόταν στην εταιρεία με την επωνυμία "Αθηναϊκή Ζυθοποιία ΑΕ" μέχρι το έτος 2010, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 1.600 ευρώ κατά μήνα, ενώ η σύνταξή της ανέρχονταν, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, στο ποσό των 1.400 ευρώ κατά μήνα και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης στο ποσό των 1.260 ευρώ, καθώς και το εισόδημα του συζύγου της Σ.

Χ., του οποίου η σύνταξη ανέρχεται στο ποσό των 950,00 ευρώ κατά μήνα και του οποίου οι οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονται στο ποσό των 146.126,62 ευρώ, από τα οποία ποσό 18.121,02 ευρώ προέρχεται από σύμβαση στεγαστικού δανείου και τα υπόλοιπα 128.005,6 ευρώ προέρχονται από συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, γ) την ηλικία της αναιρεσείουσας (γεννήθηκε το έτος 1954) και την οικογενειακής της κατάσταση, δ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανειακών της υποχρεώσεων αλλά και μεταγενέστερα προέβαινε σε αλόγιστο δανεισμό και διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να είναι δυσχερής η αποπληρωμή των χρεών της καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι το μόνο εισόδημά της ήταν ο μισθός (και ήδη η σύνταξη) της ιδίας και του συζύγου της.

Συνήπτε, δηλαδή, με μεγάλο αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων [8], την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων [17], προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, όμως, αποδεχόταν το αποτέλεσμα αυτό και τέλος ε) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών της, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν ειδικά μετά την συνταξιοδότησή της.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 27 παρ. 1 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη και μετά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον δεν περιέχει εμπεριστατωμένη και πλήρη αιτιολογία ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ αντιγράφει το κείμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως, καταλήγοντας αυθαίρετα στην απόρριψη της έφεσής της, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, καθόσον το βάσιμο του λόγου αναίρεσης από το αριθμ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνεται από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία όμως είναι επιτρεπτό ως προς την αιτιολογία να παραπέμπει στις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώνει, καθόσον πληρούται η απαίτηση αιτιολογίας και με την απλή παραπομπή στην αιτιολογία της απόφασης αυτής (πρωτόδικης), η οποία (αιτιολογία) θεωρείται ότι είναι πλέον ενσωματωμένη στην πληττόμενη απόφαση (ΑΠ 595/2020).

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1] εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό της περί ανάλωσης μεγάλου ύψους του δανεισμού σε προβλήματα υγείας του συζύγου της, εξαιτίας των οποίων ανετράπη ο οικογενειακός προγραμματισμός, 2]δεν έλαβε υπόψη την ευθύνη των πιστωτριών ανωνύμων τραπεζικών εταιριών να διαμορφώσουν το υπόλοιπο των δανείων της αναπροσαρμόζοντας σταδιακά προς τα άνω τη μηνιαία δόση μετά από την μονομερή επιβολή δυσμενών επιτοκίων και κυρίως μετά την κεφαλαιοποίηση τόκων και 3] δεν έλαβε υπόψη το ύψος των εισοδημάτων της κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων αλλά και το χρονικό σημείο που προέκυψαν οι έκτακτες ανάγκες της, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την πληρέστερη κατά την άποψή της ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, οι συμβάσεις τις οποίες υπέγραψε η αναιρεσείουσα, το οικογενειακό εισόδημα αυτής πριν και μετά την συνταξιοδότησή της, καθώς και του συζύγου της, όπως και ότι μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών της προς τις οκτώ πιστώτριες τράπεζες από τις οποίες εισέπραξε δέκα επτά τραπεζικά προϊόντα και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο αυτό.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και ο τρίτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, που επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι η ένσταση δόλου των αναιρεσιβλήτων τραπεζών "... ..." και "..." είναι αόριστη, τον οποίο το πρώτον υποβάλλει με τις, από 24-5-2022, προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως αντένσταση, προτείνεται απαραδέκτως κατ` άρθρο 562 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, περί αοριστίας ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από την έφεσή της και τις από 20-1-2017 προτάσεις, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε απ' αυτήν τέτοιος ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 255/2020). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ.3).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ.

α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε και ειδικότερα ότι ''με το να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη την προταθείσα από τους αντιδίκους ένσταση δολιότητας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 5 του ΚΠολΔ, καθώς δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν αναφέρει πότε η αιτούσα ανέλαβε κάθε συγκεκριμένη δανειακή υποχρέωση και ποιο το ύψος της, ούτε τα εισοδήματά της, ατομικά και οικογενειακά κατά το συγκεκριμένο χρόνο, ώστε συγκεκριμένα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες τότε αλλά και δυνάμενες να προβλεφθούν μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, ούτε αναφέρονται μεταγενέστερα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν δική της υπαιτιότητα για την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών...''.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 560 αριθμ. 5 β'του ΚΠολΔ) και ειδικότερα α] ότι δεν συνέτρεξε στο πρόσωπό της δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, ούτε μεταγενέστερα, καθόσον στον δανεισμό ωθήθηκε λόγω των υπέρογκων εξόδων που της προκαλούσε η αντιμετώπιση της καθημερινότητας, οι πιεστικές οικογενειακές υποχρεώσεις, οι στεγαστικές της ανάγκες και η κάλυψη προηγούμενων χρεών και β] ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα[έγγραφα, ανωμοτί κατάθεση] και κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με το ως άνω πραγματικό γεγονός της δόλιας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμής, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, η μεν πρώτη καθόσον δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά είναι αρνητικός ισχυρισμό της στην ένσταση των πιστωτριών περί δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που η έλλειψή της [δόλος] είναι προϋπόθεση για τη νομιμότητα της αίτησής της κατ` άρθρ. 1α` του ν. 3869/2010, σε κάθε περίπτωση δε είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε τα παραπάνω και τα απέρριψε κατ`ουσίαν καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που αυτή θεωρούσε ορθό, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα-αιτούσα περιήλθε, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, με ενδεχόμενο δόλο και συνεπώς δεν δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, η δε δεύτερη (αιτίαση), διότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017).

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 16-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 47959/74/29-5-2019) αίτηση για αναίρεση της 4471/2017 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ