Legislator Case Law & Legislation
1512/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on oath certificates as non-special evidence already considered by lower court.

Case Number 1512/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Ioannina regarding property damage compensation. The appellant argued that sworn certificates obtained in a prior lawsuit were ignored by the appellate court to prove the extent of damages. The court ruled that such certificates are general documents rather than special evidence requiring specific mention in the judgment. Consequently, the appeal was rejected because the lower court had already considered and weighed these documents in its factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330 of the Civil Code; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure: Sworn certificates obtained in other proceedings are general documents to be considered alongside other evidence unless used as special evidence in the current trial, and their absence from specific mention does not constitute grounds for appeal if the lower court explicitly states they were taken into account.

Keywords

AI generated
sworn certificates evidence general documents consideration special evidence requirement property damage compensation appeal admissibility lower court review Civil Code liability

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298 and 330 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1633/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1512/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Φαγογένη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Δεκεμβρίου 2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 312/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Δεκεμβρίου 2013 αίτησή του και του από 1 Απριλίου 2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά της απόφασης 312/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνο όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν παρέχει τέτοια αξίωση η παράβαση δικαιικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Η παράλειψη είναι παράνομη όταν υπάρχει υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, η οποία μπορεί να πηγάζει από τον νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, γεγονός που συμβαίνει ιδίως όταν με ενέργειες του υπαιτίου δημιουργείται πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων.

Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των εννόμων συμφερόντων τρίτων προσώπων.

Σ' αυτή την περίπτωση η ίδια αμελής αντισυναλλακτική συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου θεμελιώνει συγχρόνως και υπαιτιότητα αυτού σε βαθμό αμέλειας ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης, η οποία, στον χώρο του αστικού δικαίου, κρίνεται με τα ίδιο αντικειμενικό μέτρο - κριτήριο, των δυνατοτήτων του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου (άρθρο 330 εδ.

β' ΑΚ). Αντίθετα, αν η εκάστοτε κρινόμενη συμπεριφορά δεν αποκλίνει από την αντίστοιχη του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, δεν θεμελιώνει καμία από τις προαναφερόμενες αδικοπρακτικές προϋποθέσεις, της παράνομης και υπαίτιας πράξης.

Περαιτέρω, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία. Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata) που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (conditio sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης. Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στov προσήκοντα νομικό κανόνα, και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) αν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά τον νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υπόχρεου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ή ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (σε μη ειρηνοδικειακές υποθέσεις), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για, ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, διέλαβε στην απόφαση του τις εξής κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές : Ότι το ακίνητο, στο οποίο ο αναιρεσείων διατηρούσε από το έτος 2000 μισθωμένη ισόγεια αποθήκη - εργαστήριο κατασκευής επίπλων σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Ανατολής Ιωαννίνων, συνορεύει από τη νότια πλευρά του με χωμάτινο δρόμο και πέραν αυτού με το ακίνητο του αναιρεσίβλητου και ότι στα δυτικά αυτών διέρχεται κεντρική αποστραγγιστική τάφρος, η οποία διοχετεύει τα νερά της βροχής στη λίμνη των Ιωαννίνων.

Ότι τα δύο ακίνητα έχουν φυσική κλίση προς την κεντρική αποστραγγιστική τάφρο. Ότι, λόγω αυτής της κλίσης και της υψομετρικής διαφοράς των ακινήτων, οι ποσότητες βρόχινου νερού του ακινήτου με την αποθήκη του αναιρεσείοντος διοχετεύονταν μέσα από τον χωματόδρομο και από το χαμηλότερο ακίνητο του αναιρεσίβλητου προς την αποστραγγιστική τάφρο.

Ότι το καλοκαίρι του έτους 2003 ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να έχει λάβει, πολεοδομική άδεια, μπάζωσε το ακίνητό του με σωρούς από χώμα και άφησε μεταξύ των σωρών αυτών διόδους, για να διέρχονται τα νερά της βροχής. Ότι την 19η/20η-10-2003 συνέβη στην περιοχή πρωτόγνωρη για τα τελευταία πενήντα τουλάχιστον χρόνια νεροποντή με ασυνήθιστη ένταση και διάρκεια, κατά την οποία πλημμύρισε η αποθήκη επίπλων και συναφών ειδών του αναιρεσείοντος, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου.

Ότι, παρά το μπάζωμα, τα νερά της νεροποντής διοχετεύονταν προς την τάφρο με τον ίδιο τρόπο πού διοχετεύονταν και πριν από αυτή, δηλαδή από τον χωματόδρομο και από τις διόδους που άφησε ο αναιρεσίβλητος στο ακίνητο του γι' αυτόν τον σκοπό. Ότι, επειδή οι ποσότητες του νερού ήταν τεράστιες και η κεντρική τάφρος δεν είχε καθαριστεί, αλλά και σε μερικά σημεία της υπήρχαν σωλήνες μικρής διατομής, ήταν αδύνατο αυτή να δεχθεί και να διοχετεύσει όλες τις υδάτινες ποσότητες της νεροποντής, με συνέπεια να προκληθεί πλημμύρα από την ανατολική όχθη της, η οποία είναι ισουψής με το έδαφος και κατά εξήντα εκατοστά χαμηλότερη από τη δυτική όχθη, και να κατακλυστεί από υδάτινες ποσότητες, όχι μόνο η έκταση των δύο ενδίκων ακινήτων, αλλά ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή ανατολικά της τάφρου και η αποθήκη του αναιρεσείοντος, στην οποία εισήλθαν νερά και καταστράφηκαν έπιπλα και άλλα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα σ' αυτή.

Και ότι η πρόκληση της πλημμύρας και οι βλαπτικές συνέπειές της δεν προήλθαν από την ενέργεια του αναιρεσίβλητου, να μπαζώσει με τον προάναφερόμενο τρόπο και χωρίς πολεοδομική άδεια το ακίνητό του, αλλά από την αδυναμία της τάφρου να διοχετεύσει τις ποσότητες νερού που δεχόταν (επειδή αυτές ήταν τεράστιες και η ίδια ήταν ακαθάριστη και σε διάφορα σημεία της είχε σωλήνες μικρής διατομής) σε συνδυασμό προς το γεγονός ότι η ανατολική όχθη αυτής είναι κατά εξήντα εκατοστά χαμηλότερη της δυτικής, πράγμα που συνέτεινε, ώστε να κατακλυστεί από τα πλεονάζοντα νερά μόνο η περιοχή ανατολικά της τάφρου.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού έκρινε ότι η ενέργεια του αναιρεσίβλητου να μπαζώσει το ακίνητό του αφήνοντας συγχρόνως διόδους διοχέτευσης των νερών της βροχής από τα υπερκείμενα ακίνητα, εξίσου αποτελεσματικής με την προηγούμενη φυσική κατάσταση του ακινήτου του, δεν προκάλεσε ούτε συνετέλεσε στην πρόκληση της πλημμύρας και ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα αυτού, ούτε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω ενέργειας και της ζημίας του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί το αντίθετο, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή για επιδίκαση αδικοπρακτικής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Υπό τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, δεν στοιχειοθετείται υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, ούτε πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της φερόμενης ως ζημιογόνου ενέργειας του αναιρεσίβλητου και της ζημίας του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε το Εφετείο, χωρίς να παραβιάσει την εν λόγω διάταξη, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της ή την υπαγωγή σ' αυτή των περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, οι δε αντίθετες αιτιάσεις για πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αφαίρεσης και τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Σημειώνεται ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ότι αναιρετικά ελεγχόμενο είναι μόνο το νομικό ζήτημα αν η φερόμενη ως παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει την επικαλούμενη ζημία.

Αντίθετα, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή και κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η φερόμενη ως παράνομη πράξη επέφερε ή όχι ως αναγκαίος όρος τη συγκεκριμένη ζημία. Στη ένδικη περίπτωση, η επίμαχη απόθεση σωρών χώματος στο ακίνητο του αναιρεσίβλητου με παράλληλη άφεση διόδων ικανών να διοχετεύουν προς τον φυσικό αποδέκτη τους (τάφρο) τα βρόχινα νερά που προέρχονται από το ακίνητο του αναιρεσείοντος και τα λοιπά υπερκείμενα ακίνητα με την ίδια αποτελεσματικότητα που αυτό συνέβαινε και πριν από την επιχωμάτωση, δεν ήταν κανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων περιστατικών, όπως ήταν η ένδικη σπάνιας έντασης και έκτασης νεροποντή, να επιφέρει την επικαλούμενη ζημία.

Περαιτέρω, η πραγματοποίηση της σχετικής ενέργειας (απόθεσης σωρών χώματος και άφεσης διόδων διέλευσης των νερών της βροχής) στο ακίνητο του αναιρεσίβλητου χωρίς την προβλεπόμενη πολεοδομική άδεια δεν ασκεί καμμία έννομη επιρροή ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της ζημίας, ο δε ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι η έλλειψη πολεοδομικής άδειας δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία από την πλημμύρα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1024 ΑΚ, 40 του ν.1337/1983, 1 του ν. 1577/1985 και 15 του π.δ. 3/8-9-1983, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος.

Πιο συγκεκριμένα, οι σχετικές πλημμέλειες που προβάλλει ο αναιρεσείων στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερμήνευσε ψευδώς και ενήργησε λανθασμένη υπαγωγή αποδεικτέων περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, δεχόμενο ότι η μη έκδοση πολεοδομικής άδειας για τις εργασίες μπαζώματος του ακινήτου του αναιρεσίβλητου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμύριση του ακινήτου του αναιρεσείοντος, ενώ πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και κρίση ουσίας, ότι η συγκεκριμένη πλημμύριση (και η συνακόλουθη ζημιά του αναιρεσείοντος) δεν συνδέεται αιτιωδώς με το πραγματικό γεγονός της μη έκδοσης πολεοδομικής άδειας, ούτε προκλήθηκε (ολικά ή μερικά) από τις επίμαχες εργασίες μπαζώματος, που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος στο ακίνητο του, αλλά προκλήθηκε από τα λοιπά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην εφετειακή απόφαση και προαναφέρθηκαν στην παρούσα απόφαση, δηλαδή στην αδυναμία της κεντρικής αποστραγγιστικής τάφρου να διοχετεύσει στη λίμνη Ιωαννίνων τις τεράστιες υδάτινες ποσότητες της πρωτόγνωρης για την περιοχή νεροποντής, επειδή αυτή δεν είχε καθαριστεί και ορισμένοι σωλήνες της είναι μικρής διατομής, σε συνδυασμό προς την υψομετρική διαφορά που υπάρχει στις δύο όχθες της.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΙΊ 2/2008, 42/2012).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 42/2002).

Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή μνημόνευση καθεμίας από αυτές.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.

Σε αυτή την περίπτωση αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ώστε να μην παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1633/2009, 227/2008).

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τις από 30-11-2004 ένορκες βεβαιώσεις με αρ. 29162-29163-29164, οι οποίες είχαν ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου και τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποδείξει την έκταση της ζημίας του και τον ισχυρισμό του, ότι η ζημία του προήλθε από το μπάζωμα του ακινήτου τού αναιρεσίβλητου.

Πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην εφετειακή απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται με τα λοιπά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Όμως, από τη σχετική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του οι διάδικοι, αλλά και από ολόκληρο το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (σχετική περικοπή σε σελ. 6 δέκατη σειρά πριν το τέλος), προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις με τα λοιπά έγγραφα κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, στο οποίο ακολούθως στήριξε το διατακτικό της απόφασης του.

Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της απόφασης 312/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ