Supreme Court allows lawyer fee claim by rejecting bank's abuse of rights argument regarding delayed enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the second-instance judgment denying a lawyer's fee claim against a bank. The bank argued the claim was an abuse of rights due to the lawyer's prior litigation and silence on fees, yet the court found no reasonable belief of non-enforcement. Consequently, the claim was upheld as not abusive, and the case was remitted for further trial with the bank ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 Civil Code; Art. 560 Civil Procedure Code: Abuse of rights exists only when prior conduct creates a reasonable belief of non-enforcement, which is absent here as the lawyer failed to explicitly waive fee claims, thus the subsequent claim remains valid and not contrary to good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1512 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1512/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/ΕΡΓ/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 159/ΤΠ/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν' ασκήσει το δικαίωμα του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν' αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (ΟλΑΠ 8/2001). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 § 2 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (ΟλΑΠ 33 και 34/2005).
Ειδικότερα (α) κατ' άρθ. 91 §1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη (β) κατ' άρθ. 92§1 του ιδίου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ. β' αυτής με το άρθ. 5§3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθ. 8 ν. 1093/1980) η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθ. 98 επ.
του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από τον χρόνο σύναψης της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθ. 98 επ.
του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από τον χρόνο σύναψης της {πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθ. 454 ΑΚ, παραίτηση κατ' άρθ. 156 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη {άρθ. 174, 180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαίτησης του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είναι άκυρη.
Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτηση του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της έγγραφης παραίτησης του κλπ. μπορούν ν' ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκηση της.
Στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας κρίνοντας, ύστερ1 από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, επί αγωγής του τώρα αναιρεσείοντος δικηγόρου κατ1 αυτής για την καταβολή οφειλομένου υπολοίπου δικηγορικής αμοιβής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 159/ΤΠ/2008 απόφαση του, ότι με το 2999| 12-6-1996 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης Τράπεζας (αναιρεσίβλητης) γνωστοποιήθηκε στον Διευθυντή του υποκαταστήματος ...
η έγκριση του Διοικητή της Τράπεζας για συνεργασία με τον ενάγοντα δικηγόρο για τη νομική κάλυψη του καταστήματος ... με την ανάθεση σ' αυτόν του ελέγχου των τίτλων νέων δανειοδοτούμενων πελατών με βάση τις αμοιβές που ορίζονταν στην εγκύκλιο 74/94, οι οποίες ήσαν ανάλογες με το ύψος του δανειστικού συμβολαίου και κυμαίνονταν από 5.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια ύψους 5.000.000 δραχμών μέχρι 150.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια που υπερέβαιναν το ποσό των 100.000.000 €, με το ίδιο δε έγγραφο εγκρίθηκε η δυνατότητα ανάθεσης στον ενάγοντα και δικών σύμφωνα με την 18(28-12-1995 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης Τράπεζας που αφορούσε σε απαιτήσεις της Τράπεζας υπερβαίνουσες το ποσό των 10.000.000 δραχμών, καθώς επίσης και η ανάθεση και άλλων υποθέσεων, τις οποίες οι ήδη συνεργαζόμενοι με την Τράπεζα δικηγόροι αρνούνταν ν' αναλάβουν με τις αμοιβές που είχε διαμορφώσει η εναγομένη, ότι συγκεκριμένα η τελευταία είχε καταρτίσει πινάκιο αμοιβών για όλους τους δικηγόρους της επικράτειας που συνεργάζονταν με τα καταστήματα της, το οποίο προέβλεπε αμοιβές καταφανώς χαμηλότερες των προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, οριζόμενες κατ' αποκοπή ανάλογα με το καθύλην αρμόδιο για την υπόθεση δικαστήριο, ότι ειδικότερα για άσκηση αγωγής στο Ειρηνοδικείο προβλεπόταν αμοιβή 8.000 και για παράσταση και προτάσεις στο ίδιο δικαστήριο ποσό 12.000 δραχμών, ενώ για ανάλογες ενέργειες για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου τα ποσά διαμορφώνονταν σε 10.000 και 16.000 δραχμές αντίστοιχα, ότι η έγκριση αυτή προέβλεπε ότι το σύνολο της μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το όριο των 300.000 δραχμών και ότι κατά την εξόφληση της αμοιβής για τις νομικές υπηρεσίες εκάστου μηνός θα έπρεπε να υπογράφει δήλωση-παραίτηση από οποιαδήποτε επιπλέον απαίτηση, ότι ο ενάγων άρχισε την συνεργασία του με την Τράπεζα, αφού έλαβε γνώση τόσο του περιεχομένου της έγκρισης όσο και των μνημονευομένων σ' αυτή εγγράφων, δηλ.
της εγκυκλίου 74/94 για τις αμοιβές του ελέγχου συμβολαίων, του πίνακα αμοιβών για τις δίκες και της δήλωσης περί παραίτησης που έπρεπε να συνυποβάλλει για την είσπραξη της αμοιβής του, ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η εναγομένη συνεργαζόταν υπό το ίδιο καθεστώς με τους δικηγόρους-μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ... ...
και ..., οι οποίοι από κοινού με τον ενάγοντα διαμαρτυρήθηκαν προς την Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης Τράπεζας για το χαμηλό ύψος των αμοιβών τους αποστέλλοντας το με ημερομηνία 3-1-1997 έγγραφο τους, με το οποίο ζήτησαν να εξετασθεί η δυνατότητα ν1 αμείβονται με το τιμολόγιο του Συλλόγου τους, ανεξάρτητ' από το ύψος της διαφοράς κάθε υπόθεσης, και επεσήμαναν ότι για τις συνήθεις υποθέσεις της εναγομένης, που ήταν αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, οι αμοιβές με βάση τα οριζόμενα από τον Δικηγορικό Σύλλογο ...
ανέρχονταν σε 45.000-50.000 δραχμές και συνεπώς ήσαν ανώτερες ( από πρόδηλη γραφική παραδρομή στην προσβαλλομένη απόφαση αναγράφεται ότι υπολείπονταν) των προβλεπομένων από τον πίνακα της Τράπεζας αμοιβών ύψους 8.000 δραχμών για την άσκηση αγωγής στο Ειρηνοδικείο και 12.000 δραχμών για παράσταση και προτάσεις, ότι η απάντηση της Τράπεζας ήταν αρνητική στο αίτημα αυτό των ως άνω τριών άμισθων-εξωτερικών συνεργατών δικηγόρων, οι δύο από τους οποίους αποφάσισαν να διακόψουν την συνεργασία τους με την εναγομένη Τράπεζα, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να επιμελείται των υποθέσεων της με το προϋπάρχον καθεστώς αμοιβών, ότι ο ενάγων μαζί με την εξοφλητική απόδειξη που εξέδιδε κάθε μήνα για την λήψη της αμοιβής του, που υπολογιζόταν πάντοτε με βάση το τιμολόγιο της Τράπεζας, συνυπέβαλλε και δήλωση ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί, καμμία αξίωση ή απαίτηση κατά της ΑΤΕ από την προσφορά νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση ότι παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, την οποία άλλωστε (δήλωση) απαιτούσε η Τράπεζα για να καταβάλλει την αμοιβή, ότι με αυτά τα δεδομένα η συνεργασία τους συνεχίσθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, όταν ο ενάγων αποχώρησε επιδίδοντας ταυτόχρονα στην εναγομένη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, στην οποία εξέθετε τους λόγους της αποχώρησης του που συνοψίζονταν στις απαράδεκτα χαμηλές αμοιβές για τις παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για την υποστήριξη υποθέσεων της εναγομένης, την διάψευση της προσδοκίας του για αναπροσαρμογή τους, που ήταν και ο λόγος της υπομονής και ανοχής που είχε επιδείξει από την αρχή της συνεργασίας τους και τέλος στην διαπίστωση ότι η Τράπεζα σταμάτησε να του αναθέτει τον έλεγχο των συμβολαίων δανεισμού με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο (ο οποίος αμείβεται με ποσοστό επί του ποσού του δανείου), τον οποίο ανέθετε πλέον σε δικηγόρο του Πρωτοδικείου Έδεσσας που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία, ότι με την ασκηθείσα στην συνέχεια ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την παράσταση, την σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της με αριθ.
εκθ. κατ. 181/1998 ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ των οφειλετών της εναγομένης ... και ... που συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας την 28-1-1999 το οφειλόμενο υπόλοιπο της νόμιμης αμοιβής ύψους 28.415.789 δραχμών και ήδη 83.391,89 €, υπολογιζόμενης κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων με ποσοστό 2% επί του ποσού των 1.421.389.461 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η απαίτηση της δανείστριας Τράπεζας ( εναγομένης), για την οποία επεσπεύδετο ο πλειστηριασμός, δηλ.
ποσό 28.427.789 δραχμών, μετ' αφαίρεση του ποσού των 12.000 δρχ. που είχε ήδη λάβει από την Τράπεζα σύμφωνα με το πινάκιο των αμοιβών, ότι η πάροδος πέντε ετών από την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών και κυρίως επτά ετών από τότε που η εναγομένη με τ' αρμόδια όργανα της αρνήθηκε την αναπροσαρμογή των αμοιβών και κατέστησε σαφές ότι δεν επιθυμεί να καταβάλλει στους συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβές μεγαλύτερες αυτών που είχε ορίσει με το πινάκιο της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων επέλεξε με την δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει την παροχή νομικών υπηρεσιών υπό το ίδιο καθεστώς, παρά την ως άνω στάση της εναγομένης καθιστούν καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής, προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων , καθόσον με την προηγούμενη συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θ1 απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, η μεταγενέστερη δε άσκηση της ένδικης αγωγής αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ότι τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από την με ημερομηνία 3-1-1997 έγγραφη διαμαρτυρία των συνεργαζομένων με την εναγομένη δικηγόρων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, για το ύψος των αμοιβών που είχε ορίσει μονομερώς η εναγομένη, καθόσον με αυτήν ζητούσαν αναπροσαρμογή των αμοιβών κατά τον πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου ... , δηλ.
τα ελάχιστα όρια που διαμορφώνονται ανά διετία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ως ελάχιστη ενιαία αμοιβή για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας που προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και όχι την αναπροσαρμογή με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων , την οποία ο ενάγων ζητεί για πρώτη φορά με την κρινόμενη αγωγή του και την οποία ουδέποτε αξίωσε από την εναγομένη κατά την διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας τους , χωρίς μάλιστα να γίνεται λόγος για αναδρομικές αναπροσαρμογές ή για πρόθεση επιδίωξης συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες δικαστηριακές ενέργειες για λογαριασμό της Τράπεζας αλλά μόνο για το ύψος των αμοιβών για τις νέες υποθέσεις που θα κληθούν ν' αντιμετωπίσουν για λογαριασμό αυτής, ότι η ένδικη αξίωση συμπληρωματικής αμοιβής δεν μπορεί να εκτιμηθεί στα πλαίσια των προσωπικών διαμαρτυριών του ενάγοντος τα έτη 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους, καθόσον δεν απεδείχθη ότι οι οχλήσεις αυτές αφορούσαν την καταβολή αμοιβών με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και πολύ περισσότερο την καταβολή συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες υποθέσεις, αφού ο ενάγων με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αλλά και την από 12-10-2000 εξώδικη δήλωση του προς την εναγομένη κάνει λόγο μόνο για υποβληθέντα στο παρελθόν αιτήματα βελτίωσης του πλαισίου συνεργασίας με την Τράπεζα και για τις διαβεβαιώσεις μελλοντικών αναπροσαρμογών που ελάμβανε και όχι για την κοινοποίηση στην εναγομένη της πρόθεσης του προς αναζήτηση των αμοιβών που δικαιολογεί ο Κώδικας περί Δικηγόρων για ήδη διεκπεραιωθείσες υποθέσεις σε περίπτωση μη αναπροσαρμογής του πίνακα, ότι η δημιουργία πεποίθησης στην εναγομένη για την μη αναζήτηση συμπληρωματικής αμοιβής λόγω της προηγηθείσης συμπεριφοράς του ενάγοντος, που αντιφάσκει προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενισχύεται από το γεγονός ότι στις αρχές του έτους 1997 υπήρξε σαφής αρνητική απάντηση της εναγομένης στο αίτημα για αναπροσαρμογή των αμοιβών, μετά την οποία οι συνάδελφοι του ενάγοντος αποχώρησαν ενώ ο ίδιος επέλεξε να συνεχίσει την συνεργασία εν γνώσει της θέσης της εναγομένης, που δήλωσε εξαρχής ότι δεν επιθυμεί να καταβάλλει τις υψηλότερες νόμιμες αμοιβές, από τις οποίες ο ενάγων δεν μπορεί να παραιτηθεί έγκυρα, με την συμπεριφορά του, όμως, να συνεχίσει να συνεργάζεται με την εναγομένη μέχρι τα τέλη περίπου του έτους 2000 ο ίδιος αποδυνάμωσε το δικαίωμα του για αναζήτηση τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η συνέχιση της συνεργασίας του με απώτερο σκοπό να διατηρήσει την θέση του συνεργάτη αποβλέποντας στην μελλοντική αύξηση των αμοιβών με αναδιαμόρφωση του πίνακα της Τράπεζας, υπήρξε επαγγελματική επιλογή του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος σε αντίθεση με τους συναδέλφους του που έκριναν μη συμφέρουσα την συνέχιση της συνεργασίας και αποχώρησαν, επέλεξε την παραμονή προκειμένου να επωφεληθεί τυχόν μελλοντικής βελτίωσης των αμοιβών, ότι η μη ευόδωση των προσδοκιών αυτών δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της συνεργασίας με την εναγομένη, η οποία εύλογα δεν ανέμενε την εκ των υστέρων άσκηση αγωγών από τον ενάγοντα, ενώ η εξακολούθηση της παροχής νομικών υπηρεσιών έγινε αβίαστα και με δική του βούληση, καθόσον δεν αποδεικνύεται, ούτε ο ενάγων επικαλείται, οποιονδήποτε λόγο που επέβαλε σ' αυτόν, άμεσα ή έμμεσα, αυτήν την επιλογή, ότι ο ενάγων πλην της κρινομένης άσκησε κατά της εναγομένης και άλλες τέσσαρες αγωγές και δη τις με αριθ.εκθ.
κατ. 177/30-11-2000 και 292/28-12-2004 στο Ειρηνοδικείο Βέροιας και 4028/30-11-2000, 4529/29-12-2004 στο Πρωτοδικείο Βέροιας, με τις οποίες ζητεί την καταβολή επιπλέον αμοιβής για δεκατέσσαρες υποθέσεις της εναγομένης στις οποίες παραστάθηκε, συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000 αξιώνοντας από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 62.400.217 δραχμών ή 183,126,096, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη δεν αιφνιδιάσθηκε από την δικαστική επιδίωξη των νομίμων αμοιβών του αλλά αντίθετα την είχε προβλέψει με το επιχείρημα, προς επιβεβαίωση της γνώσης της για τις προθέσεις του, το γεγονός ότι αυτή σταμάτησε να του αναθέτει ελέγχους για ν' αποφύγει την δικαστική επιδίωξη της νόμιμης αμοιβής κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων, αναιρείται από το ότι, εάν η εναγομένη είχε αντιληφθεί τις προθέσεις του και προσπαθούσε ν' αποφύγει τυχόν μελλοντική εμπλοκή της σε δικαστικές διαμάχες μαζί του, θα είχε προβεί αμέσως σε πλήρη διακοπή της συνεργασίας τους και δεν θα περιοριζόταν στην διακοπή ανάθεσης ελέγχου των δανειστικών συμβολαίων, που ανατέθηκε σε δικηγόρο που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία, προφανώς διότι αυτός δεν θα ελάμβανε επιπλέον αμοιβή, ώστε ν' αποφευχθεί η αμοιβή των 150.000 δραχμών που θα κατεβάλλετο σε εξωτερικό δικηγόρο, και ότι η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα ανατροπή της παραπάνω κατάστασης θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της εναγομένης σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και η εναγομένη κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό την δημιουργία κερδών για τους πελάτες της .Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας κατά παραδοχή της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας (εναγομένης) δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα απ' αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος ενάγοντος, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασεν ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά η άσκηση από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα με την ένδικη αγωγή του δικαιώματος του για πληρωμή της νόμιμης αμοιβής του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον έγινε ειδικότερα δεκτό ότι ο ενάγων (α) από κοινού με τους συναδέλφους του δικηγόρους ...
και ... διαμαρτυρήθηκε προς την Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών με το από 3-1-1997 έγγραφο, δηλ. λίγο μόλις χρόνο από την πρόσληψη του, για το χαμηλό ύψος των αμοιβών ζητώντας να εξετασθεί η δυνατότητα αμοιβής σύμφωνα με το τιμολόγιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ... (β) διαμαρτυρήθηκε προσωπικά προς την εναγομένη το 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της εναγομένης Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους και (γ) άσκησε κατά της εναγομένης άλλες τέσσαρες αγωγές, από τις οποίες μάλιστα δύο, και δη τις με αριθ.
έκθ. κατ. 177/2000 στο Ειρηνοδικείο Βέροιας και 4028|2000 στο Πρωτοδικείο Βέροιας πριν από την ένδικη, με τις οποίες ζητούσε την καταβολή επιπλέον αμοιβής για τον χειρισμό (παράσταση, σύνταξη και κατάθεση προτάσεων) στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, τα περιστατικά δε αυτά των διαμαρτυριών και αντιρρήσεων του ενάγοντος ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αμοιβών με αίτημα αναπροσαρμογής αυτών, λαβόντα χώρα εντός του (μικρού) επιδίκου χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, δεν μπορούν να στηρίξουν την δημιουργία εύλογης πεποίθησης της εναγομένης περί μη ασκήσεως από τον ενάγοντα του δικαιώματος του για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του που οφειλόταν με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων όρια αμοιβών, αλλ' ακριβώς το αντίθετο, αφού δεν περιέχεται και η παραδοχή ότι ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεση του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων.
Σε κάθε περίπτωση η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν την δημιουργία τέτοιας πεποίθησης και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου της κρινόμενης αίτησης, ο οποίος, άλλωστε, είναι και απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν πλημμέλειες (ότι δηλ.
το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν δίκασε ένσταση περί δεδικασμένου) δεν στοιχειοθετούν λόγο από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθ. 560 ΚΠολΔ, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 159/ΤΠ/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ