Legislator Case Law & Legislation
1512/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's liability for investors' losses due to capital adequacy issues.

Case Number 1512/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, ordering the bank to pay damages to investors. The court found that the bank's capital inadequacy, not the Central Bank's decree, was the primary cause of the investors' losses. Consequently, the court ruled that the causal link required for liability under the Civil Code was established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298 and 914 of the Civil Code; The court established that a bank's liability for investor losses arises when capital inadequacy, rather than regulatory decrees, is the proximate cause of the loss.

Keywords

AI generated
bank liability capital adequacy investor losses causal link Civil Code bankruptcy proceedings liability for damages

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298 and 914 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1512/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Μαρκουλάκο και Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Α. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ε. Α., το γένος Ν. Β., κατοίκου ..., 4) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5) Φ. Β. του Α., συζύγου Π.

Γ., κατοίκου ..., 6) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Χ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 8) Ι. Κ. του Σ., 9) Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο και Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις, 10) Κ. Κ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 11) Ε. Κ., συζύγου Κ.

Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., 12) Ά. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 13) Β. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 14) Π. Κ. του Α., 15) Β. Κ. του Α., συζύγου Π. Κ., κατοίκων ..., 16) Α. Μ. του Γ., 17) Γ. Γ. του Ι., συζύγου Α. Μ., κατοίκων ..., 18) Α. Χ. του Ι., 19) Ε. Χ. του Ν., 20) Π. Χ. του Α., κατοίκων ..., 21) Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο και Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσαν ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Ν. Α. του Α. απεβίωσε στις 19/7/2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ε.

Α., το γένος Ν. Β., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω δικηγόρους και κατέθεσε προτάσεις.

Ακολούθως, δήλωσαν ότι ο υπό στοιχείο 10 αναιρεσίβλητος Κ. Κ. του Α., απεβίωσε στις 30/3/2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/3/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. Κ., το γένος Σ. Κ., κάτοικος ..., 12) Ά. Κ. του Κ., κάτοικος ..., γ) Θ. Κ. του Κ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3961/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2365/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/10/2018 αίτησή της και τους από 22/10/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.α', 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 22/2000, ΑΠ 303/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 493/20-7-2017 απόσπασμα της με αριθμό …/1/2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του Δ.Ε. ..., στις 19-7-2017 απεβίωσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ν. Α., ο οποίος, με την από 20-5-2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το αριθ. 53/1-2-2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, άφησε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγό του Ε.

Α., μόνη πλησιέστερη συγγενή του, όπως προκύπτει από το με αριθμό .../1-8-2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου .... Επομένως, η τελευταία, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1721, 1846 ΑΚ), εκπροσωπούμενη από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μιχαήλ Μαρκουλάκο και Ευαγγελία Καούρη, δυνάμει του με αριθμό 2004/27-11-2019 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Μ., νόμιμα δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του πιο πάνω, δεύτερου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια λόγω του θανάτου αυτού. Εξάλλου, από το με αριθ. πρωτ. 697/2-4-2018 απόσπασμα της με αριθμό ../3/2018 προσκομιζόμενης ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του Δ.Ε. ..., αποδεικνύεται ότι στις 5-4-2018 απεβίωσε ο δέκατος αναιρεσίβλητος Κ.

Κ., χωρίς να δημοσιευθεί διαθήκη του, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 342/17-4-2018 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Κ. και από τα τέκνα του Ά. Κ. και Θ. Κ., μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. …/16-4-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ....

Συνεπώς, οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1846 ΑΚ), εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο και Ευαγγελία Καούρη, δυνάμει του με αριθ. 17748/25-11-2019 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου ... Γ. Β., του με αριθ. 1091/21-11-2019 ειδικού πληρεξούσιου της Συμβολαιογράφου ... Β. Π. και του με αριθ. 445/19-11-2019 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., αντίστοιχα, δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του πιο πάνω, δέκατου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια, λόγω του θανάτου του.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2365/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 20-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 4283/20-10-2016 έφεση της αναιρεσείουσας Τραπεζικής εταιρείας, κατά της με αριθμό 3961/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την εκκαλούμενη αυτή απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η από 27-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 29552/811/2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν, με βάση τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, καθώς και της ευθύνης από αδικοπραξία, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα ανώμαλης εξέλιξης των επενδύσεών τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ) της αναιρεσείουσας και επιδίκασε, υπέρ των εναγόντων, τα αναφερόμενα για καθένα ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εξαφάνισε μερικά την πρωτόδικη απόφαση, κατά την περί αποζημίωσης διάταξή της, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο τούτο και αφού την δέχθηκε εν μέρει, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες τα αναφερόμενα, μικρότερα, ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Παραδεκτά ασκήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ και οι από 22-10-2019, με αριθμό κατάθεσης 105/22-10-2019, πρόσθετοι λόγοι αυτής και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.

Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αριθ.1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "...Η εναγομένη και νυν εκκαλούσα αποτελεί τραπεζική εταιρία, η οποία εδρεύει στην Κύπρο και ήταν εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπου διατηρούσε υποκαταστήματα έως το έτος 2013.

Ο 1ος των εναγόντων είναι έγγαμος με δύο τέκνα και διατηρούσε επιχείρηση τοποθέτησης γύψινων διακοσμήσεων στο .... Η συνεργασία του με την εναγόμενη ξεκίνησε τον Μάιο του έτους 1998, όταν άνοιξε σε υποκατάστημα αυτής στο ... κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τη σύζυγό του, ενώ έκτοτε και έως το έτος 2011 τοποθετούσε τα χρήματά του κυρίως σε ανανεωνόμενες προθεσμιακές καταθέσεις.

Στις 18-6-2010 είχε προβεί σε αγορά 6.000 μετοχών της εναγομένης αξίας 21.331,85 ευρώ. Μάλιστα δυο ημέρες πριν, δηλ. στις 16-6-2010, υπέγραψε με την εκκαλούσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ο 2ος των εναγόντων, συνταξιούχος του Εμπορικού Ναυτικού, είναι σύζυγος της 3ης εξ αυτών, η οποία και δεν εργάζεται. Από το έτος 2008 περίπου διατηρούσαν στην εναγομένη προθεσμιακές καταθέσεις, τις οποίες ανανέωναν συνεχώς.

Ο 2ος ενάγων περιστασιακά, προ 15ετίας, είχε προβεί σε αγοραπωλησία μετοχών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ο 4ος και η 5η των εναγόντων είναι σύζυγοι και έχουν δύο ανήλικα τέκνα, ενώ αμφότεροι εργάζονται ως καθηγητής πυρηνικής Ιατρικής ο πρώτος και ως φαρμακοποιός η δεύτερη. Η συνεργασία τους με την εναγομένη ξεκίνησε από το έτος 2010 όταν μετέφεραν σε κοινό λογαριασμό μέρος των χρημάτων τους, ενώ παράλληλα διατηρούσαν σε έτερη τράπεζα προθεσμιακή κατάθεση.

Αμφότεροι είχαν επενδύσει σε μετοχές της Alpha Bank, της Εθνικής αλλά και της εκκαλούσας. Η 6η ενάγουσα είναι έγγαμη, μητέρα δύο ενήλικων τέκνων και εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στο ... της ... υπηρεσίας της ..., ενώ από το έτος 2003 διατηρούσε στην εναγομένη προθεσμιακές καταθέσεις συνολικού ύψους 317.000 ευρώ. Στα παρελθόν είχε ασχοληθεί περιστασιακά με αγορά μετοχών και ειδικότερα στο τέλος της δεκαετίας του 1990, ενώ έκτοτε έχοντας αποκτήσει κακή εμπειρία από την ως άνω συναλλαγή, αποφάσισε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων της.

Ο 7ος των εναγόντων ασκούσε το επάγγελμα του αυτοκινητιστή και κατά το έτος 2011 τηρούσε προθεσμιακή κατάθεση στην τράπεζα FBB. Ο 8ος των εναγόντων είναι έγγαμος, πατέρας τριών ενήλικων τέκνων και συνταξιούχος ξυλουργός, ενώ από το έτος 2004 τηρούσε απλούς ή προθεσμιακούς λογαριασμούς στην εναγομένη, έχοντας ως μοναδική επενδυτική εμπειρία την προ πολλού χρόνου αγορά μετοχών.

Ο 9ος των εναγόντων εργαζόταν ως αστυνομικός, ενώ για ένα διάστημα εργάστηκε στο εξωτερικό και δη στην Ελληνική Πρεσβεία στο ..., όπου και κατάφερε να αποταμιεύσει ένα σημαντικό κεφάλαιο σε δολάρια Αμερικής, τα οποία τοποθετούσε σταθερά από το 2004 σε προθεσμιακές καταθέσεις στην εναγόμενη τράπεζα. Προ δεκαετίας δε, είχε προβεί σε αγορά 340 μετοχών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και 74 μετοχών της εταιρίας Τεχνική Ολυμπιακή, ενώ έκτοτε δεν ασχολήθηκε με παρόμοιες συναλλαγές.

Ο 10ος των εναγόντων, συνταξιούχος αστυνομικός, είναι σύζυγος της 11ης, η οποία δεν εργάζεται, ενώ και οι δύο είναι απόφοιτοι δημοτικού. Η συνεργασία τους με την εναγομένη ξεκίνησε το έτος 2005, όταν αρχικά άνοιξαν ένα λογαριασμό μισθοδοσίας και στη συνέχεια τοποθέτησαν τα χρήματά τους σε διαρκώς ανανεωνόμενες προθεσμιακές καταθέσεις.

Ο 10ος ενάγων περιστασιακά στο τέλος της δεκαετίας του 1990 είχε προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών, ενώ τηρούσε διάφορους λογαριασμούς στην εκκαλούσα συνολικού ποσού 456.719,42 ευρώ. Ο 12ος των εναγόντων είναι έγγαμος και πατέρας δυο ανήλικων τέκνων, ενώ εργάζεται ως διαιτολόγος στο Κέντρο Υγείας ... ... και από το έτος 2007 διατηρούσε στην εναγομένη λογαριασμό με προθεσμιακές καταθέσεις.

Ο 13ος των εναγόντων είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου. Είναι οδοντίατρος και διατηρεί ιατρείο στην πόλη των ..., ενώ από το έτος 2004 είχε τοποθετήσει τα χρήματα του στην εναγομένη σε λογαριασμούς προθεσμιακών καταθέσεων. Ο 14ος και η 15η των εναγόντων είναι σύζυγοι και συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί και από το έτος 2004 διατηρούσαν στην εναγομένη κοινό λογαριασμό με συνεχώς ανανεούμενες προθεσμιακές καταθέσεις, έχοντας περιορισμένη επενδυτική εμπειρία από περιστασιακή αγορά 100 μετοχών της εταιρίας "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." συνολικής αξίας 300 ευρώ.

Ο 16ος και η 17η των εναγόντων είναι σύζυγοι και έχουν δύο ενήλικα τέκνα. Έως το έτος 2009 λειτουργούσαν κατάστημα με είδη οικιακής χρήσης στο ..., ενώ έκτοτε τα εισοδήματα τους προέρχονται από τη μίσθωση της ακίνητης περιουσίας τους. Κατά το ίδιο ως άνω έτος μετέφεραν τα χρήματα τους στην εναγομένη, όπου και έκτοτε τα τοποθέτησαν σε προθεσμιακές καταθέσεις.

Ο 18ος των εναγόντων είναι συνταξιούχος εργοδηγός- μηχανολόγος και σύζυγος της 19ης των εναγόντων, η οποία είναι συνταξιούχος του Δημοσίου, ενώ ο 20ος των εναγόντων, τέκνο των ανωτέρω εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. Η συνεργασία τους με την εναγομένη ξεκίνησε το έτος 2007, όταν προέβησαν σε άνοιγμα κοινού λογαριασμού, ενώ έκτοτε διατηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα και ανανεούμενους λογαριασμούς προθεσμιακών καταθέσεων.

Ο 18ος ενάγων προ 35ετίας είχε περιορισμένη ενασχόληση με αγορές μετοχών. Ο 21ος των εναγόντων είναι έγγαμος και πατέρας ενός ενήλικου τέκνου. Έως το έτος 2010 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος. Κατά το ίδιο ως άνω έτος προέβη σε άνοιγμα κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου στην εναγομένη, με συνδικαιούχο τη σύζυγό του και στη συνέχεια και οι δύο συνήψαν κάποιες ανανεούμενες προθεσμιακές καταθέσεις.

Κατά το παρελθόν είχε ασχοληθεί με αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, έχοντας από το έτος 2008 δική του επενδυτική μερίδα. Η ενασχόληση του, όμως, αυτή ήταν περιστασιακή, καθώς αφορούσε τη μεταβίβαση σε αυτόν κατά το έτος 2008 από τον πατέρα του μετοχών της Εθνικής Τράπεζας και της ALPHA BANK και την αγορά το 2009 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας αξίας 2.232 ευρώ.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι επρόκειτο περί ιδιωτών επενδυτών και καταθετών, άλλων πελατών της εκκαλούσης και άλλων όχι, οι οποίοι επεδίωκαν την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, τα οποία και αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης, όσοι δε εξ αυτών επένδυαν και σε μετοχές, το έκαναν σε μικρό βαθμό και με περιορισμένο αριθμό, ήτοι ήταν μικροεπενδυτές.

Ουδείς εξ αυτών ήταν επαγγελματίας πελάτης διαθέτων την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα περί ών αμέσως κατωτέρω. Τον Μάιο του έτους 2011, η εναγομένη εξέδωσε ένα νέο επενδυτικό προϊόν, υπό την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ)".

Τα εκδοθέντα ΜΑΕΚ αποτελούσαν άυλες ομολογίες της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στο άρτιο, διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, είχαν σταθερό επιτόκιο 6,5 % ετησίως για τις πρώτες 10 περιόδους τόκων και δη μέχρι τις 30-6-2016, το οποίο για τον επέκεινα χρόνο μετατρέπονταν σε κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε euribor 6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή κάθε περιόδου τόκου, πλέον 3 %.

Επιπροσθέτως, το εν λόγω προϊόν, σύμφωνα με τους περιληπτικούς όρους έκδοσης του, όπως διαλαμβάνονται στο από 5-4-2011 Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η εναγομένη, αφορούσε σε αξίες αόριστης διάρκειας και δη χωρίς ημερομηνία λήξης, ελάσσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις πιστωτών της τράπεζας, μεταξύ των οποίων και των καταθετών και ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των κατόχων μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου και αξιόγραφων κεφαλαίου, δυνάμενες κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις περιόδους μετατροπής στην καθορισθείσα τιμή μετατροπής, ενώ μπορούσαν κατ' επιλογή της τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολο τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους στις 30-6-2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται.

Προέβλεπαν, επιπλέον, την προαιρετική, κατά τη κρίση της Τράπεζας, επιλογή ακύρωσης πληρωμής τόκων, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα και την οικονομική της κατάσταση και την υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκων σε περίπτωση που η τράπεζα δεν πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις φερεγγυότητας ως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.

Ακόμη προέβλεπαν όρους υποχρεωτικής μετατροπής του προϊόντος σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση "γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου" ή "γεγονότος βιωσιμότητας". Γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου εθεωρείτο ότι είχε επισυμβεί (ι) όταν η τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του συστήματος κεφαλαιακής μέτρησης (Basel Capital Αccord) Βασιλεία III , όπου παρουσιάζονται κανονιστικά πρότυπα, που αφορούν την κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα των τραπεζών, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το ύψος των βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της είναι χαμηλότερο του 5% ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III, το ύψος των κοινών πρωτοβαθμίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί είτε (ιι) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους Σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς, ενώ γεγονός βιωσιμότητας ορίζεται (ι) οποτεδήποτε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους του δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε γεγονός βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή (ιι) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για τη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή την αποφυγή ενδεχομένου πτώχευσης της ή δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Επομένως, επί προαιρετικής ή υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκων, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία δεν θα προέβαινε στην καταβολή μερίσματος ή σε οποιαδήποτε έτερη πληρωμή σχετικά με τις συνήθεις μετοχές ή άλλες αξίες της που θα λογίζονταν ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Τα ως άνω προϊόντα, τα οποία ονομάστηκαν ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds), έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής ως προς τον τρόπο, με τον οποίο θα προωθούνταν από την εναγομένη, ώστε να εξασφαλίζονταν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Είναι γεγονός αποδεδειγμένο πλήρως ότι η εναγομένη παρά την τεταμένη -οικονομικά και πολιτικά- κατάσταση στην Ελλάδα, την συνεχή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητος της Ελλάδος και των ομολόγων της από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ήδη από τα τέλη του έτους 2009, παρά τις ανησυχίες των οίκων αξιολόγησης για τη μετάσταση της κρίσης και στις κυπριακές τράπεζες, που κατείχαν ομόλογα της Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) και τις δημοσιευμένες δηλώσεις της εκκαλούσης στις οικονομικές καταστάσεις της του 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του 2011 ότι είναι κεφαλαιακά επαρκής, με πολύ ισχυρό δείκτη core tier 1, άνω του 8%, επιδόθηκε σε μια επιθετική-κερδοσκοπική επιχειρηματική πολιτική σε σχέση με το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο και από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Απρίλιο του 2010 αύξησε την έκθεση της σε ΟΕΔ (2,4 δις ευρώ), την στιγμή που τα ίδια κεφάλαια της ήταν 2,5 δις ευρώ (συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου σε ποσοστό 80% δίχως λήψη μέτρου μετριασμού του).

Λόγω αυτής ακριβώς της άκρως επιθετικής επενδυτικής στρατηγικής, υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαια από την απομείωση της αξίας των ΟΕΔ (2010) ύψους 529.513.000 ευρώ. Επειδή όμως η λογιστική αναγνώριση- αποτύπωση της ζημίας αυτής θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον δείκτη core tier 1, αφενός δεν αποτύπωσε λογιστικά στις οικονομικές της καταστάσεις τη ζημία αυτή (προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της χωρίς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις), παραπλανώντας τους επενδυτές , μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες, μέσω των υπαλλήλων των καταστημάτων της στην Ελλάδα ως προς τις προοπτικές και την πραγματική της αξία, την πραγματική της οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα, αφετέρου σχεδίασε και προώθησε μέσω των ως άνω υπαλλήλων της τα ΜΑΕΚ, τα οποία πέραν των λοιπών δυσμενών όρων, περιείχαν και ρήτρες υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές και υποχρεωτικής αναστολής τόκων, που της παρείχαν ιδιαιτέρως αυξημένες εξουσίες, δηλαδή να καθορίζει μονομερώς τις συνθήκες εκείνες που θα οδηγούσαν είτε σε ακύρωση πληρωμής των συμφωνηθέντων τόκων είτε σε μετατροπή των προϊόντων σε συνήθεις μετοχές.

Γνώριζε δε ότι το πολύπλοκο αυτό χρηματοοικονομικό προϊόν θα ήταν το "μαξιλάρι" που θα απορροφούσε τις ζημιές από τα ΟΕΔ, που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά δεν είχαν αποτυπωθεί, όπως προεκτέθηκε. Στη συνέχεια αντιλαμβανόμενη την εξαιρετική σπουδαιότητα και σημασία επιτυχούς κάλυψης της έκδοσης των ΜΑΕΚ στο σύνολο τους, εκμεταλλεύτηκε την ασύμμετρη και προνομιακή αυτή πληροφόρηση που είχε σε σχέση με τους ενάγοντες επενδυτές, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική της υποδομή και την εκτεταμένη δυνατότητα διείσδυσης στην περιουσιακή τους σφαίρα, αφού γνώριζε τις καταθέσεις των πελατών της και με ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση και σύσταση, τους έπεισε δολίως να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε αυτά, χωρίς όμως να προβεί στο αναγκαίο έλεγχο συμβατότητος αυτών με τα συγκεκριμένα προϊόντα.

Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρεται στην από 12-7-2013 έκθεση της εταιρίας Grant Thornton για τη σκοπιμότητα έκδοσης των εν λόγω προϊόντων με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που συντάχθηκε κατόπιν ερωτήματος του νομικού παραστάτη των εναγόντων, τα ΜΑΕΚ αποτελούν, υπό προϋποθέσεις, ήδη μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας, λόγο για τον οποίο δεν απεικονίζονται στο δανειακό κεφάλαιο και όταν γίνουν κοινό μετοχικό κεφάλαιο, θα επαυξήσουν και το core tier 1 της τράπεζας, αφού σχεδιάστηκαν με τη μορφή αυτή για να απορροφήσουν ζημιές.

Η εναγόμενη γνώριζε ως ενδεχόμενη και αποδέχτηκε την πρόκληση της ζημίας σε βάρος τους ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς της. Έτσι, για την υλοποίηση των στόχων της, ξεκίνησε "εκστρατεία" πώλησης με στόχο την καλύτερη, αποδοτικότερη και γρήγορη προώθηση των προϊόντων, ήτοι στοχοθέτηση του δικτύου για τα καταστήματα ιδιωτών, όπως πειστικά κατέθεσαν οι ενόρκως βεβαιούντες Ε.

Β. και Ι. Γ., οι οποίοι εργάζονταν ως υπάλληλοι στην εναγομένη κατά το έτος 2011. Συγκεκριμένα, η Διοίκηση συνέστησε στους αρμοδίους για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων υπαλλήλους της να απευθυνθούν σε πελάτες των καταστημάτων, μετόχους της εναγόμενης τράπεζας ή μη αλλά και στους προθεσμιακούς καταθέτες.

Ακολούθησε η αποστολή στα κατά τόπους καταστήματα κάποιων απαραίτητων ενημερωτικών εγγράφων με συχνές ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολόγου καθώς και με τα επιχειρήματα πώλησης αυτού, ενώ ταυτόχρονα προγραμματίστηκαν συναντήσεις και ενημερώσεις με τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Centra, που επιτρέπει τη σύγχρονη διάδραση των συμμετεχόντων με ήχο και βίντεο.

Στις ενημερώσεις αυτές δινόταν έμφαση στα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου προϊόντος για τους πελάτες, καθώς και στο προφίλ των πελατών που θα έπρεπε να προσεγγίσουν, όπως επενδυτές και καταθέτες, μεσαίου και υψηλού οικονομικού επιπέδου με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, που θα δέχονταν να δεσμεύσουν τα χρήματα τους για κάποια χρόνια, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, από τις συνήθεις καταθέσεις, όπως για παράδειγμα επιτόκιο 6,5%.

Επιπλέον αναφέρθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης ότι αυτοί θα έπρεπε να τονίζουν στους υποψήφιους αγοραστές εκείνα τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα του προϊόντος που θα τους οδηγούσαν στην αγορά του, όπως λ.χ. το γεγονός ότι αυτοί θα απολάμβαναν την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, με υψηλό επιτόκιο και την εξάμηνη απόληψη των τόκων.

Ακόμη τους είχαν δώσει σαφείς οδηγίες να "σπάζουν" τις προθεσμιακές καταθέσεις χωρίς ποινή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν και δεν είχε λήξει η προθεσμιακή τους κατάθεση. Στα πλαίσια της ανωτέρω ακολουθούμενης πολιτικής, τον Μάιο του 2011 όλοι οι ενάγοντες προσεγγίστηκαν από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους έκαστος εξ αυτών συναλλασσόταν μέχρι τότε, προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους στο ανωτέρω προϊόν.

Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων κατά τον ως άνω χρόνο ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την διευθύντρια του υποκαταστήματος της εναγομένης στην περιοχή ..., Ζ. Φ., προκειμένου να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος της προθεσμιακής καταθέσεως του στο εν λόγω προϊόν. Ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων σε επίσκεψη τους, κατά τον ίδιο χρόνο, κλήθηκαν και ενημερώθηκαν για τον ίδιο ως άνω σκοπό από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης στο υποκατάστημα ..., στη Λεωφόρο ... ....

Ο τέταρτος και η πέμπτη των εναγόντων κατά το Μάιο του έτους 2011 κλήθηκαν τηλεφωνικά από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στη ..., Δ. Κ., ακολούθως δε, συναντήθηκαν με αυτόν και με το διευθυντή του συγκεκριμένου υποκαταστήματος, Ι. Κ., και στις 9-5-2011 με τον αντικαταστάτη αυτού Ν. Κ., οι οποίοι τους συνέστησαν την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ.

Η έκτη των εναγόντων επισκέφτηκε το υποκατάστημα της εναγομένης στη ... στις 6-5-2011, (κατόπιν προτροπής του γνωστού της υποδιευθυντή καταστήματος Χ. Μ.), όπου συναντήθηκε με τον οικογενειακό της φίλο και διευθυντή στο εν λόγω υποκατάστημα Ν. Α., ο οποίος αναφερόμενος στα Μ.Α.Ε.Κ. της πρότεινε μία νέα επένδυση, χωρίς ρίσκο, ισοδύναμη της προθεσμιακής κατάθεσης, που έως τότε διατηρούσε.

Περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2011 ο έβδομος των εναγόντων, συναλλασσόμενος με την εναγομένη δια μέσου του υποκαταστήματος αυτής στον ..., συναντήθηκε με την διευθύντρια Μ. Α., η οποία και προσφέρθηκε να τον ενημερώσει για τα οφέλη της τοποθέτησης των χρημάτων του στο συγκεκριμένο προϊόν. Ο όγδοος των εναγόντων στις 13-5-2011 και ο ένατος στις 9-5-2011 επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της εναγομένης στα ..., με το οποίο και συναλλάσσονταν, κατόπιν τηλεφωνικής πρόσκλησης του διευθυντή Ι.

Μ., ο οποίος και τους προέτρεψε να επενδύσουν στο εν λόγω προϊόν. Ο δέκατος, η ενδέκατη και ο δωδέκατος των εναγόντων στα μέσα Μαΐου 2011 δέχτηκαν τηλεφώνημα από τον Μ. Δ., διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στην ..., όπου και τηρούσαν προθεσμιακούς λογαριασμούς, προκειμένου να ενημερωθούν για τα Μ.Α.Ε.Κ.

και να επενδύσουν σε αυτά, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του συγκεκριμένου υπαλλήλου, χαρακτηρίσθηκαν ως "ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης". Το Μάιο του έτους 2011 η διευθύντρια του υποκαταστήματος ... της εναγομένης Χ. Λ., τηλεφώνησε στον δέκατο τρίτο των εναγόντων, με σκοπό να τον προτρέψει στην αγορά των εν λόγω αξιόγραφων.

Περί τα μέσα Μαΐου 2011 ο υπάλληλος της εναγομένης στο υποκατάστημα ..., Π. Θ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους 14° και 15η των εναγόντων, με τους οποίους και διατηρούσε μακρόχρονη συνεργασία, προκειμένου να τους ενημερώσει για τα κρίσιμα νέα προϊόντα. Κατά τον ως άνω χρόνο οι 16ος και 17η των εναγόντων συναντήθηκαν με την Ε.

Π., υπάλληλο της εναγομένης στο υποκατάστημα ..., η οποία και τους πρότεινε να επενδύσουν τα χρήματα τους σε ένα νέο προϊόν, απόλυτα προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους, σύμφωνα με τις περιγραφές της, ήτοι τα εν λόγω Μ.Α.Ε.Κ. Το Μάιο του έτους 2011 οι 18ος, 19η και 20ός των εναγόντων συνομίλησαν με την προϊσταμένη του υποκαταστήματος της εναγομένης στην ..., Π.

Ζ., η οποία και τους προέτρεψε να προβούν στην αγορά των επίμαχων αξιόγραφων. Ο 21ος των εναγόντων, το Μάιο του 2011 κλήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο της εναγομένης στο υποκατάστημα ... Ε. Β., ο οποίος και τον συμβούλεψε να καταθέσει ένα χρηματικό ποσό που δεν θα είχε άμεση ανάγκη σε νέο προθεσμιακό λογαριασμό με μεγαλύτερο επιτόκιο, υπονοώντας τα προεκτεθέντα επενδυτικά προϊόντα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι έκαστος των εναγόντων (με εξαίρεση τους 7°, 16° και 17η εξ' αυτών) είχε αναπτύξει σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με τον αντίστοιχο εκ των προεκτεθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, με τον οποίο και συναλλασσόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παρουσίασαν στους ενάγοντες τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.) ως ένα ιδιαίτερα επωφελές για αυτούς προϊόν, ενημερώνοντας τους συνοπτικά ότι αφενός δε θα τους επιβαλλόταν από την εναγόμενη ποινή ένεκα πρόωρης μερικής εξοφλήσεως των προθεσμιακών καταθέσεων τους και αφετέρου ότι το νέο αυτό τραπεζικό προϊόν ήταν όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, έχοντας πενταετή διάρκεια και σταθερό ετήσιο επιτόκιο ύψους 6,5% με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου, όπερ είχε ως συνέπεια να υπονοείται ότι ανταποκρίνεται στο προειρημένο και γνωστό στην εναγομένη συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων.

Οι ενάγοντες, οι οποίοι πείσθηκαν από τις προηγηθείσες ρητές διαβεβαιώσεις των ανωτέρω υπαλλήλων της εναγομένης περί του ασφαλούς και του επικερδούς σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις χαρακτήρα του προεκτεθέντος νέου τραπεζικού προϊόντος και χωρίς να έχουν κατανοήσει τους κινδύνους, οι οποίοι εμπεριέχονταν σε αυτό, αφού τεχνηέντως δεν τους επισημάνθηκαν, θεώρησαν ότι το εν λόγω προϊόν αποτελεί ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο και ανταποκρίνεται στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ και ως εκ τούτου αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματα τους αγοράζοντας το.

Για το λόγο αυτό κατήρτισαν στις 16-5-2011 οι τρίτη, έβδομος και δέκατος τέταρτος των εναγόντων, στις 17-5-2011 ο δεύτερος, στις 9-5-2011 οι τέταρτος, πέμπτη και ένατος, στις 13-5-2011 οι όγδοος, δέκατος και ενδέκατη, στις 12-12-2011 οι δωδέκατος, δέκατος όγδοος, δέκατη ένατη και εικοστός, στις 24-5-2011 η δέκατη πέμπτη, στις 8-6-2011 οι δέκατος έκτος και δέκατη έβδομη, στις 10-5-2011 ο εικοστός πρώτος εξ αυτών, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δραστηριοτήτων και παρεπόμενων υπηρεσιών από την εναγόμενη τραπεζική εταίρο υπογράφοντας έντυπο προσυμβατικής πληροφόρησης ("ενημερωτικό πακέτο") για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και αίτηση δημιουργίας μερίδας, λογαριασμού αξιών στο Σύστημα Αυλών Τίτλων (Σ.Α.Τ.) και εξουσιοδότηση χρήσης τους.

Οι δε πρώτος, έκτη και δέκατος τρίτος των εναγόντων είχαν καταρτίσει, τέτοιου είδους συμβάσεις με την εναγομένη, ήδη από τις 16-6-2010, 19-9-2003 και 10-6-2010 έκαστος εξ αυτών αντίστοιχα, καθώς είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για αγορά μετοχών. Τα εν λόγω έγγραφα έχουν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εναγομένης υπογραφεί από τον αρμόδιο υπάλληλο ή και το Διευθυντή έκαστου υποκαταστήματος κατά περίπτωση.

Στις 13-5-2011 ο πρώτος των εναγόντων, στις 17-5-2011 ο δεύτερος, στις 16-5-2011 η τρίτη, στις 12-5-2011 οι τέταρτος και πέμπτη, στις 6-5-2011 η έκτη, στις 16-5-2011 οι έβδομος και όγδοος, στις 11-5-2011 ο ένατος, στις 17-5-2011 οι δέκατος, ενδέκατη και δέκατος τέταρτος, στις 13-5-2011 ο δωδέκατος, στις 16-5-2011 ο δέκατος τρίτος, στις 24-5-2011 η δέκατη πέμπτη, στις 16-5-2011 ο δέκατος έκτος, στις 8-6-2011 η δέκατη έβδομη, στις 12-5-2011 ο δέκατος όγδοος, στις 12-12-2011 οι δέκατη ένατη και εικοστός και στις 11-5-2011 ο εικοστός πρώτος εξ αυτών, κατήρτισαν παράλληλα συμβάσεις συμμετοχής τους στην έκδοση από την εναγομένη των προδιαληφθέντων ΜΑ.Ε.Κ., με τον τίτλο "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΔΙΑΘΕΤΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", μέσω των οποίων αυτοί αγόραζαν από την εναγομένη Μ.Α.Ε.Κ.

συνολικής αξίας 500,000 ευρώ ο πρώτος, 39.651,44 ευρώ οι δεύτερος και τρίτη, 80.000 ευρώ οι τέταρτος και πέμπτη, 50.000 ευρώ η έκτη, 30.000 ευρώ ο έβδομος, 40.000 ευρώ ο όγδοος, 24.157,92 ευρώ ο ένατος, 150.000 ευρώ οι δέκατος και ενδέκατη, 70.000 ευρώ ο δωδέκατος, 50.000 ευρώ ο δέκατος τρίτος, 100.000 ευρώ οι δέκατος τέταρτος και δέκατη πέμπτη, 100.000 ευρώ οι δέκατος έκτος και δέκατη, έβδομη, 45.000 ευρώ οι δέκατος όγδοος, δέκατη ένατη και εικοστός και 20.000 ευρώ ο εικοστός πρώτος εξ αυτών, που θα καταβάλλονταν σ' αυτή δια της μεταφοράς του αντίστοιχου ποσού από τους τηρούμενους λογαριασμούς των εναγόντων στην εν λόγω τράπεζα.

Προς πιστοποίηση της συνάψεως των προεκτεθεισών συμβάσεων αγοράς εκ μέρους των εναγόντων των Μ.Α.Ε.Κ., εκδόθηκαν από την εναγομένη τα αντίστοιχα αποδεικτικά συμμετοχής τους στην έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., στα οποία διαλαμβάνεται το επενδυθέν εκεί από έκαστο ενάγοντα κεφάλαιο. Σε προδιατυπωμένο εκ μέρους της εναγομένης όρο των συμβάσεων αυτών, όπου όμως δεν μνημονεύεται οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσεως των Μ.Α.Ε.Κ., ώστε να δύνανται οι αντισυμβαλλόμενοι ενάγοντες να την αντιληφθούν, αναφέρεται εντούτοις ότι αυτοί βεβαιώνουν πως διαθέτουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επενδύσεως τους στα Μ.Α.Ε.Κ.

και δηλώνουν ότι αφενός αποδέχονται τους όρους εκδόσεως και τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο από 5-4-2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης και αφετέρου ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εναγομένη, οποιοδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα Μ.Α.Ε.Κ.

και την απόφαση των εναγόντων να υποβάλουν αίτηση εγγραφής σ' αυτά. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες το ως άνω ενημερωτικό φυλλάδιο, το οποίο, όμως, ακόμη κι αν το είχαν αναγνώσει προσεκτικά δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, τα κρίσιμα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν ήταν απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, να αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο έμπειρο επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους, στον οποίο σαφώς και δεν περιλαμβάνονταν οι 2ος έως και 21ος από τους ενάγοντες, ορισμένοι εκ των οποίων μάλιστα, ως προαναφέρθηκε, είχαν ασχοληθεί περιστασιακά και με την αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Αλλά ούτε και ο 1ος, ο οποίος είχε μεγαλύτερη εμπειρία, δεν είχε χαρακτηρισθεί ως επαγγελματίας επενδυτής και δεν αντελήφθη σε όλη της την έκταση την νέα επένδυση, εμπιστευθείς τις συμβουλές των υπαλλήλων της εναγομένης. Επομένως, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα όσα αντίθετα ρητώς διαλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία προς αποφυγή συνεπειών, σαφώς παρείχε μέσω των ανωτέρω προστηθέντων (υπαλλήλων των υποκαταστημάτων) αυτής επενδυτική συμβουλή και σύσταση στους ενάγοντες, οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα απ' αυτούς ποσά δεν ήταν, στην πλειονότητα τους, τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.

Αλλά και άτυπη συμβουλή να μην υπήρχε, ουδέποτε διενεργήθηκε εκ μέρους της εναγομένης ο επιβαλλόμενος έλεγχος συμβατότητος των συγκεκριμένων επενδυτών. Καθίσται ως εκ τούτου σαφές ότι όλοι οι ενάγοντες, που επιζητούσαν την ασφάλεια των χρημάτων τους, αν γνώριζαν την αλήθεια και αν είχαν επαρκώς ενημερωθεί από την έχουσα προς τούτο υποχρέωση εναγόμενη τράπεζα ότι τα επίδικα προϊόντα ΜΑΕΚ ήταν υψηλού ρίσκου ως υβριδικά, μειωμένης διασφάλισης, υποχρεωτικά μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά προϊόντα, άμεσα συνυφασμένα με την οικονομική κατάσταση, την φερεγγυότητα και την επιχειρηματική στρατηγική της εναγόμενης Τράπεζας και ως εκ τούτου τα χρήματα τους δεν ήταν διασφαλισμένα, ότι ήταν άληκτα (αόριστης διάρκειας) και υποχρεωτικά μετατρέψιμα σε μετοχές, και ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν είχε καμία υποχρέωση απόδοσης των χρημάτων (προαιρετικό ήταν το δικαίωμα εξαγοράς εκ μέρους της εναγομένης στην πενταετία), ότι τα ΜΑΕΚ δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες, τις δυνατότητες και τους στόχους τους, ότι η εναγομένη Τράπεζα εκμεταλλεύτηκε κακόπιστα την πληροφοριακή ασυμμετρία ανάμεσα τους για να τους προωθήσει πλήρως ακατάλληλα και ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνα επενδυτικά προϊόντα, ότι η εναγόμενη απολάμβανε υπέρμετρα εξουσιαστικά δικαιώματα (λόγω της μειωμένης διασφάλισης, της δυνατότητας ακύρωσης πληρωμής τόκων-της υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές), ότι η εναγόμενη κατ' ουσία καθόριζε ακόμα και την ίδια την αξία των ΜΑΕΚ, η οποία επηρεάζεται από την τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής της εκδότριας, την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας, την προσφορά και τη ζήτηση αλλά και τις γενικότερες χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες.

Και βέβαια η εναγομένη τήρησε τυπικά την ειδική νομοθεσία περί δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών, πλην όμως η εκκαλουμένη, διέλαβε στην κρίση της περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής τις διατάξεις που κατά την αγωγή παραβίασε η εναγομένη και υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σ' αυτές και όχι στις διατάξεις που τήρησε η εναγόμενη για την έκδοση των ΜΑΕΚ.

Η παροχή εκ μέρους της εναγομένης επενδυτικών συμβουλών, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίστηκε η ίδια, αποδεικνύεται και από την από 9/700/10.12.2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδος, με την οποία επεβλήθη πρόστιμο στην εναγομένη "διότι κατά την προώθηση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητος επενδυτών και χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση του ν.3606/2007 και της υπ' αριθ. 1/452/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς".

Περαιτέρω, με την από 28.4.2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγομένη για τις ελλιπείς πληροφορίες στο Ενημερωτικό Δελτίο των ΜΑΕΚ 5-4-2011. Προσέτι δε ο Συνήγορος του Καταναλωτή προέβη στην υπ' αριθ. 4.995/25.2.2013 έγγραφη σύστασή του, αφού διαπίστωσε την παροχή επενδυτικών συμβουλών της τράπεζας προς τους επενδυτές πελάτες της, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το επενδυτικό τους προφίλ και χωρίς να προσφέρει αντικειμενική και πλήρη ενημέρωση και χωρίς τις προαπαιτούμενες οδηγίες του ν.3606/2007 αναφορικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.

Κατά συνέπεια, ορθά η εκκαλουμένη έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που η εκδότρια των τίτλων τους διέθετε πρωτογενώς στην αγορά, . εφαρμόζεται ο ν. 3606/2007, αφού, όπως πλήρως αποδείχθηκε, η εναγομένη προέβαινε και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, οι οποίες, σύμφωνα με τον αναλυτικό ορισμό που εμπεριέχεται στην υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι "μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία:

α) παρουσιάζεται ακατάλληλη για το σχετικό πρόσωπο ή να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του προσώπου αυτού και β) αποτελεί σύσταση για βα) την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσο, ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει δεδομένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, έγγραφη ανταλλαγή" ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου".

Και πάντως, επισημαίνεται και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε ο αναγκαίος έλεγχος συμβατότητος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω κίνδυνοι των Μ.Α.Ε.Κ. πραγματώθηκαν, δοθέντος ότι, ενώ η εναγομένη είχε έως την 31-12-2011 καταβάλει στους ενάγοντες τόκους ύψους 20.212,33 ευρώ (στον 1°), 1.884,35 ευρώ (στους 2° και 3η ), 3.233,97 ευρώ (στους 4° και 5η), 2.021,23 ευρώ (στην 6η), 1.212,74 ευρώ (στον 7°), 1.374,44 ευρώ (στον 8°), 975,85 ευρώ (στον 9°), 6.063,70 ευρώ (στους 10° και 11ο), 2.829,73 ευρώ (στον 12°), 1.718,05 ευρώ (στον 13°), 4.042,47 ευρώ (στους 14° και 15η), 4.664,38 ευρώ (στους 16° και 17η), 1.819,11 ευρώ (στους 18°, 19η και 20°) και 687,22 ευρώ (στον 21°) γι' αυτά, εντούτοις στη συνέχεια προέβη, εξαιτίας ακριβώς της οφειλόμενης, στην ήδη υπάρχουσα πριν από το έτος 2011 στην Ελλάδα και την Κύπρο προϊούσα οικονομική κρίση, ελλείψεως κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας της, στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα εν λόγω αξιόγραφα για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες αντελήφθησαν τον Ιούνιο του έτους 2012, όταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τους ενημέρωσαν ότι δεν θα καταβάλλονταν οι τόκοι του τελευταίου εξαμήνου, μετά από εντολή, που δόθηκε από τα κεντρικά της γραφεία.

Την 29-3-2013, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία τέθηκε, δυνάμει του εκδοθέντος, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγιάνσεως πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, υπ' αριθ. 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως προς τη διάσωση της με ίδια μέσα, σε καθεστώς εξυγιάνσεως, ένεκα της δεινής οικονομικής της καταστάσεως, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια.

Δυνάμει των με αριθ. 103/29-3-2013 και 278/30-7-2013 Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετατράπηκαν σε μετοχές Δ' Τάξης με τιμή μετατροπής 1€ (ήτοι στην ονομαστική τους αξία) και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο 1€ για κάθε ένα ευρώ των παραπάνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών Δ' τάξης από 1€ σε 0,01 € εκάστη, για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγόμενης Τράπεζας.

Κάθε μία μετοχή Δ' τάξης μετατράπηκε σε συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 0,01 €. Εν συνεχεία κάθε 100 μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € εκάστη που ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο ενώθηκαν σε μία συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 1,006 εκάστη. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (π.χ. αριθμός μετοχών μικρότερος των 100 που υπολείπονταν ανά μέτοχο) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας.

Πλέον όλες οι μετοχές αποτελούσαν μια ενιαία τάξη παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερισμάτων στους μετόχους. Οι προδιαληφθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγόμενης, με βάση την οποία οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των κρίσιμων ομολόγων, προκάλεσαν την προαναφερόμενη μονομερή, ελλιπή, ασαφή και παραπλανητική πληροφόρηση των εναγόντων άπειρων αντισυμβαλλομένων αυτής από τους εν πολλοίς ελλιπώς ενημερωμένους και μη εξειδικευμένους στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών συγκεκριμένους υπαλλήλους της σχετικά με τα αγορασθέντα εν συνεχεία απ' αυτούς Μ.Α.Ε.Κ.

Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγομένης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ.

Επιπλέον η εναγόμενη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των εναγόντων και για τον λόγο ότι δια της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς των προαναφερομένων οργάνων της, προκάλεσε με δόλο στους ενάγοντες, οι οποίοι ετύγχαναν συντηρητικοί πελάτες αυτής και πάντως όχι επαγγελματίες, την απόφαση επένδυσης στα κρίσιμα ΜΑΕ.Κ, παριστώντας εν γνώσει της ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν ασφαλή τοποθέτηση όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, σταθερό επιτόκιο ύψους 6,5%, περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του επενδυόμενου κεφαλαίου, αποσιωπώντας τους ενσωματωμένους κινδύνους αυτών, προκαλώντας στους ενάγοντες την ως άνω μείωση της περιουσίας τους, καθώς επεδίωκε την εξισορρόπηση της κλονισμένης κεφαλαιακής της επάρκειας, μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τη διάθεση των εν λόγω αξιόγραφων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω.

Έτσι συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά των υπαλλήλων - προστηθέντων της εναγομένης, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στην ζημία τους, η οποία συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που έκαστος εξ αυτών κατέβαλε για την αγορά των ως άνω επενδυτικών προϊόντων και συγκεκριμένα στο ποσό των 500.000 ευρώ για τον πρώτο, στο ποσό των 39.651,44 ευρώ για τους δεύτερο και τρίτη, στο ποσό των 80.000 ευρώ για τους τέταρτο και πέμπτη, στο ποσό των 50.000 ευρώ για την έκτη, στο ποσό των 30.000 ευρώ για τον έβδομο, στο ποσό των 40.000 ευρώ για τον όγδοο, στο ποσό των 24.157,92 ευρώ για τον ένατο, στο ποσό των 150.000 ευρώ για τους δέκατο και ενδέκατη, στο ποσό των 70.000 ευρώ για το δωδέκατο, στο ποσό των ευρώ για το δέκατο τρίτο, στο ποσό των 100.000 ευρώ για τους δέκατο τέταρτο και δέκατη πέμπτη, στο ποσό των 100.000 ευρώ για τους δέκατο έκτο και δέκατη έβδομη, στο ποσό των 45.000 ευρώ για τους δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη και εικοστό και στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον εικοστό πρώτο εξ αυτών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προεκτεθείσες διατάξεις και ορθά επίσης εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι οι προστηθέντες της εναγομένης υπάλληλοι ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, όπως προεκτέθηκε, εζημίωσαν τους ενάγοντες. Όθεν απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος στο σύνολο του κρίνεται ο πρώτος λόγος της έφεσης.

Με τον 2° λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα παραπονείται διότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας των εναγόντων...Όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας εις βάρος των εναγόντων αντισυμβαλλόμενων πελατών αυτής και καταναλωτών στα πλαίσια της χορηγήσεως σ' αυτούς επενδυτικής συμβουλής και συστάσεως για την αγορά των επίμαχων Μ.Α.ΕΚ.

αντί του προαναφερθέντος τιμήματος, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων. Αυτή δεν ανάγεται αποκλειστικά σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στην προαναφερόμενη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει δια του υπ' αριθ. 103/2013 Διατάγματος της σε καθεστώς εξυγιάνσεως την εναγομένη προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα, αφού η προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προξενήσει και πράγματι προκάλεσε την προαναφερθείσα ζημία των εναγόντων υπό την έννοια της υπάρξεως ανάμεσα τους, σύμφωνα με αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση, πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

Άλλωστε η ως άνω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, συνιστά απλά τμήμα της περί ης ο λόγος αιτιώδους διαδρομής, αφού ελήφθη με σκοπό την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης και συνεπώς συνιστά "γεγονός βιωσιμότητας", κατά την έννοια του από 5-4-2011 ενημερωτικού δελτίου της, που αποτελεί όρο υποχρεωτικής μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ.

σε μετοχές. Περαιτέρω, η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία των εναγόντων, αφού αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στους ενάγοντες η αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο της επένδυσης και να αποφασίσουν εάν θα προβούν σε αυτήν, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης.

Αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι αν η επένδυση στα ΜΑΕΚ ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει τη ζημία, γιατί αυτό προϋποθέτει ενσυνείδητη απόφαση των επενδυτών χωρίς τη μεσολάβηση των επενδυτικών συμβουλών της εναγομένης. Προϋποθέτει με άλλα λόγια ότι θα προέβαιναν στην επίμαχη επένδυση και χωρίς την παροχή των εσφαλμένων, ελλιπών και ακατάλληλων συμβουλών από την εναγόμενη, προϋπόθεση που, όπως αποδείχθηκε, δεν συνέτρεχε.

Το κρίσιμο είναι αυτό που αποδείχθηκε και ορθώς διαλαμβάνεται στην εκκαλουμένη απόφαση ότι η ζημία είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της Τράπεζας, η οποία κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα επίμαχα προϊόντα εκδόσεως της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις που συντήρησε και επέτεινε καθόλη τη διάρκεια της επίμαχης επένδυσης, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της που της επιβάλλονται από το ν. 3606/2007, το ν. 3340/2005, αλλά και από την καλή πίστη.

Εάν οι ενάγοντες είχαν την ενδεδειγμένη πληροφόρηση, ήτοι εάν γνώριζαν την αληθή φύση της προταθείσας τοποθέτησης (ΜΑΕΚ), τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, τα προβλεπόμενα δικαιώματα της Τράπεζας και τις μειωμένες υποχρεώσεις που αυτή αναλάμβανε, δεν θα προέβαιναν στην κτήση των εν λόγω σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Πρέπει, ως εκ τούτου να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και ο 2ος λόγος της έφεσης...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, δεχόμενο ότι η αναφερομένη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) τράπεζας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) και ως τούτου απορρίπτοντας το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο (λόγο) παραπονείτο για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής της ευθύνης ως προς την γενόμενη δεκτή και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την της ύπαρξης πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας ("σύμφωνα με την αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση").

Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων κύριων και πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τους αριθ. 1, 4, 8, 10, 19 και 20 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.

ΙΙΙ. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη Βασιλείου Μαχαίρα, ο παραπάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι: Οι προεκτεθείσες συνολικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τα ειδικότερα γενόμενα δεκτά, για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, 1) ότι το νέο επενδυτικό προϊόν με την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ)" που εξέδωσε η αναιρεσείουσα - εναγομένη τον Μάϊο του έτους 2011 και στο οποίο επένδυσαν οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, μη όντες επαγγελματίες πελάτες και μη διαθέτοντες την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν τους κινδύνους που ενέχουν οι επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά αυτά μέσα, ήσαν άυλες ομολογίες της αναιρεσείουσας, αόριστης διάρκειας (perpetual bonds), δυνάμενες να μετατραπούν υποχρεωτικά σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση "γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου" ή "γεγονότος βιωσιμότητας". 2) Ότι παρά την τεταμένη οικονομικά κατάσταση στην Ελλάδα και τη συνεχή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδος και των ομολόγων της, από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ήδη από τα τέλη του έτους 2009, η αναιρεσείουσα τράπεζα επιδόθηκε σε μια επιθετική - κερδοσκοπική επιχειρηματική πολιτική, σε σχέση με το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο και από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Απρίλιο του 2010 αύξησε την έκθεσή της σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) σε 2,4 δις ευρώ, τη στιγμή που τα ίδια κεφάλαιά της ήταν 2,5 δις ευρώ (συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου σε ποσοστό 80% δίχως λήψη μέτρων περιορισμού του) και ένεκα ακριβώς της άκρως επιθετικής επενδυτικής στρατηγικής της υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαια, από την απομείωση της αξίας των ΟΕΔ (2010) ύψους 529.513 ευρώ, την οποία όμως δεν αποτύπωσε λογιστικά. 3) Ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι το πολύπλοκο παραπάνω χρηματοοικονομικό προϊόν (Μ.Α.Ε.Κ) θα ήταν το "μαξιλάρι" που θα απορροφούσε τις ζημίες από τα ΟΕΔ, που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί αλλά δεν είχαν αποτυπωθεί λογιστικά και για την απορρόφηση των ζημιών της αυτών έπεισε δολίως τους ενάγοντες τους οποίους αλίευσε, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε Μ.Α.Ε.Κ, χωρίς να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο συμβατότητας αυτών με τα συγκεκριμένα προϊόντα. 4) Ότι την 29-03-2013 η αναιρεσείουσα Τράπεζα τέθηκε, δυνάμει του αριθ. 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως προς τη διάσωσή της με ίδια μέσα, σε καθεστώς εξυγίανσης, ένεκα της διεθνής οικονομικής της κατάστασης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια με αποτέλεσμα τα Μ.Α.Ε.Κ να μετατραπούν σε μετοχές Δ' τάξης, με τελική ονομαστική αξία 0,01 ευρώ για κάθε μετοχή, προς το σκοπό διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της. 5) Ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων, διότι η ζημία τους αυτή δεν ανάγεται αποκλειστικά σε γεγονός ανώτερης βίας και δη στην προαναφερόμενη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να την θέσει σε καθεστώς εξυγίανσης, προς το σκοπό ανακεφαλαιοποίησής της με ίδια μέσα, απλά η απόφαση αυτή συνιστά τμήμα της όλης αιτιώδους διαδρομής.

Η δε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας να προξενήσει και πράγματι προξένησε τη ζημία των εναγόντων, οι οποίοι εάν είχαν την ενδεδειγμένη πληροφόρηση ως προς την αληθή φύση της επένδυσης σε Μ.Α.Ε.Κ και ως προς τον κίνδυνο που αναλάμβαναν, δεν θα προέβαιναν στην κτήση των επιδίκων σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο, με το σύνολο των παραδοχών του, ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριζε το ουσιαστικό του πόρισμα, ότι η πρόσφορη αιτία της απώλειας της περιουσίας των εναγόντων, οι οποίοι είχαν επενδύσει σε Μ.Α.Ε.Κ, δεν ήταν το με αριθμό 103/2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, αλλά η ανάγκη για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της αναιρεσείουσας τράπεζας, προς διατήρηση της φερεγγυότητάς της, καθόσον συνέτρεχε "γεγονός βιωσιμότητας", καθόσον η αναιρεσείουσα εμφάνιζε σοβαρές ζημίες στα ίδια κεφάλαιά της ήδη κατά τον Απρίλιο του έτους 2010 (συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου σε ποσοστό 80% δίχως λήψη μέτρου μείωσής του), δηλαδή πριν από την έκδοση των επιδίκων Μ.Α.Ε.Κ, τον μήνα Μάιο του έτους 2011, σε γνώση της ότι τα επενδυτικά αυτά προϊόντα θα απορροφούσαν σαν "μαξιλάρι" της, ζημιές από ΟΕΔ, αποδεχόμενη έτσι τη ζημία των επενδυτών, τους οποίους αλίευσε στα Μ.Α.Ε.Κ για πώληση χρέους της, το δε αριθ. 103/2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ήταν απλά συνέπεια της κεφαλαιακής της ανεπάρκειας.

Οι πραγματικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πρόσφορη αιτία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορούσε να επιφέρει και επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα ήταν η προϋπάρχουσα των επιδίκων επενδύσεων, κεφαλαιακή ανεπάρκεια της αναιρεσείουσας, πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, ως προς τη συνδρομή του αιτιώδους συνδέσμου ως στοιχείο της αδικοπραξίας, τις οποίες διατάξεις το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το οικείο σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, έπρεπε να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 2365/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων, πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ