Legislator Case Law & Legislation
1512/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract due to union activity exceeding good faith limits.

Case Number 1512/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's finding that the employer's termination of the employee's contract was abusive. The court held that the termination was motivated by the employee's union activities aimed at changing the company's collective bargaining agreement, which exceeded the limits of good faith under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the lower court's decision recognizing the termination as void was upheld, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Article 174 and 180 of the Civil Code: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral right, but it becomes abusive and void if exercised for motives alien to the purpose of the right, such as retribution for union activity, thereby exceeding the bounds of good faith.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abusive termination good faith principle union activity collective bargaining agreement Civil Code Article 281 abuse of right

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1512/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 12771/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1376/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

2. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20-1-2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Πράγματι, είναι αληθές ότι με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας".

Περαιτέρω, όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται.

Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται από παλιά στο εσωτερικό δίκαιο (ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, β.δ. 16/18-7-1920, σε συνδυασμό με ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού.

Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι' αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο.

3. Ειδικότερη εκδήλωση των ανωτέρω συνιστά η διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν. 1264/1982, σύμφωνα με την οποία "είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση". Τέτοια δράση συνιστά κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στην προαγωγή ή διαφύλαξη των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών ή συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφ' όσον εκδηλώνεται μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας. Όπως, στην περίπτωση αμφισβήτησης του κύρους της καταγγελίας ως καταχρηστικής, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία υποτιθέμενα αληθινά στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτει η ΑΚ 281, έτσι και στην περίπτωση απόδοσης της καταγγελίας σε συνδικαλιστική δραστηριότητα, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί περιστατικά, τα οποία υποτιθέμενα αληθινά εμπίπτουν στην έννοια αυτή και βρίσκονται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την καταγγελία. Εάν ελλείπουν παντελώς τέτοια περιστατικά, η αγωγή, στην οποία γίνεται μόνο γενική αναφορά στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων, ελέγχεται ως αόριστη και εξ αυτού απαράδεκτη. Εφ' όσον, όμως, γίνεται επαρκής επίκληση περιστάσεων, η περαιτέρω ανάλυση ή επεξήγηση αυτών είναι επιτρεπτό να ακολουθήσει με τις προτάσεις (ΚΠολΔ 224) και να προκύψει από τις αποδείξεις.

4. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης, από 31-7-2013 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι από το έτος 2008 συνδεόταν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούμενος στο τεχνικό τμήμα (εργασίες συντήρησης και επισκευών) της επιχείρησης "καζίνο" που αυτή λειτουργεί στην περιοχή Θεσσαλονίκης.

Ότι, από το 1996, στο πλαίσιο της επιχείρησης υφίστατο σωματείο εργαζομένων, το οποίο, από το έτος 2008, άρχισε να ζητεί επιτακτικά τη βελτίωση των όρων εργασίας με συνέπεια να ενοχλήσει την εναγομένη και να προκαλέσει την αντίδρασή της σε βάρος των πιο δραστήριων μελών του. Ότι στο πλαίσιο της αντίδρασης αυτής, η εναγομένη υποστήριξε τη δημιουργία νέου επιχειρησιακού σωματείου, επί του οποίου εξασφάλισε τον έλεγχο και μέσω του οποίου, κατά το έτος 2010, επέτυχε να καταρτίσει επιχειρησιακή ΣΣΕ που προέβλεπε την εκ περιτροπής εργασία.

Ότι στην εφαρμογή του εν λόγω συστήματος απασχόλησης αντιδρούσε το παλιό σωματείο, με συνέπεια η εναγομένη να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων που ήσαν μέλη εκείνου και συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις. Ότι ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι ήταν σαφής η εχθρότητα της εναγομένης προς τους εργαζόμενους που ήσαν μέλη του παλιού σωματείου, κατά το έτος 2012 κατέστη μέλος αυτού και έκτοτε άρχισε να παραπονείται για θέματα που είχαν σχέση με την παροχή της εργασίας και να συμμετέχει σε απεργίες.

Ότι, κατά το Μάιο 2013, επρόκειτο να γίνουν αρχαιρεσίες στο παλιό σωματείο και είχε καταστεί γνωστό ότι ο ενάγων θα ήταν υποψήφιος. Ότι περίπου μια εβδομάδα πριν τις αρχαιρεσίες και ενόψει συνελεύσεως των μελών του εν λόγω σωματείου, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, μεταξύ άλλων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-5-2013 καταγγελίας, διότι κατά τους ισχυρισμούς του είχε γίνει καταχρηστικά και ως αντίδραση της εναγομένης στη συνδικαλιστική του δραστηριότητα.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 12771/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν, με την ήδη προσβαλλόμενη 1376/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε για τυπικό λόγο, αλλά η αγωγή έγινε και πάλι δεκτή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, που συνιστά το αντικείμενο της αναιρετικής δίκης.

5. Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη. Πράγματι, ο ενάγων στήριξε την αγωγή σε δύο επάλληλες βάσεις. Τη μία εκ του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία επικαλέσθηκε διάθεση εκδίκησης της εναγομένης σε βάρος του εξ αιτίας της απόφασής του να καταστεί, αρχικά, μέλος του παλιού σωματείου και, κατόπιν, υποψήφιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτού, ενώ ήταν γνωστή στους εργαζόμενους η εχθρική στάση της εναγομένης απέναντι στο σωματείο αυτό. Και την άλλη εκ του άρθρου 14 παρ.4 του ν. 1264/1982, με την οποία εκτός από τα ως άνω περιστατικά, ειδικότερα, επικαλέσθηκε το ότι, υπό την κάλυψη του παλιού σωματείου, μιλούσε στις συγκεντρώσεις του προσωπικού για τα κακώς κείμενα στο χώρο εργασίας και ήταν πρόθυμος να απεργεί και να αντιδρά. Ως εκ τούτου, το εφετείο, που έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμω βάσιμη την αγωγή, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και ουδόλως έλαβε υπ' όψη πράγματα μη προταθέντα, δοθέντος ότι όλα τα ως άνω αναγκαία περιστατικά αναφέρονταν στην αγωγή και η περαιτέρω ανάλυσή τους με την παράθεση λεπτομερειών παραδεκτώς έγινε με τις προτάσεις των διαδίκων και προέκυψε από τις αποδείξεις. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

6. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την κατάφαση του επικληθέντος λόγου ακυρότητας, το εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία διατηρεί επιχείρηση "καζίνο" στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο απασχολεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας υπαλληλικό και εργατικό προσωπικό, που κατά το έτος 2013 ανερχόταν σε περίπου 1050 εργαζόμενους, που εργάζονταν κατανεμημένοι σε τμήματα ανάλογα με το αντικείμενο της εργασίας τους.

Ότι ο ενάγων είχε προληφθεί την 16-6-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία από 16-12-2008 κατέστη αορίστου χρόνου. Ότι ο ίδιος εντάχθηκε και απασχολήθηκε ως εργάτης γενικών καθηκόντων, στο τεχνικό τμήμα της εναγομένης, που αριθμούσε προσωπικό περίπου 35 ατόμων και λειτουργούσε εικοσιτετράωρη βάση.

Ότι με τον τρόπο αυτό εργάσθηκε μέχρι την 15-5-2013, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι στην επιχείρηση δραστηριοποιούνταν δύο συνδικαλιστικά εργατικά σωματεία. Ότι, αρχικά, το έτος 1998, ιδρύθηκε το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στη ... ΑΕ", το λεγόμενο παλιό σωματείο, που έως το έτος 2008 υπέγραφε την εκάστοτε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (στο εξής:

ΕΣΣΕ) με τη διοίκηση της εναγόμενης. Ότι, στη συνέχεια, το έτος 2008, ιδρύθηκε νέο σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Προσωπικού Καζίνο - Ξενοδοχείου ...", το οποίο με την 3/2010 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 αναγνωρίσθηκε ως αντιπροσωπευτικότερο του παλιού, διότι είχε περισσότερους εργαζόμενους (237 άτομα κατά το έτος 2013) προερχόμενους από όλα τα τμήματα της επιχείρησης.

Ότι το νέο σωματείο, ως αντιπροσωπευτικότερο, ήταν αυτό που υπέγραψε με τη διοίκηση της εναγόμενης την από 25-2-2010 ΕΣΣΕ, με την οποία προβλεπόταν η θέσπιση συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση. Ότι το παλιό σωματείο αντέδρασε στην εφαρμογή του εν λόγω συστήματος, αρνήθηκε να συμπράξει στη σύναψη της ως άνω ΕΣΣΕ και άρχισε να οργανώνει κινητοποιήσεις των εργαζομένων εντός της επιχείρησης, γεγονός που επιδείνωσε τις σχέσεις της εναγομένης με το παλιό σωματείο.

Ότι η εναγομένη έφτασε στο σημείο να απολύσει εργαζόμενους που δραστηριοποιούνταν στο παλιό σωματείο. Ότι, την 14-3-2013, το νέο σωματείο υπέγραψε με την εναγομένη την ταυτόχρονη ΕΣΣΕ, με την οποία τροποποιήθηκαν οι ευμενείς για τους εργαζόμενους μισθολογικοί όροι της προγενέστερης από 30-1-2012 ΕΣΣΕ και επιβλήθηκαν έτσι μειώσεις στους μισθούς τους που κυμαίνονταν από 6% έως 8,5%.

Ότι ενόψει της υπογραφής της ως άνω ΕΣΣΕ, το παλιό σωματείο είχε αντιδράσει δυναμικά με κινητοποιήσεις και είχε απευθύνει εξώδικη δήλωση στην εναγομένη, ζητώντας οικονομικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη μείωση των μισθών. Ότι είχε συγκάλεση έκτατη γενική συνέλευση των μελών του προκειμένου να λάβει εξουσιοδότηση για κάθε μορφής κινητοποίηση και είχε ζητήσει από το νέο σωματείο, που ονόμαζε ως εργοδοτικό σωματείο, τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης όλων των εργαζόμενων, προκειμένου να ληφθούν από κοινού αποφάσεις που θα απέτρεπαν τη μείωση των μισθών.

Ότι, ακόμη, το παλιό σωματείο είχε καλέσει το νέο σε διακοπή των διαπραγματεύσεων με την εναγομένη για τη σύναψη της ως άνω ΕΣΣΕ κι όλους τους εργαζόμενους σε αγώνα για να εμποδίσουν στην "ισχνή πλειοψηφία" (του αντιπροσωπευτικού σωματείου) να λάβει μόνο αυτό απόφαση για μείωση μισθών 1.050 εργαζόμενων. Ότι το παλιό σωματείο είχε ως μέλη (122 άτομα κατά το έτος 2013) εργαζόμενους που απασχολούνταν κυρίως στο τμήμα των επιτραπέζιων παιγνίων, ενώ στη δύναμή του δεν είχε εργαζόμενους από τα άλλα τμήματα, όπως το τμήμα τεχνικών υπηρεσιών στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων.

Ότι ο ενάγων εντάχθηκε στη δύναμη του παλιού σωματείου το Σεπτέμβριο 2012, ως ο μοναδικός εργαζόμενος από το τμήμα τεχνικών υπηρεσιών. Ότι έκτοτε κατέστη ενεργό μέλος αυτού, συμμετείχε σε κινητοποιήσεις, σε απεργίες (στις ημέρες 18-10-2012, 6-11-2012, 20-2-2013 και 1-5-2013) και σε στάσεις εργασίας (στις ημέρες 19-12-2012 και 29-12-2012) και παροτρύνε άλλους συναδέλφους του να συμμετάσχουν και αυτοί.

Ότι, τέλος, συμμετείχε στην 48ωρη απεργία που διοργάνωσε η ομοσπονδία εργαζομένων στα καζίνο όλης της χώρας (ΟΕ

ΙΙΚ) στις ημέρες 4 και 5-5-2013, δηλαδή λίγο πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ότι, αν και οι ως άνω νόμιμες απεργίες δεν είχαν προκηρυχθεί από το παλιό σωματείο και δεν είχαν αιτήματα που να αφορούν στην εναγομένη, η συμμετοχή του ενάγοντος σ' αυτές ενόχλησε την εναγομένη, που αποδοκίμαζε γενικώς τη συμμετοχή των εργαζομένων της σε απεργίες, θεωρώντας ότι δημιουργούν προβλήματα στη λειτουργία της.

Ότι το Μάρτιο 2013, ενόψει της υπογραφής της ΕΣΣΕ που προέβλεπε μείωση των μισθών, ο ενάγων μοίραζε φυλλάδια και μιλούσε στους συναδέλφους του με σκοπό να τους πείσει για την αντίθετη προς τα συμφέροντά τους υπογραφή και εφαρμογή της εν λόγω ΕΣΣΕ. Ότι μετά τη δραστηριότητα αυτή, ο ενάγων πήρε την απόφαση να θέσει υποψηφιότητα για μέλος της διοίκησης του παλιού σωματείου στις αρχαιρεσίες που θα πραγματοποιούνταν την 21-5-2013.

Ότι η υποψηφιότητά του είχε ανακοινωθεί με έντυπο υλικό που μοιράστηκε στους συναδέλφους του και με ανακοινώσεις που επικολλήθηκαν στον πίνακα του σωματείου, στο χώρο εργασίας, με συνέπεια να γίνει γνωστή τόσο στους συναδέλφους του όσο και στους προϊσταμένους του τμήματός του και μέσω αυτών στα μέλη της διοίκησης της επιχείρησης.

Ότι το γεγονός αυτό ενόχλησε ιδιαίτερα την εναγομένη, η οποία λαμβάνοντας υπόψη και την προηγούμενη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του με σκοπό να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόμενους, ώστε να μην ενταχθούν στο παλιό σωματείο ή να απόσχουν από τις επικείμενες αρχαιρεσίες, για να αποδυναμωθεί.

Ότι για την 15-5-2013 είχε προγραμματισθεί συνέλευση του παλιού σωματείου, όπου θα ανακοινωνόταν κι επισήμως η υποψηφιότητα του ενάγοντα. Ότι, δύο ώρες πριν τη διενέργεια της συνέλευσης αυτής, ο ενάγων κλήθηκε στο γραφείο προσωπικού με προφανή σκοπό να του ανακοινωθεί η απόλυσή του. Ότι, αρχικά, αντιληφθείς τις προθέσεις των εκπροσώπων της εναγομένης, αρνούταν να εισέλθει στο γραφείο μέχρι που να επιτραπεί να παραστούν μαζί του και μέλη της διοίκησης του παλιού σωματείου, όπως προέβλεπε ο κανονισμός.

Ότι, στη συνέχεια, με την παρουσία εκπροσώπων του σωματείου, η διευθύντρια προσωπικού, με παρουσία και του τεχνικού διευθυντή, επέδωσε στον ενάγοντα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ότι όσα ισχυρίζεται η εναγομένη, περί δήθεν πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του ενάγοντος και υποβολής αναφορών σε βάρος του, ως λόγο της καταγγελίας, δεν αποδεικνύονται.

7. Μετά από τις ως άνω παραδοχές, για τη θεμελίωση των οποίων το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης προέβη σε συνδυαστική αξιολόγηση του εισκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και σε παράθεση επιχειρημάτων, κρίθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είχε γίνει εξ αιτίας της ως άνω συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος, που υπήρξε νόμιμη, απέβλεπε δε στον εκφοβισμό του λοιπού προσωπικού της επιχείρησης.

Ότι η εναγομένη δεν θα έφθανε στην απόλυση του ενάγοντος, τον οποίο απασχολούσε από το έτος 2008, χωρίς τη συνδικαλιστική δράση αυτού. Και ότι η ίδια προσχηματικά επικαλείται ως δήθεν αποκλειστικό λόγο της καταγγελίας την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του ενάγοντος. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-5-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως αντικείμενης στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν. 1264/1982.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εφάρμοσε σωστά την ως άνω ουσιαστική διάταξη και με σαφείς αιτιολογίες υπήγαγε σ' αυτήν τις πραγματικές παραδοχές του, από τις οποίες χωρίς αντιφάσεις ή ελλείψεις συνάγεται ότι μοναδικό κίνητρο για την καταγγελία της συμβάσεως υπήρξε η δραστηριότητα που είχε αναπτύξει ο ενάγων στο πλαίσιο του αντιπαθούς για την εργοδότρια επιχείρηση σωματείου μερίδας των εργαζομένων, ήτοι δραστηριότητα από την οποία κινδύνευε να διαταραχθεί η ευνοϊκή για την εναγομένη αναλογία δυνάμεων μεταξύ αφ' ενός του εν λόγω, παλιού και αντιδραστικού σωματείου και αφ' ετέρου του νέου σωματείου που θεωρείτο περισσότερο αντιπροσωπευτικό και συνεργαζόταν πρόθυμα μαζί της.

Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΚΠολΔ 559 αρ.1), είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού η δήθεν παραβίαση αναφέρεται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και όχι στην ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.

8. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται και πάλι στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την εκδοχή ότι από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προέκυπτε ότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα του ενάγοντος δεν ήταν νόμιμη, διότι απέβλεπε στη μη εφαρμογή της επιχειρησιακής ΣΣΕ που είχε θεσπίσει την εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση. Πέραν, όμως, του ότι το εφετείο δεν έχει εντοπίσει τη δράση του ενάγοντος στο εν λόγω ζήτημα, αλλά σε πολύ περισσότερα, οι συνδικαλιστικοί αγώνες που αποβλέπουν στη μη εφαρμογή μέτρων τα οποία οι εργαζόμενοι θεωρούν ασύμφορα ή στην τροποποίησή τους δεν καθίστανται χωρίς άλλο μη νόμιμοι, εφ' όσον δεν γίνονται με παράνομα μέσα. Και στην προκείμενη περίπτωση δεν γίνεται ουδεμία αναφορά σε παράνομη δράση. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1376/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ