Legislator Case Law & Legislation
1512/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on theft charges, upholding conviction despite removing habitual offender aggravating circumstances.

Case Number 1512/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Assizes' judgment, which convicted him of theft. While the court removed the aggravating circumstance of habitual offending from the sentence, it upheld the conviction for two specific instances of electricity meter tampering occurring between 1999 and 2011. The decision was based on the principle that procedural laws apply immediately to pending cases, yet the core facts of the theft remained legally established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of the Penal Code and 590 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure; The court established that while procedural laws apply immediately to pending cases, the removal of habitual offender aggravating circumstances does not invalidate the conviction for the underlying theft crimes.

Keywords

AI generated
theft conviction habitual offender electricity meter tampering procedural law application appeal dismissal continuing offense aggravating circumstances

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Penal Code
Article 590 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1512/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Βασιλική Σκαρτσούνη, η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 78/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2019 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", με δ.τ. "... Α.Ε.", με έδρα την …., νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κάβουρα.

Το Δ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από2 6 Φεβρουαρίου 2019 αίτησή του, που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Κτενά - Κατσάρα και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου Ε.Μ. 273/2019 και στους από 18 Μαρτίου 2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 385/2019.

Αφού άκουσε Τον διορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, των πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής επίσης να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 26-2-2019, με αριθμό 273/2019, αίτηση του Γ. Σ. του Α., κατοίκου ... και οι επ' αυτής από 19-3-2019 πρόσθετοι λόγοι του ιδίου, κατατεθέντες αρμοδίως, αυθημερόν, για αναίρεση της απόφασης 36/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.

Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.

Έτσι, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των ένδικων μέσων κρίνονται με βάση το νόμο, ο οποίος ισχύει κατά το χρόνο της άσκησης αυτών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 παρ. 2 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [από την 1η-7-2019 ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019)], "εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για αναίρεση (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται• αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι".

Για τον υπολογισμό της προθεσμίας αυτής των δεκαπέντε ημερών, δεν λαμβάνεται υπόψη η ημέρα της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και η ημέρα της συζήτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ. 1 του ίδιου ΚΠοινΔ, 241 και 242 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, όπως προκύπτει από την πράξη του αρμόδιου Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατατέθηκε στις 19-3-2019 για την παρούσα δικάσιμο της 3-4-2019.

Συνεπώς, από την επομένη της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων (20-3-2019) μέχρι και την προηγούμενη της παρούσας συζήτησης (2-4-2019, ημέρα Τρίτη) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ημερών, ήτοι δέκα τέσσερις ημέρες. Κατά συνέπεια, οι πρόσθετοι λόγοι είναι εκπρόθεσμοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η-6-2019 [από την 1η-7-2019 ισχύει ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν. 4619/2019)], "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής, από το δράστη ή τρίτο, με το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής.

Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσίαση επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, η δε αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 374 εδ. ε' του ίδιου (παλαιού) ΠΚ, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.....", ενώ κατά το αντίστοιχο άρθρο 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν:

α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αξιόποινη πράξη της κλοπής από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, η οποία προβλεπόταν από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 374 εδ. ε' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, δεν αποτελεί πλέον κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 περ.

α' του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, αφού προβλέπει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινή. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από την 1η-7-2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.

Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".

Έτσι, σύμφωνα µε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δηµοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης µε µόνη προϋπόθεση να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης χωρίς να χρειάζεται να κριθεί βάσιμος και ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης.

Η νέα αυτή δικονοµική διάταξη εφαρμόζεται, σύµφωνα µε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις υποθέσεις που εκκρεμούν στον Άρειο Πάγο, δηλαδή στις υποθέσεις, για τις οποίες δεν δηµοσιεύθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της παραδεκτής αίτησης αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, ως προς τις οποίες πλέον, µετά την 1η-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονοµίας, δεν χρειάζεται να κριθεί βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης για να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η επελθούσα µετά την έκδοση της προσβαλλόµενης απόφασης και µέχρι τη δηµοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου παραγραφή της αξιόποινης πράξης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 367/2019, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2015 και ύστερα από έλεγχο που διενήργησε η υπεύθυνη του τμήματος μετρητών της "...

ΑΕ" στο όνομα του κατηγορούμενου (Σ. Γ.), διαπίστωσε ότι υπήρχε καταχωρημένη παροχή ρεύματος με αριθμό ...645 σε οικία επί της οδού ... στη ..., η οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άτομο με στοιχεία F. N., η οποία τυγχάνει σύζυγος του κατηγορούμενου. Για τη συγκεκριμένη παροχή, το σύστημα που χρησιμοποιεί η "... ΑΕ" για την καταγραφή κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν είχε καταγράψει ούτε μία μονάδα κατανάλωσης.

Το γεγονός αυτό, καταγγέλθηκε από την ως άνω υπάλληλο της "... ΑΕ" στη Δ/νση Οικονομικής Αστυνομίας (Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας), στην οποία και παρέδωσε επτά (7) εκτυπώσεις από το σύστημα καταγραφής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της παροχής ρεύματος με ΑΠ ...645-03, όπου εμφαίνονταν μηδενικές μετρήσεις για το έτος 2015, μολονότι ο μετρητής ήταν ενεργός και ως εκ τούτου έπρεπε να καταγράφει την κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας του συμβεβλημένου καταναλωτή.

Εξ αφορμής της προαναφερόμενης καταγγελίας, στις 11-11-2015 και περί ώρα 08.00, συνεργείο τεχνικών της "... ΑΕ" μαζί με αστυνομικούς της ως άνω Δ/νσης Οικονομικής Αστυνομίας, μετέβησαν στην οικία του κατηγορούμενου και ύστερα από τον έλεγχο που διενήργησαν οι τεχνικοί στην παροχή με αριθμό ...645, διαπίστωσαν παρέμβαση στον μετρητή με αριθμό ...0523 που αφορούσε την ως άνω παροχή.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιασθεί το κάτω μέρος του και είχε συνδεθεί το καλώδιο φάσης της γραμμής του πίνακα του μετρητή, απευθείας στην έξοδο ασφαλείας της παροχής, παρακάμπτοντας τον μετρητή, με αποτέλεσμα να παραμένει στάσιμος και να μην καταγράφεται το 100% της καταναλισκόμενης ενέργειας.

Αμέσως, οι τεχνικοί της "... ΑΕ" προέβησαν στην ορθολογική αποκατάσταση της γραμμής πίνακα του μετρητή στους ακροδέκτες του και ο μετρητής άρχισε να καταγράφει ενέργεια. Ακολούθως, οι ως άνω τεχνικοί, αφού σφράγισαν το κιβώτιο θέτοντας τη με αριθμ. …56 σφραγίδα και τους ακροδέκτες θέτοντας τη με αριθμ. …57 σφραγίδα, παρέδωσαν στη Δ/νση Οικονομικής Αστυνομίας, α) ένα τεμάχιο καλωδίου χαλκού με μαύρο περιτύλιγμα, β) ένα τεμάχιο καλωδίου χαλκού με γκρι δερματοπάνινο, γ) μια βάση ασφαλείας τήξεως, με πώμα 35 Amber και μια ασφάλεια τήξεως 1X35 Amber, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο ως εξαρτήματα, προκειμένου να τελέσει την κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο σημείο δε αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, σε προηγούμενο έλεγχο που είχε διενεργηθεί από τεχνικούς της "... ΑΕ" στις 15- 12-2014 στον ίδιο μετρητή (ΑΠ ...645), είχε διαπιστωθεί παρέμβαση, με τον ίδιο, ως άνω, τρόπο, λόγος για τον οποίο, είχε σφραγισθεί το κιβώτιο με τη με αριθμ. …93 σφραγίδα και οι ακροδέκτες με τη με αριθμ. ..94 σφραγίδα, οι οποίες κατά τον δεύτερο έλεγχο (11-11-2015) βρέθηκαν παραβιασμένες.

Σε έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία του κατηγορούμενου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, δύο ασφάλειες τήξεως με τα πώματά τους και μια πένσα, τα οποία είχαν επίσης χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο, κατά τις αλλεπάλληλες παρεμβάσεις του στον ίδιο μετρητή. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Δ/νση Οικονομικής Αστυνομίας (Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας).

Περαιτέρω, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1999 έως και 11-11-2015, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, παρενέβη κατ' επανάληψη και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στον με αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ...

οικία του, με σκοπό να αφαιρέσει από την κατοχή της "... ΑΕ" και ήδη "... ΑΕ" ξένο κινητό πράγμα και δη την παραχθείσα ενέργεια του ηλεκτρισμού και έτσι να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε ο ίδιος και η οικογένειά του, όπερ και πέτυχε, αφού η συνολική ηλεκτρική ενέργεια που ιδιοποιήθηκε παράνομα, με αντίστοιχη ζημία της "...

ΑΕ" και ήδη "... ΑΕ", ανήλθε συνολικά σε 45.525 Kwh και ειδικότερα, για το από 6-5-1999 έως 4-7-2002 χρονικό διάστημα σε 7.714 Kwh, για το από 25-11-2005 έως 1-2-2011 χρονικό διάστημα σε 16.607 Kwh, για το από 3-5-2012 έως 15-12-2014 χρονικό διάστημα σε 14.237 Kwh και για το από 15-12-2014 έως 11-11-2015 χρονικό διάστημα σε 6.967 Kwh. Τελούσε δε ο κατηγορούμενος την ως άνω πράξη της ρευματοκλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (προμήθεια και κατοχή των αναγκαίων εξαρτημάτων για την παρέμβαση στον μετρητή και σχετική προς τούτο τεχνογνωσία) καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση περισσότερων αυτοτελών ομοειδών πράξεων, σαφώς προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος με την αποφυγή της πληρωμής της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά του κατηγορούμενου στοιχειοθετεί την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως αυτή (πράξη) προσδιορίζεται στο διατακτικό, με βάση τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά....".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής κατ' εξακολούθηση από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, μετατραπείσα προς πέντε ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι:

Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1999 έως και 11-11-2015, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα και συγκεκριμένα ενέργεια ηλεκτρισμού από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Είναι δε πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της κλοπής, με ενότητα δόλου, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Ειδικότερα: 1. Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1999 έως 4-7-2002, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 7.714 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα. 2. Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 25-11-2005 έως 1-2-2011, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή και συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 16.607 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα. 3. Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2012 έως 15-12-2014, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή και συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 14.237 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα. 4. Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 16-12-2014 έως 11-11-2015, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή και συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 6.967 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα. Είναι δε πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη κλοπών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".

Για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος, το οποίο αναγνώσθηκε, αφού αποσφραγίστηκε ο φάκελος που το περιείχε, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 του ισχύοντος κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου Κ.Ποιν.Δ.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων το αντίθετο λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (ως προς το πρώτο σκέλος του), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τη λήψη υπόψη του αντιγράφου του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος πριν από την απόφαση για την ενοχή αυτού, στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση και, επομένως, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας "...ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό, αφού δέχτηκε ότι στους αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσα περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές τις ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα:

α) της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τετελεσμένη και σε απόπειρα παρόλο που δεν προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία αυτό, μη λαμβάνοντας υπόψη την άποψη του Εισαγγελέα.

Εν προκειμένω δεν εκτίμησε ορθά το γεγονός ότι ο συνήγορος του ... δεν είχε καμία απαίτηση στο πρόσωπό μου και δεν προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία η ενοχή μου". Η αιτίαση, όμως, αυτή αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνιστά ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (αλλά και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης), ίσχυσε, κατά τα προεκτεθέντα, η νέα ως άνω επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 περ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα, με βάση την οποία η ως άνω πράξη είναι πλέον πλημμέλημα, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο της ως άνω επιεικέστερης διάταξης.

Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, περιέχουσα ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο και ειδικότερα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και του ότι το αξιόποινο των δύο πρώτων μερικότερων πράξεων της κατ' εξακολούθηση αξιόποινης πράξης της κλοπής, ήτοι εκείνων που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-5-1999 έως 4-7-2002 (η πρώτη) και από 25-11-2005 έως 1-2-2011 (η δεύτερη) έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, αφού από το τέλος καθενός από τα χρονικά αυτά διαστήματα έχει παρέλθει οκταετία, πρέπει: 1) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση:

α) ως προς τη διάταξή της περί της συνδρομής των ήδη καταργηθεισών ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, β) ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος για τις ως άνω δύο παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-5-1999 έως 4-7-2002 (η πρώτη) και από 25-11-2005 έως 1-2-2011 (η δεύτερη) και γ) ως προς τις διατάξεις της περί ποινής, η οποία αφορά και τις ως άνω υπόλοιπες δύο μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, που τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 3-5-2012 έως 15-12-2014 (η πρώτη) και από 16-12-2014 έως 11-11-2015 (η δεύτερη), 2) να απαλειφθούν από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, 3) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τις ως άνω δύο παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, 4) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προκειμένου να γίνει επιμέτρηση της ποινής για τις υπόλοιπες δύο μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 3-5-2012 έως 15-12-2014 (η πρώτη) και από 16-12-2014 έως 11-11-2015 (η δεύτερη), για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ) και 5) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 19-3-2019 πρόσθετους λόγους της κατωτέρω αναφερόμενης αίτησης αναίρεσης.

Αναιρεί την απόφαση, με αριθμό 36/2019, του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών: α) ως προς τη διάταξή της περί της συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, β) ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος για τις δύο παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-5-1999 έως 4-7-2002 (η πρώτη) και από 25-11-2005 έως 1-2-2011 (η δεύτερη) και γ) ως προς τις διάταξεις της περί ποινής.

Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το ότι: Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1999 έως και 1-2-2011, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα και συγκεκριμένα ενέργεια ηλεκτρισμού από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.

Ειδικότερα: 1) Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1999 έως 4-7-2002, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 7.714 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα. 2) Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 25-11-2005 έως 1-2-2011, παρενέβη στον υπ' αριθμ. ...0523 μετρητή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό ...645 που ήταν καταχωρημένη στην επί της οδού ... οικία του, παραβιάζοντας το κάτω μέρος του μετρητή και συνδέοντας το καλώδιο φάσης της γραμμής πίνακα μετρητή απευθείας στην έξοδο της ασφάλειας και το καλώδιο ουδετέρου της γραμμής πίνακα μετρητή στο καλώδιο ουδετέρου του δικτύου, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τον μετρητή, με συνέπεια να μην καταγράφεται το 100% της ενέργειας του ηλεκτρισμού που κατανάλωνε και με τον τρόπο αυτό αφαίρεσε από τη ...

Α.Ε. ενέργεια ηλεκτρισμού 16.607 kwh, την οποία και ιδιοποιήθηκε, όπως σκόπευε, παράνομα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, που αφορά στην επί μέτρηση της ποινής για τις δύο μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, που τελέστηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 3-5-2012 έως 15-12-2014 (η πρώτη) και από 16-12-2014 έως 11-11-2015 (η δεύτερη), για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 26-2-2019, με αριθμό 273/2019, αίτηση του Γ. Σ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 36/2019 του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ